Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Αξιολόγηση ****
Σκηνοθεσία: Πιερ Σελέρ
Παίζουν: Ολιβιέ Γκουρμέ, Μισέλ Μπλαν, Ζαμπού Μπρεϊτμάν.
Διάρκεια: 115’
Μία γυμνή όμορφη γυναίκα συνοδεύεται από διάφορους άνδρες, οι οποίοι είναι ντυμένοι με στολές που ομοιάζουν με μαύρες παραλλαγές της παραδοσιακής φορεσιάς της Κου Κλουξ Κλαν. Η γυναίκα αυτή οδηγείται σε ένα δωμάτιο μίας εμφανώς πολυτελούς κατοικίας, όπου την περιμένει ένας τεράστιος κροκόδειλος που στρογγυλοκάθεται στο χαλί. Κάθεται απέναντί του διόλου φοβισμένη και ανοίγει αισθησιακά τα πόδια της. Στη συνέχεια, μπουσουλάει με ανυπομονησία προς το ορθάνοιχτο στόμα του. Η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας του Πιερ Σελέρ αποτελεί μία ονειρώδη μεταφορά που μας εισάγει στο κλίμα της ταινίας και παράλληλα, ένα από τους πλέον ευφάνταστους και καλογυρισμένους κινηματογραφικούς εφιάλτες που έχετε δει ποτέ. Η όλη σύνθεση της σκηνής έχει μάλιστα επηρεαστεί έντονα από τη χροιά ενός project του διάσημου φωτογράφου Χέλμουτ Νιούτον (1920-2004), γνωστού για την αισθαντικότητα των γυμνών του φωτογραφήσεων. Η ταινία, παρά τα αντί-εμπορικά της θέλγητρα έκοψε πάνω από μισό εκατομμύριο εισιτήρια στη Γαλλία, έγινε πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα «Libération», απέσπασε πληθώρα διακρίσεων σε φεστιβάλ και εν ολίγοις, απέδειξε πως η εμπορικότητα δεν είναι αναγκαίο να συμβαδίζει με την τσαπατσουλιά και τη ρηχότητα. Δυστυχώς, η γνώριμη μανία της ταύτισης με κάτι οικείο οδήγησε στον βλακώδη παραλληλισμό των δρώμενων με την, τότε πρόσφατη, υπόθεση Στρος Καν, ο οποίος αδικεί κατάφορα την ταινία και τις προθέσεις της.
Ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας θα αλλάξει τα πάντα, μία τρομακτική τραγωδία αναζητά ανάληψη ευθυνών, ένα ατυχέστατο συμβάν αναστατώνει τη ζωή του Υπουργού Μεταφορών και ανοίγει την παρτίδα πάνω σε μία σκοτεινή πολιτική σκακιέρα. Ο Πιερ Σελέρ δεν αρκείται στα λίγα, πηγαίνει για τα πολλά και καταλήγει να κερδίσει το στοίχημα. Το θέμα δεν είναι καθαυτό ριζοσπαστικό αλλά δίνεται με ένα τρόπο καθόλα ρηξικέλευθο και φρέσκο. Η ελληνική απόδοση του τίτλου, η οποία είναι απευθείας μετάφραση της αγγλικής βερσιόν και δεν αποδίδει την αίσθηση της άσκησης εξουσίας που αποπνέει ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος. Ένα παιχνίδι εξουσίας λοιπόν, το οποίο ασκείται από μία αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο φυλή ανθρώπων, μέσα από χειραψίες, γραπτά μηνύματα και χαμηλόφωνες συνομιλίες πίσω από κουρτίνες και κλειστές πόρτες.
Δεν πρόκειται για μία απλή σκιαγράφηση ιδεολογικού ξεπουλήματος ή διολίσθησης ενός ιδεολόγου Μοϊκανού στη διαφθορά και στη συγκάλυψη. Απεναντίας, ο Σελέρ χτίζει ένα σύμπαν αυθύπαρκτο και γνήσια εφιαλτικό, όπου τα πάντα είναι λίγο πιο άσχημα από τα γεγονότα που τα χαρακτηρίζουν, είναι λίγο πιο μολυσμένα από το σάπιο εξωτερικό τους περίβλημα. Ένα κλειστό κύκλωμα γεμάτο άγραφους κανόνες στάθμισης συμφερόντων, διατήρησης των κεκτημένων, ανακύκλωσης και αυτοσυντήρησης. Ο Σελέρ παιχνιδίζει στα όρια του πολιτικού θρίλερ, οικοδομεί εσωτερική και λεκτική ένταση, πασπαλίζει το γλυκό με τζούρες δηλητηριώδους χιούμορ, αναδύει μία κατασκοπική ηδονοβλεπτική διάθεση. Ο Βέλγος Ολιβιέ Γκουρμέ, είναι, όπως υποδηλώνει και το επίθετό του, λαχταριστός στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποδίδοντας μία τεράστια γκάμα από ψυχολογικές διακυμάνσεις, από την παγερή αδιαφορία ως τις ιδεαλιστικές συναισθηματικές εξάρσεις και την υστερία του φόβου.
Η ταινία αποφεύγει με τακτ να κουνήσει διδακτικά το δάκτυλο, δεν καταφεύγει σε κλισέ δαιμονοποίησης ή ηρωικής αισιοδοξίας, απλούστατα και μεθοδικά μας βυθίζει σε ένα κόσμο απραξίας και δυσκαμψίας. Κυριότερο όπλο της η χειροπιαστή αγωνία της a priori καταδικασμένης προσπάθειας να ασκηθεί με συνέπεια ένα δημόσιο αξίωμα. Καταδικασμένη γιατί η άσκηση προϋποθέτει τη διατήρηση, η οποία υπόκειται στους δικούς της ξεχωριστούς και ανίερους κανόνες. Μία λεπτολογική σπουδή στην αποκαρδιωτική σύγχρονη έννοια του «πολιτικού όντος». Το φινάλε κενό, ξεζουμισμένο, υπόκωφα δραματικό, γυμνό σαν σκηνή μετά από παράσταση.