Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ
Από τον Αύγουστο μέχρι το Δεκέμβριο του 1916 διαδραματίζεται το ιστορικό μυθιστόρημα του Γιάννη Γρηγοράκη «Μαύρη Πέτρα» (εκδόσεις Κέδρος).
Στο βιβλίο του μας μεταφέρει στις εκατόν είκοσι μέρες που συγκλόνισαν την Ελλάδα ιδωμένες μέσα από τις ειδήσεις του Αθηναϊκού Πρακτορείου, τον τύπο της εποχής και τα τηλεγραφήματα από τα μέτωπα του πολέμου.
«Ο κόσμος ζούσε σε μια αληθινή πλάνη, σε μια πραγματική σύγχυση. Δεν ήξερα ότι οι εφημερίδες της εποχής χρηματοδοτούνταν όλες από τις ξένες πρεσβείες», δήλωσε ο συγγραφέας στον «Τ.Θ.», ενώ απαντώντας σε ερώτησή μας για το αν μπορούμε να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος μας είπε ότι: «Δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Δεν διδασκόμαστε και ενδεχομένως ο λόγος που δεν διδασκόμαστε είναι ότι η ιστορία που μαθαίνουμε στα σχολεία είναι στρεβλή και δεν εστιάζει στον άνθρωπο, στην κοινωνιολογία και την ψυχολογία της εποχής».
-Πείτε μας δυο λόγια για το βιβλίο.
-Η «Μαύρη Πέτρα» είναι ένα μυθιστόρημα για τον εθνικό διχασμό. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1916, συγκεκριμένα από τα μέσα Αυγούστου μέχρι τα μέσα Δεκέμβρη του 1916. Πιστεύω ότι αυτή είναι η πιο σκοτεινή και αμφιλεγόμενη περίοδος του εθνικού διχασμού, και ταυτόχρονα ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
-Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τα συγκεκριμένα γεγονότα;
-Πάντα είχα απορίες για αυτή την εποχή. Διδαχτήκαμε λίγο πολύ μια στρεβλή ιστορία και κάποια στιγμή θέλεις να την ανασκαλίσεις κι εσύ, να γίνεις ερευνητής. Προσωπικά μου αρέσει και το ιστορικό μυθιστόρημα, κι έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό.
Είναι η περίοδος που κυοφορείται ο Εθνικός Διχασμός, δεν υπάρχει ακόμη. Οι Έλληνες πολίτες δεν είχαν ακόμη εξοικειωθεί με την έννοια του Διχασμού, είχαν απλώς εξοικειωθεί με το φάσμα του πολέμου που μαινόταν στη Μακεδονία, ενώ στην Αθήνα υπήρχε μια βαθιά σύγχυση σχετικά με τη θέση που θα έπρεπε να έχει η Ελλάδα, αν θα έπρεπε να ήταν ουδέτερη, όπως υποστήριζε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ή να μπει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, όπως ήθελε ο Βενιζέλος. Και τότε παίχτηκαν κάποια παιχνίδια και οι μυστικές υπηρεσίες έπαιξαν έναν ύποπτο ρόλο. Εγώ έκανα μια έρευνα τελικά πάνω στα γεγονότα αυτά. Ανέτρεξα σε εφημερίδες της εποχής, σε τηλεγραφήματα που ήρθαν από τα μέτωπα του πολέμου, δελτία πρεσβειών κλπ.
-Τι ανακαλύψατε; Βλέποντας τα στοιχεία που συλλέξατε βρήκατε κάτι καινούριο;
-Η ουσία είναι ότι υπάρχει μια διάσταση γενικά στην ιστορία. Και εννοώ την ιστορία που γράφει ένας επιστήμονας ιστορικός, και την ιστορία όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς, ή όπως θέλουμε να την αντιληφθούμε μέσα από τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Γι’ αυτό ενδεχομένως πολλοί άνθρωποι ρέπουν προς το ιστορικό μυθιστόρημα. Όχι πως θα μάθουν ιστορία μέσα από αυτό, αλλά ξέρουμε ότι ο συγγραφέας δεν τα λέει στεγνά, λαμβάνει υπόψη του την καθημερινότητα των ανθρώπων και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Επομένως υπό την έννοια αυτή, ναι, μπορεί να βρήκα καινούρια στοιχεία, και αυτά ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οδηγήθηκε μια χώρα στον πόλεμο.
-Ήταν δύσκολη η συλλογή του υλικού;
-Δεν μπορώ να πω ότι ήταν εύκολη. Ανέτρεξα σε έξι εφημερίδες μέρα προς μέρα για όλο αυτό το διάστημα στο οποίο αναφέρεται το βιβλίο, ανέτρεξα σε περιοδικά, και έκανα ένα συγκερασμό θα έλεγα των τοποθετήσεων γιατί άλλες ήταν φιλοβενιζελικές, άλλες φιλοβασιλικές, και για να έχει το βιβλίο αίσθηση ιστορικής πραγματικότητας πρέπει να περνάνε και οι δύο θέσεις. Γι’ αυτό μιλάω για συγκερασμό απόψεων.
