Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΖΟΥΦΗ
Σε νέα, ευνοϊκή, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών ετοιμάζεται να προχωρήσει το υπουργείο Οικονομικών, δίνοντας τη δυνατότητα στους φορολογούμενους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, θεσπίζοντας χαμηλότερο πλαφόν στις μηνιαίες δόσεις.
Το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων προς το δημόσιο έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις όπως προκύπτει και από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του υπουργείου για το μήνα Σεπτέμβριο, τα οποία δείχνουν ότι το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έχει ξεπεράσει τα 10 δισ. από τις αρχές του έτους και ανέρχεται σε 10,169 δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν την μεγάλη δυσκολία των φορολογούμενων να ανταποκριθούν στις διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις τους, δεδομένης της οικονομικής «ασφυξίας» που επικρατεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι οφειλές σημείωσαν σημαντική αύξηση από τα τέλη του Ιουλίου, που ανέρχονταν σε 3,885 δισ. ευρώ, καθώς τους μήνες Αύγουστο-Σεπτέμβριο άρχισε η καταβολή του φόρου εισοδήματος και του ειδικού τέλους ακινήτων.
Με βάση τις μέχρι τώρα πληροφορίες, το υπουργείο Οικονομικών ανησυχώντας ότι οι οφειλές θα αυξηθούν περαιτέρω τους προσεχείς μήνες προσανατολίζεται στην ανακοίνωση ρύθμισης, η οποία θα δίνει τη δυνατότητα της εξόφλησης οφειλών έως και σε 48 μηνιαίες δόσεις, ενώ θα προβλέπεται ότι η μηνιαία δόση θα μπορεί να είναι αρκετά μικρή. Ειδικότερα, πιθανολογείται ότι θα υπάρχει δυνατότητα καταβολής δόσης ακόμη και των 50 ευρώ το μήνα, ανάλογα και με τις οικονομικές δυνατότητες του κάθε οφειλέτη, προκειμένου να υπάρξει διευκόλυνση για όσους αποδεδειγμένα βρίσκονται σε αδυναμία. Σήμερα το πλαφόν είναι περίπου 150-300 ευρώ το μήνα, ανάλογα με τη ρύθμιση.
Επίσης θα προβλέπεται ότι στη νέα ρύθμιση θα έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν και όσοι είχαν ενταχθεί σε προηγούμενες ρυθμίσεις, αλλά δεν είχαν καταφέρει να είναι συνεπείς στην εξόφληση των δόσεων που προέβλεπαν αυτές.
Στάση αναμονής για τις επίσημες ανακοινώσεις τηρεί η επιχειρηματική κοινότητα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει στον «Τ.Θ.» ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης κ. Παναγιώτης Παπαδόπουλος, σίγουρα θα βοηθήσει οποιαδήποτε ευνοϊκότερη ρύθμιση που θα γίνει, δεδομένου ότι, όπως τονίζει, «σαφώς οι υπόχρεοι σήμερα δεν μπορούν να ανταποκριθούν και να πληρώσουν τις δόσεις» καθώς υπάρχει μια οικονομική δυσπραγία στην αγορά.
Το ζητούμενο για τους επιχειρηματίες, όπως σημειώνει, είναι να μπορούν να πληρώνουν «όποτε και όσα έχουν». Γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα να κάνεις μια ρύθμιση και να μπορείς να ανταποκριθείς στο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον που βιώνουμε καθημερινά, όπως παραδέχεται.
Ο κ. Παπαδόπουλος σημειώνει ότι η μη καταβολή των υποχρεώσεων από τους επιχειρηματίες είναι μεγάλη πληγή και για τα ασφαλιστικά Ταμεία και για τις εφορίες, αλλά, προσθέτει ότι η πραγματικότητα είναι ότι «εδώ που έχουμε φτάσει δυστυχώς δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα».
Πάντως, οι επιχειρηματίες αναφέρονται και στο γεγονός ότι γίνονται ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων με αποτέλεσμα στο τέλος ο κόσμος να μπερδεύεται και να μην ξέρει τι να κάνει. Να μπει, δηλαδή στη διαδικασία να κάνει ρύθμιση τώρα ή να περιμένει την επόμενη η οποία ίσως να είναι πιο ευνοϊκή.
Περισσότερες δόσεις ζητούν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Ανεξάρτητων Ελλήνων, Τέρενς Κουίκ, δήλωσε χθες ότι στη δραματική κατάσταση που είναι σήμερα η αγορά αλλά και η κάθε ελληνική οικογένεια, με ταυτόχρονα χρέη που σίγουρα υπάρχουν και σε τράπεζες και σε Ταμεία, είναι αδύνατον η επερχόμενη ρύθμιση να έχει οροφή τον αριθμό 48.
Αποκάλυψε επίσης ότι τόσο ο Γιάννης Στουρνάρας όσο και ο Χρήστος Σταϊκούρας, «ωμά και ξάστερα μου έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι παλεύουν σκληρά να επιτύχουν έστω και τις 48 δόσεις, διότι η τρόικα δεν τους επιτρέπει ούτε και την ελάχιστη ρύθμιση».
Ο κ. Κούικ έκανε έκκληση η κυβέρνηση «επιτέλους να πάρει μία απόφαση από μόνη της, η οποία είναι βέβαιο ότι θα εξυπηρετήσει τα μέγιστα την εισροή κεφαλαίων στα δημόσια ταμεία με τη λογική που λέει ο λαός «μάζευε και ας είναι ρώγες».
Είπε πως πρέπει είτε να δώσει τη δυνατότητα ρύθμισης με γενναίο αριθμό δόσεων από 60 και επάνω είτε να την υπολογίσει με βάση ένα λογικό ποσοστό επί των όποιων εισοδημάτων έχει σήμερα ο οφειλέτης. Ένα ποσοστό που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% των εσόδων του κάθε οφειλέτη, το οποίο μπορεί να μειωθεί και στο 20% ή στο 15% εάν ο συγκεκριμένος οφειλέτης υπαχθεί και σε μία αντίστοιχη ρύθμιση για χρέη του προς τις Τράπεζες.