Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Κριτική για τις ταινίες "Οι Ρυθμιστές" και "Όταν θέλω να σφυρίζω, σφυρίζω"

Κριτική για τις ταινίες "Οι Ρυθμιστές" και "Όταν θέλω να σφυρίζω, σφυρίζω"
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

τίτλος; Οι ρυθμιστές

Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος

Αξιολόγηση: ***

Σκηνοθεσία: Τζορτζ Νόλφι

Παίζουν: Ματ Ντέιμον, Έμιλι Μπλαντ, Τέρενς Σταμπ, Τζον Σλέιτερι

Διάρκεια: 107΄

Προβάλλεται: Odeon Πλατεία τηλ.2310-290290 αίθουσα 1, Village Mediterranean Cosmos τηλ.2310-499999, 801 1009191 αίθουσες 4, 7 & 9, Ster City Gate τηλ.801-8017837 αίθουσα 1, Ster Μακεδονία τηλ.801 801 7837 αίθουσες 2 & 10

Είναι όλη μας η ζωή προδιαγεγραμμένη; Τελικά ήταν γραφτό να μη χυθεί ο καφές πάνω μου, να προλάβω το λεωφορείο και να συναντήσω την πανέμορφη κοπέλα που ερωτεύτηκα σε δυο λεπτά; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Πεπρωμένο, μοίρα, τρεις γυναίκες, η μια γνέθει, η άλλη ορίζει, η τρίτη κόβει. Τι θα λέγατε αν αντί για όλα αυτά, υπήρχαν κάποιοι τύποι παντοδύναμοι ντυμένοι στα μαύρα, που κινούνται ανάμεσά μας κουβαλώντας ένα βιβλίο με το... Σχέδιο, τις προδιαγεγραμμένες πορείες μας και πως δουλειά τους ήταν να φροντίζουν να μην λοξοδρομεί κανείς; Ναι, αυτοί μεριμνούν για την ορθή πορεία των πραγμάτων, αυτοί είναι οι ρυθμιστές από το γραφείο ρυθμίσεων κι έχουν βάλει στο μάτι τον αποτυχημένο υποψήφιο γερουσιαστή Ντέιβιντ Νόρις (Ματ Ντέιμον) ο οποίος δεν θα έπρεπε ποτέ να ερωτευτεί τη μυστήρια χορεύτρια Ελίζ (Έμιλι Μπλαντ) διότι θα χυθεί η παγκόσμια καρδάρα με το γάλα. Βέβαια, μεταξύ μας τώρα, μπαίνουν χαλινάρια στον εξ Αμερικής κινηματογραφικό έρωτα; Μήπως, όπως λένε οι περισσότεροι από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο έρωτας μπορεί να υπερπηδήσει τη λογική της συνέχειας, να προσπεράσει το πεπρωμένο και να ορίσει τις ζωές των ερωτευμένων από την αρχή; Η ιδέα της ταινίας βασίζεται ελαφρώς σ’ ένα διήγημα του τελείως φλιπαρισμένου και πολιτικοποιημένου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ (βλέπε “Blade runner”, “Minority report”, “A scanner darkly”, “Ολική επαναφορά” και πολλά άλλα). Λέω «ελαφρώς» διότι το όνομά του, ως είθισται, χρησιμοποιείται περισσότερο για εμπορικούς λόγους, αφού η νοσηρή και ψυχεδελική ατμόσφαιρα της πρωτότυπης ιστορίας με τις φιλοσοφικές και πολιτικές προεκτάσεις (μας ελέγχουν, δεν το καταλαβαίνετε;) μετατρέπεται εντέλει σ’ ένα κλασικό απολιτίκ λαβ στόρι, στο οποίο οι δυο χαρακτήρες πρέπει να υπερνικήσουν θεούς και δαίμονες προκειμένου να πλαγιάσουν ανενόχλητοι μαζί στο κρεβάτι της ουτοπικής κινηματογραφικής ευτυχίας. Επομένως λίγη σημασία έχει αν οι ζωές μας κρέμονται σε μια κλωστή κι αν το ψαλίδι το ‘χουν κάποιοι προνομιούχοι (ποιοι;), αρκεί το αγόρι να βρει το κορίτσι. Ο Ματ Ντέιμον εδώ και χρόνια έχει καθιερωθεί ως ο νέος άντρας δράσης. Μιλάμε για το νέο μοντέλου του γοητευτικού κι ευάλωτου ανθρώπου, ο οποίος όμως ξέρει να τρέχει γρήγορα όταν τον κυνηγάνε, δίνει ξύλο όταν χρειαστεί και είναι άκρως αποτελεσματικός όσο αφορά τους κακούς και τις... γυναίκες. Και φυσικά ο ταλαντούχος Ματ Ντέιμον, ως συνήθως, κάνει τη δουλειά του μια χαρά και η παρτενέρ του, Έμιλι Μπλαντ, τα πάει εξίσου περίφημα. Δυστυχώς, όμως, ο έμπειρος σεναριογράφος αλλά πρωτάρης σκηνοθέτης Τζορτζ Νόλφι θυσιάζει την ευκαιρία για ένα φιλοσοφικό ντελίριο και μια πιο ακραία αισθητική (ψάξτε σε DVD την πολύ δυνατή ταινία επιστημονικής φαντασίας “Dark city” του Άλεξ Πρόγιας) στο βωμό μιας πιο εύπεπτα ατμοσφαιρικής κι εμπορικής αφήγησης. Αλλά ας έχει... Αν σας αρέσει λίγο η περιπέτεια, τα κυνηγητά, ο έρωτας, αν σας αρέσει έστω και λίγο η επιστημονική φαντασία (μην ανησυχείτε, δεν έχει σπαζοκεφαλιές στιλ “Inception” ούτε αλυσιδωτές εκρήξεις) βαδίζετε στη σωστή αίθουσα. Κι αν είστε σε χαλαρή διάθεση έχοντας αφήσει τις υψηλές απαιτήσεις στο σπίτι και συγχρόνως ομολογείται πως είστε μια σταλίτσα ματντεμονικοί, τότε σας το εγγυώμαι, θα περάσετε μια χαρά...

