Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Ο παραιτηθείς πρώην διευθύνων σύμβουλος της βρετανικής τράπεζας Barclays, Μπομπ Ντάιαμοντ, εμφανίστηκε ενώπιον της βρετανικής βουλής των Κοινοτήτων και στην κατάθεσή του χαρακτήρισε «κατακριτέα συμπεριφορά» το μαγείρεμα των επιτοκίων από την πλευρά των χρηματιστών, ενώ υπερασπίστηκε την τράπεζά του, λέγοντας πως η Barclays έχει πέσει θύμα άδικης διάκρισης, καθώς ήταν η μόνη τράπεζα που συνεργάστηκε με τις αρχές ώστε να έρθουν στο φως στοιχεία που στην πραγματικότητα αφορούν ολόκληρο τον τραπεζικό τομέα.
Η κατάθεση του Μ. Ντάιαμοντ είναι η πρώτη, καθώς θα ακολουθήσει και η κατάθεση του πρόεδρου Μ. Εϊτζις, ενώ ο βρετανικός πολιτικός κόσμος έχει δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στην υπόθεση, μιλώντας για σύμβολο της κουλτούρας της απληστίας που διέπει το σύνολο του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Το σκάνδαλο αφορά τραπεζικά καρτέλ, τα οποία χειραγωγούσαν την διαμόρφωση του επιτοκίου Libor καταθέτοντας εσφαλμένα δεδομένα. Οι εφημερίδες της χώρας καθημερινά παραθέτουν emails μεταξύ χρηματιστών της τράπεζας, όπου ο ένας συγχαίρει τον άλλο για την παραποίηση των στοιχείων που κατέθεταν, υποσχόμενοι σαμπάνιες.
Ο Μπομπ Ντάιαμοντ ήταν μέχρι την Τρίτη ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους και ισχυρούς τραπεζίτες στον κόσμο, ένας από τους ανθρώπους που χωρίς να είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό, κινούν τα νήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Χθες, ήταν σκεπτικός και σύμφωνα με τα βρετανικά μέσα που τον γνώριζαν ως «επιθετικό σε σημείο παρεξήγησης», ήταν «ταπεινωμένος» ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής. «Όταν διάβασα αυτά τα email των χρηματιστών, ένιωσα άρρωστος. Αυτή η συμπεριφορά είναι κατακριτέα, είναι λάθος. Συγνώμη. Είμαι απογοητευμένος και θυμωμένος», είπε ο Μ. Ντάιαμοντ.
Παράλληλα, ο πρώην ισχυρός άνδρας της Barclays αποκάλεσε την τράπεζα αποδιοπομπαίο τράγο. «Αυτή την εβδομάδα όλοι εστιάζουν την προσοχή τους στην Barclays επειδή είμαστε οι πρώτοι που αποκαλύπτουν τις πρακτικές αυτές», είπε ο Μ. Ντάιαμοντ υποστηρίζοντας πως η αποκάλυψη που αφορά τα επιτόκια Libor και Euribor ήρθε μετά από χρόνια συνεργασίας της Barclays με τις ανάλογες αρχές. «Νομίζω πως είναι ένα δείγμα της κουλτούρας της Barclays το γεγονός πως είμαστε διατεθειμένοι να είμαστε οι πρώτοι, είμαστε διατεθειμένοι να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους».
Ο Άντριου Τάιλερ που προεδρεύει της ερευνητικής επιτροπής της Βουλής των Κοινοτήτων ρώτησε τον Μ. Ντάιαμοντ και για ένα email που έστειλε αυτός εν έτει 2008, στο οποίο φαίνεται να υπονοείται πως η Barclays είχε πάρει ευθεία εντολή από την Τράπεζα της Αγγλίας για να μειώσει το ύψος του επιτοκίου. Ο Μ. Ντάιαμοντ το αρνήθηκε. Όσον αφορά τα ερωτηματικά που υπάρχουν ως προς την συμπεριφορά άλλων τραπεζών, αλλά και της βρετανικής κυβέρνησης και των βρετανικών ρυθμιστικών αρχών, ο Μ. Ντάιαμοντ είχε ήδη αφήσει αιχμές για τον ρόλο της Τράπεζας της Αγγλίας αλλά και της Επιτροπής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών (FSA) για τον ρόλο τους στο σκάνδαλο. Ενώπιον της επιτροπής δήλωσε ότι η στάση των ρυθμιστικών αρχών «δεν προσέφερε αρκετή στήριξη στην τράπεζα».
Εν τω μεταξύ, όπως μεταδίδει το Ρόιτερ, και οι μέτοχοι της Barclays θέλουν απαντήσεις. «Ποια ήταν η φύση της χειραγώγησης; Ποιοι ήταν μπλεγμένοι και για πόσο καιρό; Είχε κλιμακωθεί; Και αν ναι, για ποιόν είχε κλιμακωθεί;» αναρωτιέται ο Ντομινίκ Ρόσι της Φιντέλιτι, ένας εκ των 10 κορυφαίων επενδυτών της Barclays.
Δεν υποχωρεί για το παραδάκι…
Μόνο από το 2006 – την χρονιά που ξεκίνησε η πρακτική της χειραγώγησης που αποκαλύφθηκε - και μετά ο Μπομπ Ντάιαμοντ είχε πληρωθεί 100 εκατομμύρια λίρες. Όταν ρωτήθηκε από την επιτροπή στην βουλή των Κοινοτήτων εάν θα αρνηθεί να λάβει αποζημίωση από την Barclays ελέω της καταδίκης της τράπεζας και το πόσο των 290 εκ. λιρών που θα πληρώσει για το σκάνδαλο, ο Μ. Ντάιαμοντ απάντησε πως «αυτό είναι κάτι που θα το αποφασίσουν οι μέτοχοι». Όταν ρωτήθηκε γιατί παραιτήθηκε τελικά, ο Μ. Ντάιαμοντ απάντησε πως «μετά από 16 χρόνια υπηρεσίας, αγαπώ την Barclays. Εκεί ξεκινά και εκεί τελειώνει», κατέληξε σε μια αίθουσα γεμάτη με αστυνομική προστασία ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη του περιστατικού που είχε λάβει χώρα όταν είχε εμφανιστεί σε ανάλογη επιτροπή ο Ρ. Μέρντοχ για το σκάνδαλο της News of The World, όταν ένας παριστάμενος του είχε πετάξει γιαούρτι.