Του Γρηγόρη Μυστιλιάδη
Στις 29 Μαΐου του 1985, στο στάδιο Χέιζελ των Βρυξελλών διεξήχθη ο τελικός του Κυπέλλου Ευρώπης, μεταξύ της Λίβερπουλ και της Γιουβέντους. Η ημερομηνία αυτή έμελλε να μείνει για πάντα χαραγμένη στις μνήμες του κόσμου ως μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην ιστορία του Αθλητισμού, καθώς 39 φίλοι της ιταλικής ομάδας σκοτώθηκαν προσπαθώντας να διαφύγουν των επεισοδίων που ξεκίνησαν όταν οι οπαδοί της Λίβερπουλ έσπασαν τα προστατευτικά κιγκλιδώματα και κινήθηκαν εναντίον τους. Η κερκίδα δεν άντεξε το βάρος του πανικόβλητου κόσμου, ένας τοίχος κατέρρευσε και πήρε μαζί του 39 ανθρώπους. 39 ψυχές που είχαν πάει να παρακολουθήσουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Αυτή ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, που απέκλεισε τις αγγλικές ομάδες από κάθε ευρωπαϊκή διοργάνωση για τα επόμενα 5 χρόνια.
Πίσω στο μεγάλο νησί, πάντως, τα κρούσματα βίας συνεχίστηκαν. Τα καλόπαιδα που πια δεν μπορούσαν να εξάγουν το προϊόν τους σε άλλες χώρες, περιορίστηκαν στην εγχώρια αγορά. Λίγες μόνο μέρες πριν το Χέιζελ στο στάδιο Σεντ Άντριους και τον αγώνα μεταξύ των ομάδων Μπέρμιγχαμ και Λιντς, μετά από εκτεταμένα επεισόδια μεταξύ των οπαδών και την αποτυχημένη εμπλοκή της αστυνομίας, έχασε τη ζωή του ένα 14χρονο αγόρι. Το 1986, λοιπόν, με την κατάσταση να έχει φτάσει στο απροχώρητο, η Πρωθυπουργός της χώρας Μάργκαρετ Θάτσερ αποφάσισε να δώσει ένα τέλος.
Η «Σιδηρά Κυρία» συγκέντρωσε μια επιτροπή και αποφάσισε αλλαγές στους νόμους της χώρας, εισάγοντας βαρύτατες ποινές για όσους συλλαμβάνονταν σε επεισόδια σε αθλητικά γεγονότα. Παράλληλα, ο Υπουργός Αθλητισμού Κόλιν Μούναχαν πήρε από τη Θάτσερ λευκή επιταγή να πράξει κατά το δοκούν και αποφάσισε την εισαγωγή της κάρτας εισόδου στα γήπεδα με ταυτότητα, ώστε να είναι γνωστά τα ονόματα όσων παρακολουθούν το κάθε παιχνίδι και να συλλαμβάνονται άμεσα οι δράστες σε τυχόν επεισόδια. Για τους συλληφθέντες, η πολυετής κάθειρξη ήταν ο μόνος δρόμος και για την αγγλική κυβέρνηση, η ανοχή στην γκρίνια των συλλόγων ο μόνος τρόπος. Σταδιακά, ο χουλιγκανισμός εξαλείφθηκε από την ίδια τη χώρα που τον «γέννησε», και μπορεί πια ελεύθερα ο κάθε Ρούνεϊ να πανηγυρίζει ένα γκολ της Γιουνάιτεντ μπροστά στους φανατικούς της Λίβερπουλ, χωρίς να χρειάζεται τα αετίσια μάτια του για να προλάβει να αμυνθεί στο πρώτο μαχαίρι που θα φύγει συστημένο προς το μέρος του.
Στην Ελλάδα, επιμένουμε στα κλισέ. Τα κλισέ όμως δεν έχουν πια καμιά σημασία, μιας και έχουμε περάσει ανεπιστρεπτί στη σκληρή πραγματικότητα. Έτσι, η δήλωση πως κάποτε θα θρηνήσουμε θύματα λέγεται πια μόνο για να ειπωθεί, αφού θύματα έχουμε θρηνήσει ήδη και θα το ξανακάνουμε, είμαστε πια μαθημένοι. Επί της ουσίας, δεν κάνουμε τίποτα. Ίσως γιατί δε μας ενδιαφέρει και τόσο.
Την Πέμπτη επρόκειτο να διεξαχθεί στον Πειραιά ο πρώτος τελικός της Α1 μπάσκετ, μεταξύ του θριαμβευτή της Πόλης και πλέον Πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακού και το περσινού Πρωταθλητή Ευρώπης Παναθηναϊκού. Στα χαρτιά, μιλάμε ίσως για το μεγαλύτερο ντέρμπι που έχει να παρουσιάσει αυτή τη στιγμή ο κόσμος του μπάσκετ εκτός της Αμερικής. Στην ουσία, για δύο περιοδεύοντες θιάσους με αναλώσιμους πρωταγωνιστές, βορά στα θηρία της αρένας του Κολοσσαίου. Σε κάθε άλλη χώρα, θα μιλούσαμε για μια γιορτή, μια κόντρα μεταξύ δύο γιγάντων του αθλήματος. Όχι εδώ.
