Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Όσο γερνώ, μπουσουλώ με τα τέσσερα…

Όσο γερνώ, μπουσουλώ με τα τέσσερα…
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Tου Σωτήρη Μπαμπατζιμόπουλου

[email protected]

Ψύχρα στο λιμάνι. Ψείρες στα μαλλιά των σκύλων. Κάπνα από τα πολλά τσιγάρα και η κουβέρτα μέχρι το λαιμό. Μουντός ο άνεμος. Μουντά τα κτίρια. Μουντοί οι άνθρωποι που βάζουν μπρος στα αυτοκίνητά τους δυσανασχετώντας. Μουντός ο ήλιος. Μουντή η θάλασσα που ελαφρώς μυρίζει. Μπαγιάτικα τα κουλούρια. Μπαγιάτικος και ο άνεμος.

Δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, αυτός 84, αυτή 80, ζουν μαζί, αλλά δεν ζουν. Η εποχή τους έχει προσπεράσει. Το παιδί τους μένει μακριά. Λεφτά δεν έχουν. Μια σύνταξη πρόνοιας, ίσα που βγάζουν τα ψώνια. Τα φάρμακα δύσκολα. Αυτός αν σκύψει, σηκώνεται με δυσκολία, το σώμα του δύσκαμπτο από τα πολλά χρόνια, αλλά συνεχίζει αισιόδοξος. Πιστεύει στην αλλαγή, όμως για τους άλλους είναι απλώς ένας γεροξεκούτης. Ξοφλημένος. Γραφικός. Αυτή έχει παραιτηθεί προ πολλού. Πλέον δεν πιστεύει σε τίποτα. Δεν καταλαβαίνει τίποτα. Δεν καταλαβαίνει τη νέα πολιτική, τη νέα ζωή, το νέο σύστημα. Μονάχα αντλεί μικρές χαρές από μικρά πράγματα. Όσο μπορεί. Νιώθει πως η ίδια είναι βάρος στους πάντες. Οι πάντες θα ήταν καλύτερα χωρίς αυτήν. Κι έτσι επιλέγει την αξιοπρέπεια. Το μοναχικό δρόμο του θανάτου. Ο σύντροφός της (για πόσα χρόνια άραγε; Εξήντα; Μπορεί κι εξήντα) προσπαθεί να δει τα πράγματα αλλιώς. Να κάνει μια νέα αρχή. Αλλά η νέα αρχή φαντάζει ουτοπία. Μουντή η νέα αρχή. Μόνος του δεν θέλει να συνεχίσει. Δεν βρίσκει πως αξίζει τον κόπο. Θεωρεί φρονιμότερο να ακολουθήσει τη σύντροφό του. Ίσως για δυο άτομα, ο μοναχικός δρόμος του θανάτου να είναι περισσότερο υποφερτός.

Η περιγραφή των δυο ηλικιωμένων είναι παρμένη από την ταινία «Επίλογος» του ισραηλινού σκηνοθέτη Αμίρ Μανόρ, η οποία προβλήθηκε στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κι απέσπασε το βραβείο κοινού. Δεν έχει σημασία αν ήταν η καλύτερη ταινία του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος (που δεν ήταν), αλλά το ότι το κατά βάση ελληνικό κοινό συγκινήθηκε από το αυτονόητο. Το πέρας του χρόνου είναι αμείλικτο. Η μοναξιά των γηρατειών ανυπόφορη. Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν παιδιά κι εγγόνια. Σημασία έχει ότι οι άλλοι αποφασίζουν ερήμην σου, κι εσύ ούτε καν μπορείς να καταλάβεις πώς στέλνεται ένα μήνυμα στο κινητό. Οι άλλοι πλέον ορίζουν τη ζωή σου, αποφασίζουν πώς, πού κι αν θα ζεις και πόσα θα σου δίνουν, αλλά ταυτόχρονα σου απαγορεύουν να πεθάνεις διότι δεν έχουν το θάρρος να υποστούν τις ηθικές συνέπειες της απόφασής τους. Το κράτος πρόνοιας σε εξαθλιώνει, αλλά δεν σου χορηγεί ένα καλό δηλητήριο για να φύγεις. Προτιμάει να σε σκοτώσει αργά, να σε ξεφτιλίσει, να σε βάλει να μένεις σ’ ένα ημιυπόγειο και να αναρωτιέσαι ποιος θα σε καθαρίζει όταν δεν θα μπορείς να το κάνεις εσύ.

Το φεστιβάλ κινηματογράφου έκλεισε τις πόρτες του, έριξε την αυλαία την Κυριακή βυθίζοντας την πόλη σε καλλιτεχνική ανοργασμία που θα διαρκέσει μια αιωνιότητα. Ο χειμώνας έρχεται. Το πυροτέχνημα πέθανε. Στο εξής αποκούμπι δεν υπάρχει. Αλεθόμαστε στην καθημερινή μηχανή του κιμά και νιώθουμε ξεπερασμένοι. Στην αρένα περιμένουμε να ανοίξουν οι πορτάρες και να χιμήξουν πάνω μας τα θηρία. Κι εμείς τα καρτερούμε έχοντας κατάθλιψη μπας και μας λυπηθούν.

«Ω, εποχή, μου θυμίζεις τον Καίσαρα, και οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν».

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Όσο γερνώ, μπουσουλώ με τα τέσσερα…

Το Facebook διέγραψε τα προφίλ όλων των βουλευτών της Χρυσής Αυγής