Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Κριτική για τις ταινίες "Ο Θείος Μπούνμι" και "Στην Καρδιά του Χειμώνα"

Κριτική για τις ταινίες "Ο Θείος Μπούνμι" και "Στην Καρδιά του Χειμώνα"
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Ο Θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Σκηνοθεσία: Απιτσατπόνγκ Βιρασετακούλ

Διάρκεια: 114’

Αξιολόγηση ***

Προβάλλεται στο Ολύμπιον (τηλ. 2310-378404)

Η μέγιστη φεστιβαλική διάκριση με την οποία τιμήθηκε ο Ταϊλανδός σκηνοθέτης με το όνομα – γλωσσοδέτης μπορεί να προκάλεσε πλήθος έκπληκτων αντιδράσεων, αλλά ο ίδιος δεν αποτελεί επ’ ουδενί κάποιον διάττοντα αστέρα. Αντιθέτως, ο Βιρασετακούλ ανέβηκε υπομονετικά και μεθοδικά τα σκαλιά στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα, έχτισε το όνομά του, έπλασε και καθιέρωσε την προσωπική του αισθητική. Όταν το πλήρωμα του χρόνου και της τύχης έφερε τον αγιάτρευτο παραμυθά Τιμ Μπάρτον στην προεδρεία της Κριτικής Επιτροπής των Καννών, η βράβευση ενός εξωτικά γοητευτικού Διόσκουρου ήταν απλώς η φυσική κατάληξη.

Προς επίρρωση πάντως της φυσιολογικής ανέλιξης του Βιρασετακούλ να σημειώσουμε πως η πρόσφατη βράβευσή του δεν ήταν η πρώτη που έλαβε στη γαλλική Ριβιέρα. Το 2002 πρώτευσε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» («Χρυσός Αλέξανδρος» και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) με το «Για πάντα δικός σου», ενώ δύο χρόνια αργότερα εισέπραξε το Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής με το «Tropical Malady». Παράλληλα, δεν πρόκειται για όνομα άγνωστο στο ελληνικό κοινό καθότι το 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσίασε ρετροσπεκτίβα του έργου στο πλαίσιο του τμήματος «Ημέρες Ανεξαρτησίας». Ο αγαπητός Απιτσατπόνγκ, καθώς λοιπόν παρέλαβε τον Χρυσό Φοίνικα τον προηγούμενο Μάη, δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει κάποιους από τους δομικούς συντελεστές της ταινίας του, δηλαδή τα πνεύματα, τα φαντάσματα και όλα τα πλάσματα της βορειοδυτικής Ταϊλάνδης. Για όσους σπεύσουν να χαχανίσουν, η δήλωση αυτή είναι σίγουρα πολύ πιο πραγματιστική και επιβεβλημένη από οποιαδήποτε αντίστοιχη δυτικότροπη ή μουσουλμανική, η οποία θα εξυμνούσε τον Θεό ή τον Αλλάχ για την αφανή ανεκτίμητη βοήθειά του.

Κάπως έτσι εισερχόμαστε στον κυρίως πυρήνα ενός φιλμικού σύμπαντος ολότελα διαφορετικού από τα ειωθότα αλλά εξ ορισμού ίσου και αυθύπαρκτου, όπως άλλωστε μας είχε πληροφορήσει εδώ και καιρό ο στρουκτουραλιστής Κλοντ - Λεβί Στρος, ο οποίος μας είχε ξεκαθαρίσει μια και καλή πως κάθε πολιτισμός υφίσταται και αναπτύσσεται «καθ’ εαυτός» και «δι’ εαυτόν», διατρανώνοντας την αυτάρκειά του. Σε ένα κόσμο όπου οι πύλες μεταξύ ζωής και θανάτου, ορατού και α(δι)όρατου είναι μονίμως ορθάνοιχτες και φιλόξενες, όπου οι αποθανόντες συνυπάρχουν αβίαστα και ακατάπαυστα με τους ζωντανούς υλοποιώντας την πνευματικότητα της έννοιας του θνητού, τέτοιου είδους διαχωρισμοί μπορούν να θεωρηθούν εκ των πραγμάτων άτοποι. Επιπλέον, αν υπάρχει ένας δίαυλος που θα αποτυπώσει τη γέφυρα που ενώνει κόσμους θεωρητικά αγεφύρωτους είναι σίγουρα ο κινηματογράφος, το εργαλείο που «ενώνει τον κόσμο με την αντίληψη μας για αυτόν, που συμπυκνώνει το εσωτερικό με το εξωτερικό», όπως είχε πει ο μεγάλος θεωρητικός του σινεμά, Ζυλ Ντελέζ. Το τέλος δεν έρχεται ακριβώς ποτέ ή έρχεται πολλαπλές φορές ανάλογα με την οπτική που θα επιλέξει ο καθένας.

