Λίβυοι επισκέπτονται το μεγάλο στρατιωτικό συγκρότημα Μπαμπ αλ Αζίζια, όπου διέμενε ο Συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι. Τα συνθήματα στους τείχους ευχαριστούν ΝΑΤΟ, Αμερική, Γαλλία και Βρετανία. Η Δύση, όμως, γνωρίζει πως μία τέτοιου τύπου επέμβαση στη Συρία θα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη(φωτογραφία: New York Times).
Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Ρώσοι, Τούρκοι, Σαουδάραβες, Ιρανοί, Αμερικανοί εμπλέκονται άμεσα και ποικιλοτρόπως στον εμφύλιο πόλεμο που έχει ξεσπάσει στη Συρία, ο οποίος έχει πλέον εξελιχθεί σε ένα πόλεμο «δια αντιπροσώπων», όπως έλεγε στο πρακτορείο Ρόιτερ ο Αϊχάμ Καμέλ, αναλυτής του Eurasia Group. Οι καθημερινές εικόνες που έρχονται από τη χώρα συνθέτουν μία αφήγηση ομοιογενή και μονόσημη, μακριά από την πραγματικότητα των διαπλεκόμενων συμφερόντων, καθώς ο ΟΗΕ μέσω συμβουλίων, δηλώσεων και ψηφισμάτων αρνείται να αγγίξει τα φλέγοντα ζητήματα που τίθενται στην περιοχή.
Ας δούμε τους αντιπροσώπους, τα κίνητρά και τις επιδιώξεις τους:
Σαουδική Αραβία εναντίον Ιράν: Οι δύο ισχυρότερες εκφάνσεις του Ισλάμ συγκρούονται στη Συρία. Από τη μία πλευρά υπάρχει το σιιτικό Ιράν, χρόνιος σύμμαχος του Αλεβιτών του καθεστώτος Μπασάρ Αλ Άσαντ. Οι αλεβίτες αποτελούν αίρεση των σιιτών και παρότι συγκροτούν μόλις το 12% του πληθυσμού της Συρίας κατέχουν την εξουσία από το 1970, όταν ο πατέρας του Μπασάρ Αλ Άσαντ, Χαφέζ, καταλάμβανε την εξουσία. Το Ιράν δεν θέλει να δει το καθεστώς να πέφτει, καθώς όπως δήλωνε ιρανός απεσταλμένος του Αγιατολάχ Χαμενέι στη Δαμασκό, Σάιντ Τζελίλι, «η Συρία είναι βασικός παράγοντας στην αντίσταση κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ», όντας ουσιαστικά το μόνο αντίβαρο στα σουνιτικά Αραβικά κράτη. Από την άλλη πλευρά, η σουνιτική Σαουδική Αραβία είναι γνωστό πως εξοπλίζει τους Σύρους αντάρτες, οι οποίοι αποτελούνται κατά κύριο λόγο από σουνίτες, το 70% του πληθυσμού της Συρίας. Πέραν της έχθρας της Σαουδικής Αραβίας προς το μη αραβικό, σιιτικό Ιράν, κομβικό ρόλο στις ενέργειες της χώρας παίζει και η επιθυμία των ΗΠΑ για την μετάβαση της εξουσίας και την περαιτέρω απομόνωση του Ιράν.
Τουρκία εναντίον Κούρδων: Μετά τους πρώτους μήνες της συριακής εξέγερσης, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τάχθηκε ανοικτά υπέρ του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις και όξυνση του κουρδικού, θυμίζοντας την περίοδο που ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν φιλοξενούνταν στην Δαμασκό από τον Χαφέζ Αλ Άσαντ. Η απόφαση της Τουρκίας προκαλείτε από την στρατηγική της των τελευταίων ετών, όταν και αποφάσισε να συγκρουστεί ακόμη και με το Ισραήλ (με αφορμή το Μάβι Μαρμάρα) με στόχο να αναδειχτεί σε ηγέτιδα του αραβικού κόσμου. Ήταν, άλλωστε, η πρώτη χώρα της περιοχής που στήριξε την καρατόμηση του Μουμπάρακ και του Μπεν Αλί, ώρα κατά την οποία οι ΗΠΑ ακόμη αμφιταλαντεύονταν για την επόμενη μέρα. Την περασμένη Πέμπτη, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, επιβεβαίωσε αυτό που ήδη ήταν γνωστό, κατηγορώντας ανοικτά τον νυν πρόεδρο της Συρίας ότι εξοπλίζει το ΡΚΚ. Η Τουρκία από την πλευρά της όχι μόνο προσφέρει περίθαλψη στους Σύρους αντάρτες, αλλά, σύμφωνα με τα διεθνή μέσα, μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ παρέχουν στρατιωτική υποστήριξη από μυστική βάση στην περιοχή της πόλης Άνταν στη Νότια Τουρκία. Η αντίδραση του Μπασάρ Αλ Άσαντ ήταν να επιτρέψει την επανίδρυση της βάσης του ΡΚΚ στη Βόρεια Συρία, στα σύνορα με την Τουρκία, παρότι την τελευταία δεκαετία οι Σύροι Κούρδοι (το 8% του πληθυσμού) δεν αποτελούσαν φόβητρο για την Άγκυρα. Πλέον, όμως, ο κίνδυνος για τον Ερντογάν είναι επιτακτικός. Δεν είναι μονάχα οι Σύροι Κούρδοι, οι οποίοι έχουν πλέον πρόσβαση στα νότια σύνορά της Τουρκίας, που ανησυχούν τον Ερντογάν. Και το Ιράν, το οποίο επί χρόνια καταπίεζε το κουρδικό στοιχείο στη χώρα του, έχει επιτρέψει ελευθερίες στο αδερφό κουρδικό κόμμα του ΡΚΚ, PJAK.