τίτλος: Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Αξιολόγηση: ****

Σκηνοθεσία: Φλορίν Σέρμπαν

Παίζουν: Γκεόργκε Πιστιρεάνου, Άντα Κοντεέσκου, Μιχαήλ Κονσταντίν.

Διάρκεια: 94’

Προβάλλεται στο Μακεδονικόν (τηλ 2310 261727)

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Φλορίν Σερμπάν έφυγε από το πρόσφατο Φεστιβάλ του Βερολίνου με την Αργυρή Άρκτο στις αποσκευές του και επιβεβαίωσε για πολλοστή φορά την άνθιση ενός κινηματογραφικού λουλουδιού, του νέου ρουμανικού κινηματογράφου. Σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση και πλέον, όσο και να κρίνονται πάντα αποφευκτέες οι χονδροειδείς κατηγοριοποιήσεις, μία στοιχειώδης χαρτογράφηση είναι πλέον ορατή και εφικτή. Σκηνοθέτες που έπλασαν την καλλιτεχνική τους ταυτότητα μέσα στο μακρύ ταξίδι της ρουμανικής κοινωνίας στη νύχτα της περιόδου του Τσαουσέσκου, δίχως παράλληλα να μπορούν να αφεθούν στο αποκούμπι κάποιου ονειρεμένου παρόντος ή κάποιου ευεπίφορου μέλλοντος. Όπως ακριβώς και η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία του Κριστιάν Μουνγκίου «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες», το «Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω» πατάει πάνω στο εύρημα μίας αντίστροφης μέτρησης, μίας κλεψύδρας με άμμο που λιγοστεύει απειλητικά και αντιστρέφει τους όρους της πραγματικότητας, στρεβλώνοντάς την ανεπανόρθωτα. Το φαινομενικά ευτυχές γεγονός της απελευθέρωσης δεν είναι πλέον αρκετό και η προσμονή των τελευταίων στιγμών μετατρέπεται σε αγωνιώδη αναμονή.

Η εναρκτήρια σκηνή διφορούμενη, αμφίσημη, σαν οποιοδήποτε σημείο ενός κύκλου που μπορεί να εκληφθεί τόσο ως αφετηρία όσο και ως κατάληξη. Πρόκειται για την αρχή μίας πορείας στο σκοτάδι ή για το υποτιθέμενο τέλος της; Το παρελθόν σκιαγαραφείται με αδρές γραμμές, το περίγραμμα είναι αρκετό, οι λεπτομέρειες μόνο να προσθέσουν βάρος μπορούν παρά να ελαφρύνουν το φορτίο. Ο τόνος νατουραλιστικός, αφοπλιστικά απλός, σαν να βλέπουμε τους αδερφούς Νταρντέν να μεταφέρουν το «Παιδί» τους από το Βέλγιο στη Ρουμανία. Μεστή και απέριττη διείσδυση στο μικρόκοσμο του εγκλεισμού, του απατηλού σωφρονισμού. Ένας υπομονετικός τρόφιμος, ο οποίος εξέτισε υποδειγματικά την ποινή του, βλέπει την όποια υποτυπώδη φυσιολογικότητα λαχταρούσε να γκρεμίζεται δίχως προειδοποίηση. Το ξέσπασμά του δεν είναι λιγότερο τυφλό από την ίδια τη ζωή. Μέσα από σιωπές, τρεμάμενη κάμερα, πλάνα που απεικονίζουν τον κεντρικό ήρωα από πίσω και γκρο πλαν στο πρόσωπο, ο Σέρμπαν αποτυπώνει την υποκειμενική ροή του χρόνου, την προσωπική βιωματική ματιά στα δρώμενα, την αβεβαιότητα των προσεχών κινήσεων. Μία μέρα είναι ικανή να φέρει τα πάνω κάτω, μία οποιαδήποτε «σκυλίσια» μέρα όπου όλα τελειώνουν και σβήνουν.

Η ένταση μαζεύεται σαν ελατήριο και αφήνεται στην πλήρη της έκταση την κατάλληλη στιγμή. Με όποιο άγαρμπο και ανεπαρκές μέσο διαθέτει, ο ήρωάς μας θα διεκδικήσει τον ρόλο που θεωρεί που του αναλογεί, το δικό του κομμάτι στην πίτα της οικογένειας, του έρωτα και της ελευθερίας, χωρίς να είναι οπλισμένος με την ασπίδα της ονειροπόλου ψευδαίσθησης. Ο δρόμος προς την ελευθερία και την ευτυχία δεν διαρκεί παρά λίγα χιλιόμετρα και κάποιες ρουφηξιές καφέ. Ο επίλογος δεν φανερώνει καμία αίσθηση συνέχειας, καμία υπόνοια για το μέλλον, το οποίο θα συγχωνευθεί άμεσα με ένα άχρονο παρόν, υπό τους ήχους ενός τραγουδιού που μάλλον εμπαίζει υπαινικτικά παρά παρηγορεί.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Βρέθηκε στη φυλακή για μια…κολοκύθα!

Τις προτάσεις της ΝΔ για την κρίση μεταφέρει στο Ελσίνκι ο Αντ. Σαμαράς