-Είπατε πριν ότι κατά την έρευνά σας το καινούριο που προέκυψε ήταν οι συνθήκες που οδήγησαν στον πόλεμο την χώρα. Ποιες ήταν αυτές;
-Οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ άσχημες. Δεν ήταν μόνο η φτώχεια, οι αρρώστιες κλπ. Ο κόσμος ζούσε σε μια αληθινή πλάνη, σε μια πραγματική σύγχυση. Ήταν και ο ρόλος των μυστικών υπηρεσιών ύποπτος που εξαγόραζαν συνειδήσεις, κάτι που εγώ δεν το γνώριζα. Δεν ήξερα ότι οι εφημερίδες της εποχής χρηματοδοτούνταν όλες από τις ξένες πρεσβείες, τις φιλοβασιλικές εφημερίδες τις χρηματοδοτούσαν οι πρεσβείες της Γερμανίας και της Αυστρίας και τις φιλοβενιζελικές οι πρεσβείες της Αγγλίας και της Γαλλίας. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι άποψη της πραγματικότητας είχε ο κόσμος.
-Εσείς αναφέρεστε στο βιβλίο σας στον Εθνικό Διχασμό. Το τελευταίο διάστημα, ακόμη και σήμερα, τα πράγματα στη χώρα μας είναι πολύ κρίσιμα και αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή. Πώς τα βλέπετε αυτά ως πολίτης; Μπορούμε να διδαχτούμε από αυτά που συνέβησαν στο παρελθόν και από αυτά που γράφετε στο μυθιστόρημά σας;
-Δυστυχώς όπως βλέπετε η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα και αυτό είναι μια πάγια αντίληψη των ανθρώπων. Δεν διδασκόμαστε και ενδεχομένως ο λόγος που δεν διδασκόμαστε είναι αυτός που ανέφερα προηγουμένως: ότι η ιστορία που μαθαίνουμε στα σχολεία είναι στρεβλή, με την έννοια ότι τη συγγράφει ένας επιστήμονας ιστορικός που εστιάζει στα γεγονότα καθεαυτά (ημερομηνίες, έτη, αποτελέσματα). Δεν εστιάζει στον άνθρωπο, στην κοινωνιολογία και την ψυχολογία της εποχής. Όλα αυτά είναι εφήμερα. Δεν είναι ίδια η κοινωνιολογία μιας εποχής με την κοινωνιολογία μιας άλλης εποχής. Συνεπώς θα έπρεπε να εστιάσουμε στην ψυχολογία των μαζών, πώς επηρεάστηκαν οι μάζες, ώστε να μπορούμε να αποφύγουμε τα λάθη στο μέλλον. Πολύ σωστά λέτε ότι ζούμε και σήμερα έναν ιδιότυπο διχασμό. Κάθε μέρα τα όρια στενεύουν. Και εδώ μπορεί ο καθένας να υποθέσει ότι παίζονται υπόγεια παιχνίδια, ύποπτοι ρόλοι, μπορεί να υποθέσει εξαγορές συνειδήσεων μέσων μαζικής ενημέρωσης που θα ρητορεύουν υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης.
Κανένας δεν μπορεί να το αποκλείσει γιατί αυτά τα έχουμε υποστεί στο παρελθόν. Και τώρα που η πληροφόρηση είναι μεγάλη και συχνή, γνωρίζουμε τι γίνεται σε όλο τον κόσμο, η φαντασία μας υπερβαίνει την πραγματικότητα και αυτό το ζούμε καθημερινά. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ύποπτους ρόλους και στον σημερινό ιδιότυπο διχασμό που είναι οικονομικός.
-Είστε παράλληλα και δικηγόρος. Πώς τα καταφέρνετε και παράλληλα με την δικηγορία, γράφετε και βιβλία;
-Γράφω τα βράδια... Την ημέρα τρέχω για τα προς το ζην. Θέλει σκληρή δουλειά, αλλά έχω εξοικειωθεί γιατί μου αρέσει πολύ το γράψιμο.
-Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
-Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς δεν είναι σύγχρονοι. Έζησαν στα μέσα του περασμένου αιώνα όπως ο Σελίν, ο Κέρουακ, ο Καμύ, ο Τζόις, ο Φώκνερ.
-Πότε αποφασίσατε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο;
-Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, κυκλοφόρησε όμως λίγα χρόνια αργότερα γιατί εκείνη την εποχή δεν είχα σκοπό να το δημοσιεύσω. Έγραφα για προσωπική ικανοποίηση. Το βιβλίο λέγεται «Η μητρόπολη του χάους». Είναι ένα σουρεαλιστικό μυθιστόρημα ή θα μπορούσε κανείς να πει ότι ανήκει στη λογοτεχνία του φανταστικού.
-Μετά τη «Μαύρη Πέτρα» ετοιμάζετε κάτι άλλο;
-Έχω παραδώσει ένα βιβλίο που θα είναι αστυνομικό – πολιτικό μυθιστόρημα. Αναφέρεται στη σύγχρονη περίοδο και άπτεται της οικονομικής κρίσης, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της παγκόσμιας.