Στη δημιουργία ενός είδους "εμβολίου", που θα θεραπεύει το διαβήτη τύπου 1, προσανατολίζονται οι έρευνες του Έλληνα καθηγητή του τμήματος Παιδιατρικής και Ανθρώπινης Γενετικής του Πανεπιστημίου Μακ Γκιλ του Καναδά, Κωνσταντίνου Πολυχρονάκου. Ουσιαστικά, τον τελευταίο χρόνο οι προσπάθειες της ομάδας του κ. Πολυχρονάκου στρέφονται στη δημιουργία ενός εξειδικευμένου ανοσοκατασταλτικού, το οποίο θα έχει ως στόχο τα λεμφοκύτταρα που καταστρέφουν τα νησίδια Λάγκερχανς του παγκρέατος, τα οποία παράγουν την ινσουλίνη.
«Ο διαβήτης τύπου 1 είναι μια αυτοάνοση αρρώστια. Το ανοσοποιητικό σύστημα αδυνατεί να αναγνωρίσει τα νησίδια του Λάνγκερχανς σαν μέρος του οργανισμού, επιτίθεται σε αυτά και τα καταστρέφει. Υπάρχουν διάφορα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για να επηρεάσουμε το ανοσοποιητικό σύστημα. Το πιο χονδροειδές είναι η ανοσοκαταστολή, η οποία έχει δοκιμαστεί, χωρίς ωστόσο να είναι αποτελεσματική 100%. Όμως, η ανοσοκαταστολή είναι κάτι το οποίο αποφεύγουμε, διότι όταν αδρανοποιήσει κανείς το ανοσοποιητικό σύστημα ανοίγει την πόρτα στις λοιμώξεις. Δηλαδή, οι παρενέργειες μπορεί να είναι πιο σοβαρές απ' αυτό που προσπαθούμε να θεραπεύσουμε. Αυτό που θα ήταν η ιδανική θεραπεία είναι η ειδική ανοσοκαταστολή, δηλαδή να καταστείλουμε μόνο τα λεμφοκύτταρα, που αναγνωρίζουν την ινσουλίνη. Στο εργαστήριό μου κάνουμε προσπάθεια να απομονώσουμε αυτά τα κύτταρα, δηλαδή να τα ξεχωρίσουμε από το υπόλοιπο ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η μεγαλύτερη ελπίδα, όχι μόνο για την πρόληψη, αλλά και για τη θεραπεία του διαβήτη», εξηγεί σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Πολυχρονάκος.
Προς το παρόν, η ομάδα του κ. Πολυχρονάκου προσπαθεί να ανιχνεύσει σε διαβητικούς, που μόλις έχουν διαγνωστεί, τα ειδικά λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν και καταστρέφουν την ινσουλίνη στο αίμα. «Στην πρώτη φάση της έρευνας, προσπαθούμε να δούμε πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτά τα λεμφοκύτταρα, ενώ στη δεύτερη φάση θα δούμε πώς μπορούμε να τα καταστείλουμε», τονίζει. Προσθέτει ότι πριν γίνουν μελέτες στον άνθρωπο πρέπει να γίνουν πειράματα σε ποντίκια. «Μακροπρόθεσμα, είμαι αισιόδοξος. Στο μεταξύ, όμως, τα παιδιά με διαβήτη και οι γονείς τους πρέπει να φροντίζουν για τη σωστή αντιμετώπιση και τον έλεγχο του σακχάρου, έτσι ώστε να προληφθούν οι επιπλοκές», προσθέτει.
Να σημειωθεί ότι οι έρευνες του κ. Πολυχρονάκου στρέφονται στην εύρεση των γονιδίων που προδιαθέτουν για το διαβήτη τύπου 1, ο οποίος εμφανίζεται σε ένα στα 200-300 παιδιά, και είναι λιγότερο συχνός από το διαβήτη τύπου 2, που πλήττει κύρια μεγαλύτερα άτομα και η συχνότητα εμφάνισής του αυξάνει στις μεγαλύτερες ηλικίες. Ο καθηγητής θεωρεί ως μακρινό ενδεχόμενο τη γονιδιακή θεραπεία του διαβήτη, τονίζει, όμως, ότι μπορεί με τη γνώση των γονιδίων να δημιουργηθούν πιο απλές θεραπείες, ώστε να μη χρειαστεί η γονιδιακή.
Ο καταγόμενος από την Έδεσσα καθηγητής Πολυχρονάκος αναγορεύεται σήμερα επίτιμος διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Ο κ. Πολυχρονάκος είναι διεθνώς καταξιωμένος για τις πρωτοπόρες έρευνές του στο διαβήτη τύπου 1 και το γενετικό του υπόστρωμα και έχει κατοχυρώσει τίτλο ευρεσιτεχνίας για τεστ DNA, για την πρόγνωση του αυτοάνοσου διαβήτη. Επίσης, έχει υποβάλει αιτήσεις για την κατοχύρωση άλλων έξι τίτλων ευρεσιτεχνίας, σε Καναδά, ΗΠΑ και Ευρώπη.