Είναι απορίας άξιον πώς κατόρθωσαν αυτοί οι «άγνωστοι» να πλησιάσουν το πούλμαν του Παναθηναϊκού. Πώς κατάφεραν να πετάξουν σε αυτό κοτρώνες σπάζοντας τζάμια και τραυματίζοντας αθλητές. Κυρίως όμως, πώς κατόρθωσαν να τα κάνουν όλα αυτά και να διαφύγουν χωρίς να συλληφθούν, με δύο διμοιρίες να «προστατεύουν» το πούλμαν. Γιατί να το δεχτώ ότι οι αστυνομικοί δεν είναι δα και οι Avengers. Έφυγε το κοτρώνι και άντε να το πιάσεις. Αλλά μετά; Πώς δε συνελήφθη κανείς από αυτούς που πλησίασαν το πούλμαν στα 3 μέτρα για να εκτοξεύσουν τις πέτρες; Εκτός κι αν τα παλικάρια δεν είχαν το νου τους. Πράγμα λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι το συγκεκριμένο ματς έχει μια επικινδυνότητα λίγο μικρότερη από μια κακή μέρα στην Παλαιστίνη.
Έχουν ειπωθεί χίλιες δυο αηδίες και έχουν γραφτεί άλλες τόσες. Να μη γίνουν οι τελικοί. Να γίνουν οι τελικοί χωρίς κόσμο. Να γίνουν οι τελικοί μόνο με μαθητές για κοινό. Σε μια χώρα που διαθέτει ένα τέτοιο προϊόν, δύο ομάδες κόσμημα για τα ευρωπαϊκά παρκέ, αυτά είναι τα όρια που πιάνει ο νους μας. Για να τελειώνει το αστείο, δεν γίνεται να μη γίνουν οι τελικοί. Είναι πολλά τα λεφτά. Ούτε και να γίνουν με μαθητές, χωρίς κόσμο, θα μιλάμε για την απόλυτη απαξίωση και παρωδία του αθλήματος, συν την οριστική παραδοχή ότι είμαστε απολύτως ανίκανοι να διοργανώσουμε το παραμικρό γεγονός πλην της Eurovision.
Κάντε το επιτέλους όπως η Θάτσερ. Χώστε όποιον πιάνετε τόσο βαθιά στη φυλακή, που θα ξαναδεί το φως όταν στον Ολυμπιακό θα παίζει ο γιος του Σπανούλη. Χτυπήστε τις ομάδες εκεί που πονάνε. Δε νιώθει τίποτα ο Παναθηναϊκός αν τον αναγκάσεις να παίξει έναν αγώνα χωρίς κόσμο. Δεν τον αγγίζει τον Ολυμπιακό ένα απλό χρηματικό πρόστιμο. Αποβάλλετέ τους από το πρωτάθλημα. Έτσι κι αλλιώς η Α1 είναι τσίρκο, ας μείνει για μια χρονιά και χωρίς λιοντάρια. Από κλόουν για να γεμίσουν το πρόγραμμα άλλο τίποτα. Αποκλείστε τους από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Εκεί που πονάνε. Και τότε θα δούμε αν θα συνεχίσουν να μένουν αμέτοχοι και να εκφράζουν με ανακοινώσεις τη θλίψη τους ή θα αναλάβουν δράση για να προστατέψουν την επένδυσή τους. Εκτός αν νομίζει κανείς σοβαρά ότι ο Ολυμπιακός δεν είναι σε θέση αν το επιθυμεί πραγματικά να μάθει τα ονόματα των κάφρων που επιτέθηκαν στην αποστολή του Παναθηναϊκού. Αν οι οργανωμένοι της ομάδας δε γνωρίζουν ποιοι είναι αυτοί, κι αν δε θα τους έδιναν ευχαρίστως σε περίπτωση που ο Ολυμπιακός απειλούνταν σοβαρά με αφανισμό από παντού για μια – δυο σεζόν. Στην τελική κι άμα δε βρούμε δικιά μας Θάτσερ, ας καθαρίσει η Παπαρήγα. The next best thing. Μια χαψιά θα τα κάνει τα σκουπίδια του προλεταριάτου που καπηλεύονται την ανοχή των καπιταλιστικών υπολειμμάτων ενός παρωχημένου καθεστώτος. Άντε μπράβο.
Κάποια στιγμή οι Αρχές – λέμε τώρα… - αυτής της χώρας θα πρέπει να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Σε χέρια στιβαρά και χωρίς μεσοβέζικες λύσεις και αλχημείες. Οι ομάδες θα πρέπει να βρεθούν ενώπιον των ευθυνών τους. Οι χρηματοδοτούμενοι και «βαμμένοι» δημοσιογράφοι, ο Θεός να τους κάνει δηλαδή, που πυροδοτούν το κλίμα πριν από κάθε ντέρμπι να πάνε σπίτι τους, για να μην πάνε φυλακή και ξεμπερδέψουμε δια παντός μαζί τους. Οι κάμερες που μένουν κλειστές στα γήπεδα να ανοίξουν. Λεφτά έχουμε να δίνουμε στο Διαμαντίδη, θα βρούμε να βάλουμε και δυο μπαταρίες να τις κρατήσουμε ανοιχτές. Και, κυρίως, θα πρέπει να γίνει μια υπερπροσπάθεια να επανέλθει ένα, έστω, ίχνος σοβαρότητας. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, πάνε χρόνια τώρα που ζούμε και αναπνέουμε μες το χαβαλέ και τη φαιδρότητα, αλλά κάποια στιγμή ας προσαρμοστούμε. Εμείς οι τριγύρω τουλάχιστον, γιατί οι από πάνω, τα βλέπετε και στη Βουλή, τα βλέπετε και στα κόμματα, είναι χαμένη υπόθεση. Όχι τίποτα άλλο, αλλά έτσι όπως πάει το πράγμα κάποια στιγμή θα θρηνήσουμε θύματα. Καινούργια θύματα.