Ο Βιρασετακούλ εκμεταλλεύεται κάθε ρανίδα αυθεντικού φωτός, κάθε φυλλωσιά και εικονογραφεί μαγευτικά τη ζούγκλα της πατρίδας του, αξιοποιώντας και τα εφόδια που απέκτησε από την πολυσχιδή θητεία του στο χώρο των εικαστικών. Μας δίνει μαγευτικές σεκάνς όπως η εναρκτήρια, η οποία δίνει τον τόνο και το στίγμα. Δεν υπάρχει καμία a priori υπεροχή ή διαφορετικότητα του ανθρώπου σε σχέση με τη φύση που τον περιβάλλει. Παράλληλα με το προαναφερθέν φιλοσοφικό υπόβαθρο, χτίζεται και ένα κοινωνικό φόντο, με πλείστες αναφορές, τόσο ευθείες λεκτικές ή σεναριακές όσο και νεφελώδεις, όπως το τι εν τέλει αντιπροσωπεύουν τα μυστηριώδη μαλλιαρά τέρατα που περιδιαβαίνουν το χώρο με βήμα καταραμένο. Εξάλλου, η ταινία αποτελεί κομμάτι του «Primitive Project», ενός ευρέος καλλιτεχνικού πονήματος που έχει ως σκοπό (και) να αναμοχλεύσει βίαιες πολιτικές μνήμες της χώρας. Δεν θα μπορούσε πάντως να ειπωθεί πως όλα κυλούν ρόδινα και δίχως αδυναμίες, παρά το ότι αυτές τείνουν να επικαλυφθούν από το γοητευτικό περίβλημα. Ο Βιρασετακούλ αρνούμενος τόσο ισοπεδωτικά να διαπραγματευτεί με όρους λογικής, θεωρώντας την μία τρόπον τινά παρά φύσιν διαδικασία, καταβαραθρώνει ανά στιγμές τη λειτουργικότητα των κάδρων και των εικόνων του, λησμονώντας πως πρόκειται ούτως ή άλλως για ένα είδος κατασκευής. Υποκύπτει λοιπόν ενίοτε σε ένα πειρασμό αυταρέσκειας, βυθιζόμενος ασύστολα στο καθεστώς αυτού του ναρκοληπτικού ανιμισμού της αισθητικής του, στην περιττή επανάληψη των μοτίβων του, χωρίς πάντως να αναιρεί το θετικό του πρόσημο.

τίτλος; Στην καρδιά του χειμώνα

Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος

Σκηνοθεσία: Ντέμπρα Γκράνικ

Παίζουν: Τζένιφερ Λόρενς, Τζον Χοκς, Γκάρετ Ντίλαχαντ, Σέριλ Λι

Διάρκεια: 100΄

Αξιολόγηση: ****

Προβάλλεται στο Bακούρα 1 (τηλ 2310 233665)

Η Ρι είναι μια 17χρονη κοπέλα που ζει με την αυτιστική μάνα της και τα δυο μικρότερα αδέρφια της στα βουνά Ozark στην καρδιά των Η.Π.Α.. Το σπίτι τους μια ξύλινη προκάτ κατασκευή και η καθημερινότητα το λιγότερο σκληρή. Η Ρι πρέπει να φροντίζει για τα πάντα, να πηγαίνει τους αδερφούς της στο σχολείο, να αποδέχεται τις ευγενικές παροχές της γειτόνισσας, να κυνηγάει ελάφια ή ό,τι κάτσει, να καταπίνει τον εγωισμό της και να παλεύει σαν αγρίμι σηκώνοντας οριακά το βάρος της οικογένειας. Σύντομα, όμως, η κατάσταση θα επιδεινωθεί όταν ο σερίφης της περιοχής ανακοινώσει στη Ρι πως ο πατέρας της βγήκε από τη φυλακή βάζοντας ως εγγύηση το σπίτι και... εξαφανίστηκε. Αν δεν παρουσιαστεί στο δικαστήριο σε μια εβδομάδα, το σπίτι, ύστατος πυρήνας πολιτισμού, θα χαθεί. Η μόνη λύση είναι η Ρι να βρει τον πατέρα της ζωντανό ή νεκρό. Μόνο που στην αναζήτησή της δεν θα έχει κανέναν σύμμαχο, αφού η πρωτόγονα δομημένη μικροκοινωνία στηρίζει την επιβίωσή της στην παραγωγή χημικών ναρκωτικών σε αυτοσχέδια εργαστήρια (κρακ) κι ο πατέρας της ήταν χωμένος βαθιά.

