τίτλος; London Boulevard
Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος
Αξιολόγηση: **
Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Μόναχαν
Διάρκεια: 104΄
Παίζουν: Κόλιν Φάρελ, Κίρα Νάιτλι, Ντέιβιντ Θιούλις, Μπεν Τσάπλιν, Ρέι Γουίνστοουν
Προβάλλεται: Odeon Πλατεία τηλ.2310-290290 αιθ 4, Village Mediterranean Cosmos τηλ.2310-499999, 801 1009191 αιθ 4 και 9, Ster City Gate τηλ.801-8017837 αιθ 1, Ster Μακεδονία τηλ.801 801 7837 αιθ 1 και 11
Ο Μίτσελ (Κόλιν Φάρελ) είναι ένας σκληρός άντρας (ε, τι άλλο θα ήταν;) που αποφυλακίζεται μετά από τρία χρόνια και πλέον δηλώνει αναμορφωμένος. Το τι δηλώνει αυτός, όμως, λίγη σημασία έχει αφού οι γνωριμίες του ένοχου παρελθόντος τον κυνηγάνε σαν Ερινύες και θέλουν να τον βυθίσουν ξανά στο βούρκο της ακολασίας, δηλαδή στο Λονδρέζικο υπόκοσμο. Μόνη σανίδα σωτηρίας φαίνεται να είναι όχι η πίστη στα θεία, αλλά κάτι αντίστοιχο: μια καλλονή σταρ ηθοποιός, η Σαρλότ (Κίρα Νάιτλι), η οποία ζει με έναν περίεργο τύπο (κάτι σαν μπάτλερ-οικονόμος-σύμβουλος-ευνουχισμένος φίλος) αποκλεισμένη και βασανισμένη, αφού σε κάθε δημόσιά της εμφάνιση πετάγονται οι παπαράτσι να την καταβροχθίσουν με τα φλας τους. Ο Μίτσελ προτίθεται να την προστατέψει, όμως κάνει το μέγα λάθος να την ερωτευτεί κι εκεί αρχίζει το μπάχαλο, αφού ως γνωστόν έρωτας δίχως εμπόδια είναι καφές ντεκαφεϊνέ. Διότι για να το πάρει το κορίτσι πρέπει να τα βάλει με τον αρχιμαφιόζο της γειτονιάς και προφανώς εκεί που σταματούν τα λογικά επιχειρήματα, αρχίζει το μακελειό.
Το βουλεβάρτο των κατεστραμμένων ονείρων είναι φτιαγμένο από το κινηματογραφικό υλικό των μύθων και των φαντασιώσεων. Ο καταραμένος αντιήρωας που χάνεται στη βροχή, σκυφτός, με το τσιγάρο σβησμένο να κρέμεται στα χείλη του, η μοιραία γυναίκα που ποτέ δεν κατάφερε να γίνει αυτό που ήθελε και τώρα, ευαίσθητη ρουφάει αδηφάγα τον καταδικασμένο έρωτα. Και φυσικά, η φαντασίωση του χαλαρού αφανούς άντρα που γνωρίζει στο μπαρ την απροστάτευτη σταρ και τη σώζει από τα μύρια κακά του κόσμου. Μόνο που εγώ, εσύ, αυτός, ο έχων τριχόπτωση συμβιβασμένος Έλληνας, με τα έξτρα λίπη στην κοιλιακή χώρα, την πεσμένη ψυχολογία, τα λίγα λεφτά και τη βαρεμάρα του καναπέ δεν θα γνωρίσει (και δεν θα σώσει) ποτέ την Κίρα Νάιτλι. Άλλωστε αυτή είναι και μια από τις πολλές μαγείες του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας. Το ανοιχτό παράθυρο σ’ έναν κόσμο φαντασίας που ο τροχός