Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Lola

Lola
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Αξιολόγηση*** ½

Σκηνοθεσία: Ζακ Ντεμί

Παίζουν: Ανούκ Αιμέ, Μαρκ Μισέλ, Ζακ Άρντεν

Διάρκεια: 90’

Προβάλλεται στο Απόλλων (Tηλ. 2310 828642)

Προτού καταπιαστούμε με την ταινία, ας αφιερώσουμε πρώτα λίγο χρόνο στο δημιουργό της, μία ιδιάζουσα περίπτωση που αξίζει της προσοχής μας. Ο Ζακ Ντεμί λοιπόν, πραγματοποιεί το ντεμπούτο του το 1961 με τη «Lola», αφήνοντας να ξεπροβάλουν πολλά στοιχεία από τον τελείως δικό του ξεχωριστό κόσμο, τον οποίο θα χτίσει επιμελώς καθόλη τη διάρκεια της καριέρας του. Ένα σύμπαν με μοιραίους, τραγικούς έρωτες που απλώνουν τα αποτελέσματά τους στον χρόνο, με κομβικές συναντήσεις που άλλοτε αναμένονται με πάθος άλλοτε χάνονται από ένα παιχνίδισμα της μοίρας και άλλοτε δεν συμβαίνουν όπως ακριβώς πρέπει να συμβούν. Ένα σύμπαν γεμάτο χορό και κινούμενη ποίηση, μα πάνω απ’ όλα αυστηρά γυναικοκεντρικό.

Γυναίκες που παραδίδονται άνευ όρων στον έρωτα, που αποτελούν φωτεινά αντικείμενα πόθου ή που παρασύρουν σε μία ακατάσχετη νοσταλγία και θλίψη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι γυναίκες αποτελούν το μόνιμο κέντρο βάρους στη φιλμογραφία του Ντεμί. Επιπλέον, ο Ντεμί εγκαινιάζει τη συνεργασία του με τον μόνιμο Διόσκουρό του, Μαρσέλ Λεγκράν, του οποίου η μουσική θα ντύνει μόνιμα τις ταινίες του. Η υπέρμετρα γοητευτική Ανούκ Αιμέ λοιπόν, θα ανοίξει την αυλαία των γυναικείων χαρακτήρων του Ντεμί υποδυόμενη την «Λόλα», μία ευθεία διττή σινεφίλ αναφορά. Αρχικά και κυριότερα, στον Μαξ Όφιλς και την ταινία «Lola Montès» (Λόλα Μοντές, 1955) και εν δευτέροις στο αριστούργημα «Der Blaue Engel» (Γαλάζιος άγγελος, 1930) του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, όπου η Μάρλιν Ντίτριχ υποδύεται μία χορεύτρια σε καμπαρέ ονόματι Λόλα, όπως και στην περίπτωσή μας.

Ως τώρα όμως, έχουμε αναφερθεί μόνο σε όσα στοιχεία του προσωπικού στυλ του Ντεμί άφησε να διαφανούν το πρώτο του πόνημα, οπότε ας περάσουμε και στις ανατροπές - αλλαγές. Το έργο του Ντέμι ανά τα χρόνια διέπεται από μία εκτυφλωτική χρωματική παλέτα, από μία έκρηξη χρωμάτων που δίνει ζωή και σχήμα στους έρωτες και τα αισθήματα που απεικονίζει επί της οθόνης. Στη «Λόλα» το χρώμα είναι ακόμη απόν, το μαύρο και το άσπρο έρχονται σε συνεχή αντίθεση δίχως να φιλτράρονται το ένα μέσα στο άλλο, δημιουργώντας μία ένταση που σιγοκαίει. Ο έρωτας του Ντεμί για το χρώμα θα βρει την κορύφωσή του τρία χρόνια αργότερα, με το μεθυστικό «Οι ομπρέλες του Χερβούργου» (Les Parapluies de Cherbourg), το οποίο θα του χαρίσει και τον Χρυσό Φοίνικα. Κάπως έτσι φτάσαμε και στη δεύτερη σημαντική τροπή στην καριέρα του Ντεμί, η οποία σχετίζεται με τον σκηνοθετικό του θρίαμβο. Παρόλο που το ντεμπούτο του δεν έσκασε σαν βόμβα, όπως τα αντίστοιχα των Γκοντάρ, Τρυφό και Ρενέ, ωστόσο απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τα γαλλικά «Κινηματογραφικά Τετράδια» και κέρδισε την εκτίμηση του, πάντα υπέρμετρα δύσπιστου, Γκοντάρ. Κανείς λοιπόν δεν μπορούσε να προδικάσει τον εξοστρακισμό που του επεφύλασσαν οι καλλιτεχνικοί συνοδοιπόροι του λίγα χρόνια αργότερα, κατηγορώντας τον ως θιασώτη και συνεχιστή ενός παλιομοδίτικου σινεμά που έπρεπε πάση θυσία να ξεφτίσει. Συν τοις άλλοις, μέσα στον πολιτικό πυρετό της εποχής, θεωρήθηκε υπέρ το δέον «απολιτίκ», όταν, ενώ ο κόσμος καίγεται αυτός ασχολείται με Technicolor ρομάντζα. Αυτή όμως είναι μονάχα η μισή αλήθεια. Ο Ντεμί υπήρξε ένας γνήσιος ασυμβίβαστος δημιουργός, ίσως περισσότερο κι από τα λοιπά τρομερά παιδιά της nouvelle vague, αρνούμενος να ενταχθεί σε οποιοδήποτε καλούπι.

Ομοίως, οι χαρακτήρες του Ντεμί είναι επαναστάτες με τον τρόπο τους, νιώθουν πιο έντονα από τους συνηθισμένους ανθρώπους, αγαπούν μέχρι τελικής πτώσεως, θεωρούν το κυνήγι της ευτυχίας ολότελα μάταιο, μολαταύτα το αποτολμούν γνωρίζοντας πως θα χάσουν στο τέλος, ακριβώς όπως οι πρωταγωνιστές στη «Λόλα». Ντελικάτοι αλλά όχι εύθραυστοι, λάτρεις αλλά και δέσμιοι στιγμών που φαίνονται αδιάφορες αλλά καταλήγουν βαρυσήμαντες. Ο Ντεμί μας ταΐζει μικρές φέτες ζωής που κρατούν μέσα τους όλη τη γεύση. Οι ήρωές μας θα μετατραπούν ασυναίσθητα από πρόσωπα σε φιγούρες, σε αρχέτυπα που προσπαθούν να βιώσουν τα πάντα όσο πιο δυνατά γίνεται. Φυσικά και θα κάνουν συμβιβασμούς, φυσικά και θα νιώσουν την απώλεια στο πετσί τους αλλά σίγουρα θα βγουν ολίγον κερδισμένοι από όλη αυτή τη διαδρομή. Η αισθητική του Ντεμί δεν είναι πλήρως διαμορφωμένη, το στυλ του σε κάποια σημεία δείχνει ημιτελές, ακόμη και σε αυτή την πρωτόλεια μορφή όμως, μας εισάγει σε ένα παραμύθι κομψότητας, με διάσπαρτες καλοδεχούμενες εμμονές και μία διάθεση που παρασέρνει.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πλωτή καντίνα στη Ζάκυνθο

Συνάντηση Μπουτάρη με πρόεδρο ΣΑΕ