Αμερική εναντίον Ρωσίας: Η Συρία αποτελεί κομβικό σύμμαχο της Ρωσίας, εξ ου και το Κρεμλίνο απορρίπτει από την πρώτη στιγμή της 16μηνης εξέγερσης τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η μοναδική ναυτική βάση της Ρωσίας στη Μεσόγειο βρίσκεται στην Ταρτούς της Συρίας, όπου και προϊούσης της εξέγερσης η Μόσχα έχει αυξήσει την παρουσία της. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να σπάσουν το νέο «άξονα του κακού», ο οποίος αποτελείται από το σιιτικό Ιράν, το Λίβανο – όπου η σιιτική Χεζμπολάχ εξακολουθεί να ανησυχεί το Ισραήλ – και τη Συρία. Στην περίπτωση της Τεχεράνης υπάρχει ανοικτός διπλωματικός πόλεμος, ο οποίος έχει εξελιχθεί σε μία προσπάθεια οικονομικού στραγγαλισμού της χώρας, ενώ στη Συρία ούτε καν η παρουσία εξτρεμιστικών οργανώσεων στους κόλπους των ανταρτών, όπως η Αλ Κάιντα, έχει σταθεί εμπόδιο στην άνευ όρων στήριξή τους από τη Δύση. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί πως πρόκειται για ακόμη μία ιστορική στροφή των ΗΠΑ. Η δύναμη των Ισλαμιστών αυξάνεται ολοένα και περισσότερο στην περιοχή. Οι εκλογές στην Αίγυπτο και την Τυνήσια απέδειξαν πως το πιθανότερο είναι να συμβεί το ίδιο και στη Συρία, αν και ο εμφύλιος ακόμη μαίνεται δίχως καμία σαφή ένδειξη τέλους. Οι ίδιες ισλαμικές οργανώσεις που ιστορικά αντετίθεντο στις ΗΠΑ, τόσο για την ακραιφνή στήριξη του Ισραήλ όσο και για τις επεμβάσεις στην περιοχή, τώρα βρίσκονται υπό την εύνοια του Λευκού Οίκου.
Κίνα και Ισραήλ πιασμένοι στη μέσοι
Οι αντιπρόσωποι δεν σταματούν εδώ. Στα τρία βέτο στο Σ.Α. του ΟΗΕ, η Ρωσία δεν ήταν μόνη. Την ακολούθησε κατά πόδας και η Κίνα, ελέω της δικής της εξάρτησης από το σιίτικο Ιράν, καθώς το Πεκίνο είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιρανικού πετρελαίου, ξεπερνώντας και την Ευρώπη. Το 25% του πετρελαίου της Τεχεράνης καταλήγει στην Κίνα, ενώ οι εισαγωγές της Ευρώπης – που του εμπάργκο – βρισκόταν στο 18%. Παράλληλα, υπάρχει και το Ισραήλ, το οποίο μπορεί να βρίσκεται σε ανοικτή ρήξη με το Ιράν – αξιωματούχος του Τελ Άβιβ δήλωνε την περασμένη Πέμπτη στον ισραηλινό τύπο πως «Το μαχαίρι κάτω από τον λαιμό μας είναι τώρα πιο ακονισμένο απ’ ότι ήταν πριν τον Πόλεμο των Έξι Ημερών» - ωστόσο, παραμένει επιφυλακτικό ως προς την κατάσταση στη Συρία. Άλλωστε, εξ αρχής η πολιτική στήριξη του Ομπάμα στην αποκαλούμενη Αραβική Άνοιξη είχε προκαλέσει δυσφορία στον Μ. Νετανιάχου, ενώ όσον αφορά τη Δαμασκό, μπορεί ο Μπασάρ Αλ Άσαντ να ήταν εχθρός του Τελ Αβίβ, όμως, τουλάχιστον ήταν ένας φθαρμένος και ακόμη περισσότερο γνωστός εχθρός. Ο Σύρος Πρόεδρος είχε προ της εξέγερσης προσπαθήσει να κερδίσει διπλωματικό χώρο ανάμεσα από το Ιράν και τις ΗΠΑ, όμως, σήμερα οι αντάρτες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού είναι πλήρως απρόβλεπτοι για την ηγεσία του Ισραήλ. Την ώρα, μάλιστα, που το Σινά μετατρέπεται σε μία θερμή ζώνη μετά από δεκαετίες, με τους ισλαμιστές να πλησιάζουν τα σύνορα του Ισραήλ, το μόνο που δεν επιθυμεί η κυβέρνηση Νετανιάχου είναι μια αναζωπύρωση της βίας στα Υψίπεδα του Γκολάν, τα σύνορά της με τη Συρία, τα οποία κατέχει από το 1967. Οι θύλακες τζιχαντιστών στην καρδιά των ανταρτών προκαλούν μονάχα φόβο στο Ισραήλ.