Για πολλούς πολίτες, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις, η εξυπηρέτηση παλαιών οφειλών αποτελεί μία ακόμη σταθερή επιβάρυνση στον μηνιαίο προϋπολογισμό. Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη όταν, παράλληλα με τη δόση μιας ρύθμισης, πρέπει να εξυπηρετούνται κανονικά και όλες οι τρέχουσες φορολογικές, ασφαλιστικές και καθημερινές υποχρεώσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αλλαγές που έχουν ανακοινωθεί και αναμένεται να νομοθετηθούν για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ο ανώτατος αριθμός των δόσεων προβλέπεται να αυξηθεί από 72 σε 120, με ελάχιστη μηνιαία καταβολή 30 ευρώ και επιτόκιο 5,84%. Στη νέα ρύθμιση θα μπορούν να συμπεριληφθούν οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, εφόσον δεν βρίσκονταν σε καθεστώς ρύθμισης στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Η προθεσμία υποβολής αίτησης προβλέπεται έως τις 30 Ιουνίου 2027, ενώ όσοι έχουν ήδη υπαχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων θα μπορούν, κατόπιν αίτησης, να μεταβούν στις 120. Για τις νεότερες οφειλές, από 1/1/2025 και μετά, παραμένει η πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων.
Παράλληλα, δεν πρέπει να παραβλέπεται ο εξωδικαστικός μηχανισμός, ο οποίος, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, παρέχει δυνατότητα έως 240 δόσεων για οφειλές προς Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία και μπορεί να συμπεριλάβει οφειλές προς τράπεζες και servicers.
Χρειάζεται, ωστόσο, μία ουσιώδης επισήμανση: οι 120 δόσεις δεν αποτελούν ακόμη ενεργή ρύθμιση. Αναμένεται η ψήφιση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου και η εξειδίκευση των όρων εφαρμογής του.
Η αύξηση των δόσεων μπορεί ασφαλώς να μειώσει τη μηνιαία επιβάρυνση. Δεν εξαφανίζει, όμως, το χρέος ούτε αποτελεί από μόνη της λύση στο ευρύτερο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες δόσεις θα προβλέπει τελικά ο νόμος, αλλά εάν η ρύθμιση θα είναι βιώσιμη στην πράξη, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετεί το παλαιό χρέος χωρίς να δημιουργεί ταυτόχρονα νέες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.