Ανταπόκριση: Λευτέρης Αδαμίδης
Για άλλη μια φορά και φέτος οι Κάννες επιβεβαιώνουν περίτρανα ότι δεν κατέχουν τυχαία τα σκήπτρα του κορυφαίου κινηματογραφικού φεστιβάλ. Κάθε μέρα που περνά το πρόγραμμα γίνεται όλο και καλύτερο και το σημαντικότερο ταινίες που η επιλογή τους είχε δημιουργήσει μέχρι και υποψίες για υποχρεωτικές επιλογές ώστε να γεμίσει το πρόγραμμα, αποδεικνύονται αναπάντεχες εκπλήξεις. Με πρώτο και καλύτερο το «Drive» του Δανού Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν ο οποίος τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην Αμερική και η φιλμογραφία του αποτελείται από ολότελα διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες (η τριλογία Pusher τοποθετημένη στο χώρο των εμπόρων ναρκωτικών και του υπόκοσμου, Fear X, Bronson) με μοναδικό κοινό παρανομαστή την εκρηκτική τους βία. Εδώ ο στιλίστας σκηνοθέτης αποτείνει ένα φόρο τιμής στις αστυνομικές ταινίες της δεκαετίας του ’80 όπως «Ο Άνθρωπος από το Λος Άντζελες» του Γουίλιαμ Φρίντκιν και το «Thief» του Μάικλ Μαν μέσα από την ιστορία ενός κασκαντέρ, οδηγού, αυτοκινήτων που αναλαμβάνει να βοηθήσει τον πρώην φυλακισμένο σύζυγο της γυναίκας με την οποία είναι ερωτευμένος σε μια ληστεία που εξελίσσεται σε ένα μακελειό με ανυπολόγιστες συνέπειες. Με μεγάλο ατού την εσωτερική ερμηνεία του Ράιαν Γκόσλινγκ στο ρόλο του βίαιου, μοναχικού, οδηγού και το νυχτερινό Λος Άντζελες σε εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο ο Ρεφν υπογράφει ένα εντυπωσιακό νέο-νουάρ με σχεδόν ελεγειακούς τόνους, αλλά και διάσπαρτες βίαιες εκρήξεις που σοκάρουν με την ωμότητά τους. Εντυπωσιακή ήταν και η υποδοχή της νέας ταινίας του Πάολο Σορεντίνο «This must be the place», πρώτης του απόπειρας επί αμερικανικού εδάφους με τον Σον Πεν να δίνει κυριολεκτικά ρέστα στο ρόλο του Τσεγιέν ξεπεσμένου γκόθικ ροκ σταρ με μαλλί και μακιγιάζ που παραπέμπουν στον Ρόμπερτ Σμιθ του συγκροτήματος The Cure. Ο Τσεγιέν που μοιάζει καθηλωμένος στην εφηβεία του όταν μαθαίνει το θάνατο του πατέρα του με τον οποίο δεν έχει μιλήσει για 30 τριάντα χρόνια αποφασίζει να ταξιδέψει στις ΗΠΑ για την κηδεία του. Εκεί θα βρεθεί αντιμέτωπος με ό,τι δεν γνώριζε για τον πατέρα του κυρίως την εμμονή του πατέρα του επιζήσαντα από το Άουσβιτς να ανακαλύψει τα ίχνη του Ναζί αξιωματικού που τον βασάνισε και οποίος ζει αποτραβηγμένος στη Γιούτα. Ο Σορεντίνο δείχνει το μοναδικό του ταλέντο καταφέρνοντας να δέσει δύο τόσο διαφορετικές ιστορίες μεταξύ τους φτιάχνοντας μια μοναδική ταινία που είναι ταυτόχρονα μια ιστορία ενηλικίωσης του πρωταγωνιστή μέσα από την επίλυσης της σχέσης του με τον απόντα πατέρα, ένα σχόλιο για την ποπ κουλτούρα όσο και μια σπουδή πάνω στην μνήμη και την εκδίκηση. Σημειώστε επίσης την παρουσία έκπληξη του σπουδαίου Ντέιβιντ Μπερν των Talking Heads ο οποίος υποδύεται τον …εαυτό του και δανείζει τον τίτλο στην ταινία με το ομώνυμο τραγούδι του. Η ταινία μπαίνει και αυτή μαζί με αυτές των Πέδρο Αλμοδοβάρ (La piel que habito), Άκι Καουρισμάκι (Χάβρη), Τέρενς Μάλικ (Το δέντρο της Ζωής) και αδερφών Νταρτνέν (Το παιδί με το ποδήλατο) στα φαβορί για τα μεγάλα βραβεία, ενώ απομένει πλέον μόνο η προβολή της νέας ταινίας του Νούρι Μπίλγκε Τσειλάν «Once Upon a Time in Anatolia».