γυρίζει συνέχεια και οι ήρωες-φαντασιώσεις αλωνίζουν ξέφρενα. Ο έμπειρος σεναριογράφος Γουίλιαμ Μόναχαν («Ο πληροφοριοδότης») αναπλάθει το μύθο του βουλεβάρτου του Λονδίνου, εναλλάσσοντας σκηνές χιούμορ, έρωτα και βίας, και αποφασίζει για πρώτη φορά να στηθεί πίσω από την κάμερα έχοντας στα χέρια του μια ομάδα εξαίρετων ηθοποιών. Ο γλυκόφατσας Κόλιν Φάρελ υποδύεται με άνεση τον λύκο που θέλει να γίνει αρνί, αλλά δεν μπορεί, ενώ ο Ντέιβιντ Θιούλις είναι απολαυστικός στο ρόλο του δεξιού χεριού της Κίρα Νάιτλι. Όμως τρεις κούκοι δεν φέρνουν την άνοιξη και η αίσθηση που μένει είναι πως το παιχνίδι κάπου χάνεται. Λίγο η τραβηγμένη από τα μαλλιά ιστορία αγάπης, λίγο ο αχταρμάς σκηνών βίας και η μπλεγμένη πλοκή, λίγο η ατολμία του πρωτάρη σκηνοθέτη να τραβήξει την αισθητική στα άκρα αντί να ακολουθήσει την πεπατημένη, στερούν από την ταινία τη δυνατότητα να παρασύρει ολοκληρωτικά το θεατή σ’ ένα δίωρο ταξίδι σκοτεινών ονείρων. Δεν πειράζει, υπάρχει μια ταινία παρόμοιας θεματικής η οποία τα κατάφερε πολύ καλύτερα και την οποία προτείνω ανεπιφύλακτα: «Υπόθεση Καρλίτο» του Μπράιαν Ντε Πάλμα με τον Αλ Πατσίνο. Μια υπέροχη πρόταση για DVD.
τίτλος; Μέσα από τις φλόγες
Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Αξιολόγηση: *** 1/2
Σκηνοθεσία: Ντενί Βιλνέβ
Παίζουν: Λούμπνα Αζαμπάλ, Μελίσα Ντεζορμό, Μαξίμ Γκοντέτ, Ρεμί Ζιράρ
Διάρκεια: 130’
Προβάλλεται στο Μακεδονικόν (τηλ 2310 261727)
Η ταινία του Καναδού σκηνοθέτη Ντενί Βιλνέβ αποτέλεσε μία από τις τέσσερις συνυποψήφιες του «Κυνόδοντα» για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, επικυρώνοντας θριαμβευτικά μία μακρά φεστιβαλική διαδρομή με 11(!) στάσεις, μεταξύ των οποίων και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου θεατρικού έργου (Incendies) του Λιβανέζου θεατρικού συγγραφέα, Ουαζντί Μουαβάντ (Wajdi Mouawad), το οποίο έκανε πρεμιέρα στο Παρίσι το 2003. Ο Βιλνέβ αλλάζει τη δραματουργική δομή του έργου, το οποίο στην αυθεντική του μορφή εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου σε ένα δωμάτιο, μετατρέποντάς το σε ένα μακρύ και δύσβατο road movie στο χωροχρόνο και την ανθρώπινη μνήμη. Επιπλέον, ενώ στη θεατρική εκδοχή είναι εξαρχής ολοφάνερο πως το ιστορικό υπόβαθρο της πλοκής είναι ο Λιβανέζικος εμφύλιος πόλεμος, ο Βιλνέβ αποφεύγει να ονοματίσει ξεκάθαρα τη χώρα της Μέσης Ανατολής, όπου οι ήρωές του αναζητούν τη δική τους καθαρκτική αλήθεια.