Στις Η.Π.Α. εκτός από τους ουρανοξύστες του Μανχάταν, τη γέφυρα του Σαν Φρανσίσκο και την φινετσάτη ζωή στο Λος Άντζελες υπάρχουν αχανείς εκτάσεις, όπου η ζωή κυλά πίσω από το αμερικάνικο όνειρο. Στα πλευρά των εθνικών οδών σε κοντέινερ και τροχόσπιτα, σαν άλλες φαβέλες μακριά όμως από τα αστικά κέντρα, ζουν σε οριακές συνθήκες οι τελευταίες τρύπες του ζουρνά. Στην οργιώδη βλάστηση των βουνών, σε ειδυλλιακά τοπία με άφθονο νερό ζούνε σε προκάτ κατασκευές άνθρωποι που το σχολείο τους είναι η βιοπάλη και που ο μόνος τρόπος για να πιάσουν την καλή είναι... παραπλεύρως. Διότι οι οικονομικές κάστες καλά κρατούν και οι λίγοι τυχεροί που ξεκινάνε από τον πάτο και καταφέρνουν να αναρριχηθούν είναι μονάχα τα φωτεινά παραδείγματα που τρέφουν με ψευδαισθήσεις όσους ακόμα δεν έχουν χάσει την ελπίδα τους. Η Ρι κινείται σ’ έναν κόσμο που θαρρείς δεν υπάρχει. Μια μαφία βουνίσια, προσαρμοσμένη στους αδίστακτους νόμους της φύσης, άκρως πατριαρχική, που σέβεται το κληρονομικό αίμα που ρέει στις φλέβες και στηρίζει τη λειτουργία της σ’ έναν παραδοσιακό, άγραφο κώδικα. Οι ντόπιοι μοιάζουν με θηρία, αναχρονιστικοί καουμπόηδες που ζούνε σε καταυλισμούς, όμως διατηρούν την ανθρωπιά τους με νύχια και με δόντια. Κι αυτό διότι ο φακός της σκηνοθέτιδας Ντέμπρα Γκράνικ (επιτέλους μια γυναίκα...) τους αγκαλιάζει, τους παρατηρεί με ζεστασιά, τα βίαια ξεσπάσματά τους, τον καθημερινό αγώνα τους, τη βία η οποία τίθεται ως επιλογή μονόδρομος. Η Ρι έρχεται αντιμέτωπη με ταμπού, φήμες, μυστικά και μια κοινωνική δομή που πρέπει να σπάσει τόσο όσο χρειάζεται προκειμένου αυτή να επιβιώσει και παράλληλα να μην ταραχθεί το άτυπο καθεστώς και να μην αμφισβητηθεί το κύρος του Μεγάλου Άντρα, αυτού που επιβλέπει την μικροκοινωνία σαν βασιλιάς των ζώων.

Η ταινία έχει προταθεί για 4 Όσκαρ, αλλά μάλλον δεν θα πάρει κανένα (ίσως μονάχα λάβει το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου, αν και είναι λίγο δύσκολο)... Η ακαδημία πάντα προτείνει χαριστικά μια ανεξάρτητη παραγωγή, αλλά τα βραβεία πάνε συνήθως στα μεγάλα ψάρια. Και μάλιστα στα μεγάλα ψάρια που αν και είναι πελώρια, δεν ταράζουν καθόλου τα νερά. Εν πάση περιπτώσει η Ντέμπρα Γκράνικ ξέρει πολύ καλά τη δουλειά της και παραδίδει μαθήματα απλότητας, ευστοχίας, υπαινιγμού αποσπώντας ταυτόχρονα εξαιρετικές ερμηνείες απ’ όλους τους ηθοποιούς με ηγέτιδα τη νεαρή Τζένιφερ Λόρενς. Το πιο σημαντικό απ’ όλα, όμως, είναι πως η Ντέμπρα Γκράνικ αν και είναι ένα μικρό ψάρι, καταφέρνει να ταράξει τα νερά.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η Λιβύη εγκαταλείπει τον Καντάφι

Πακέτο «φονιάς» 25 δισ. ευρώ χτυπάει την πόρτα μας