Μία από τις πλέον διάσημες ρήσεις του Ηράκλειτου υποστηρίζει πως «πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους». Το νόημα της φράσης υπονοεί πως μέσω της σύγκρουσης και της αντίθεσης προκύπτει η δημιουργία, κάτι σαν προπομπός της χεγκελιανής και της μαρξιστικής διαλεκτικής. Στην περίπτωσή μας πάντως, απομονωμένο το πρώτο σκέλος της ρήσης μας ταιριάζει γάντι, καθώς παρακολουθούμε μία αναμόχλευση μνημών που αναζητούν τη μήτρα, την αρχή των πάντων, η οποία καταλήγει στις φλόγες του πολέμου. Η τεκνοποιός αιτία και δύναμη λοιπόν εντοπίζεται στο συσσωρεμένο μίσος, στο άδικα χυμένο αίμα, στην πίκρα που διαιωνίζεται σε ένα καζάνι γης που μοιάζει να βράζει αδιάκοπα. Η αρχαία ελληνική γραμματεία κατακλύζει το σώμα και την ψυχή της ιστορίας, παραπέμποντας ευθέως σε αρχαιοελληνική τραγωδία και πιο συγκεκριμένα στο Σοφοκλή. Αρχικά, με την τιμωρία που επισύρει η ύβρις, τη μέγιστη ταπείνωση του να μείνει το σώμα άταφο και ντροπιασμένο. Εν συνεχεία, με την ευθεία παραπομπή στον οιδιπόδειο μύθο. Τέλος, με τη συνολική δίψα για κάθαρση που διατρέχει τις επιλογές και τη διαδρομή των ηρώων.
Ο Βιλνέβ επιτυγχάνει στο να διατηρήσει συμπαγή και άθικτο τον αφηγηματικό του ιστό. Δεν αφήνει την ιστορία του να ξεχειλώσει και να χάσκει μετέωρη, καθώς τα συνεχή του άλματα στο χρόνο δεν παρεκκλίνουν από το σκοπό τους. Ο χωρισμός σε επιμέρους κεφάλαια είναι πειθαρχημένος και λειτουργικός, ενώ μέσα από τη φυσική ομοιότητα των δύο πρωταγωνιστριών του και τα faux raccords στις γέφυρες, κατορθώνει μία σύμπτυξη και συσκότιση του χρόνου που μοιάζει αταλάντευτος να επιζητά κι αυτός μία μάταιη λύτρωση. Παράλληλα, οικοδομεί ένα αυτεξούσιο σύμπαν, το οποίο δεν αποζητά εμμονικά την ακραία λύση του μύθου για να σταθεί στο ύψος του. Θα ακολουθήσει το νήμα ως τα πιο απόκρημνα σημεία αλλά ισορροπημένα και αρμονικά. Εξάλλου, ο κύκλος του λάθους και της επανόρθωσης πρέπει νομοτελειακά να κλείσει.
Το νόμισμα όμως έχει πάντα δύο όψεις και ο Βιλνέβ αποφεύγει μεν μαεστρικά κάποιους κινδύνους, πέφτει δε στην παγίδα κάποιων άλλων που καιροφυλακτούν. Η εικονοποίηση της στιγμής της κορύφωσης δε συμβαδίζει απόλυτα ούτε με τις σεναριακές αποκαλύψεις ούτε με την ως τότε υφολογική προσέγγιση. Κατάχρηση των κοντινών πλάνων, κάπως βεβιασμένη αλλαγή τόνων, μία μουσική επένδυση που ανά στιγμές (πχ το πολύ ωραίο «You and whose army?» των Radiohead) μοιάζει αταίριαστη και εύκολη λύση. Όσο δηλαδή πλησιάζουμε στο ζητούμενο τόσο αυξάνονται κάποιες στιγμές αμηχανίας, σαν να ένα σάστισμα κάποιου που αναγκάζεται να ρητορεύσει για ένα θέμα που δεν κατέχει πλήρως. Τα παραπάνω ελαττώματα πάντως δεν αίρουν την αυθεντική φόρτιση που προκαλεί και την ειλικρινή μέθεξη στην οποία μας προσκαλεί ένα εγχείρημα που αποδεικνύει μία (προ)διάθεση αληθινού δημιουργού. Το αν υπάρχει και η φλέβα δεν θα αργήσει να φανεί.