τίτλος; Πρωινό ξύπνημα
Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος
Αξιολόγηση: **½
Σκηνοθεσία: Ρότζερ Μίτσελ
Παίζουν: Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, Χάρισον Φορντ, Νταϊάν Κίτον, Τζεφ Γκόλντμπλουμ
Διάρκεια: 107΄
Προβάλλεται: Odeon Πλατεία τηλ.2310-290290 αιθ8 , Ster City Gate τηλ.801-8017837 αιθ3, Ster Μακεδονία τηλ.801 801 7837 αιθ11
Η Μπέκι Φούλερ (Ρέιτσελ ΜακΆνταμς) είναι μια νεαρή, ανερχόμενη τηλεοπτική παραγωγός που αναλαμβάνει μια μεγάλη πρόκληση: να ανεβάσει τα νούμερα τηλεθέασης της πρωινής εκπομπής Daybreak. Μια εκπομπή χαλαρού περιεχομένου, σαν απ’ αυτές που έχουμε σιχαθεί στην Ελλάδα, με λίγο μαγειρική, λίγο κουτσομπολιό, λίγες χαζομαρούλες να περνάει η ώρα και συμβουλές για την καταπολέμηση της κυτταρίτιδας. Παρουσιάστρια της εκπομπής η πάλαι ποτέ μις κάτι Κολίν Πεκ (Νταϊάν Κίτον) και μετά από πρωτοβουλία της Μπέκι συμπαρουσιαστής ορίζεται ο σκληροπυρηνικός και σοβαρός πλην γερασμένος δημοσιογράφος Μάικ Πομερόι (Χάρισον Φορντ). Κάτι σαν να βάζεις τον Χατζηνικολάου μετά από δεκαπέντε χρόνια να κάνει πρωινάδικο με την Κορομηλά... Όπως καταλαβαίνετε, το γλυκό δεν δένει, ο Μάικ Πομερόι είναι εκνευριστικά δύστροπος, τα νούμερα πέφτουν και η γλυκιά Μπέκι που ζει και ανασαίνει για τη δουλειά, ξέρει πως για να επιβιώσει στο αδηφάγο ανταγωνιστικό σύστημα, πρέπει να βρει τη λύση. Και κάπου στο ενδιάμεσο να βρει το χρόνο και για λίγο έρωτα, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το τρίπτυχο της ευτυχίας: λεφτά-οικογένεια-Αμερική.
Το «Πρωινό ξύπνημα» έχει όλα αυτά που αηδιάζεις να αγαπάς και λατρεύεις να μισείς. Καταρχήν το καστ είναι πάρα πολύ δυνατό. Ο Χάρισον Φορντ που πριν είκοσι εννιά χρόνια εξολόθρευε ανδροειδή σε μια από τις καλύτερες ταινίες της σύντομης κινηματογραφικής ιστορίας («Blade Runner») την οποία ο ίδιος... αποκήρυξε, αλλάζει λίγο το μοτίβο του περιπετειώδους άντρα και δείχνει ότι σκαμπάζει και από κωμωδία. Η Νταϊάν Κίτον κάνει την ηθοποιία να φαίνεται τόσο εύκολη σαν να βάζεις γάλα σε κορν φλέικς. Κινείται και αφομοιώνεται με αφοπλιστική άνεση. Ο Τζεφ Γκόλντμπλουμ κάνει ένα ευχάριστο πέρασμα, οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι είναι χαριτωμένοι, αλλά όχι τόσο ώστε να κλέβουν την παράσταση και για τελευταία άφησα την Ρέιτσελ ΜακΆνταμς. Πανέμορφη, το τέλειο κορίτσι από τη διπλανή πόρτα όπως αρέσκονται να λένε, με μπρίο, θετική ενέργεια, ατελείωτη γκάμα από χαριτωμένες γκριμάτσες και γοητευτική αγαρμποσύνη αλά θηλυκός Χιου Γκραντ. Τι άλλο; Ο σκηνοθέτης Ρότζερ Μίτσελ κατέχει τα καλούπια του Χόλιγουντ καλά και ρυθμίζει τις σκηνές στην εντέλεια, συντονίζει τις παραμέτρους, και το σύνολο μοιάζει με ελβετικό ρολόι. Κάποιες ατάκες σπάνε κόκαλα, μερικές σκηνές είναι ξεκαρδιστικές και τα πολλά σιρόπια ευτυχώς λείπουν.
Και τώρα πάμε στο κομμάτι που λατρεύεις να μισείς. Πόσο αποπροσανατολιστικό μπορεί να είναι να παρακολουθείς τα προβλήματα καθημερινών ανθρώπων που κάνουν καθημερινές δουλειές, όπως για παράδειγμα να δουλεύουν στην αμερικανική τηλεόραση και οι οποίοι σ’ ένα μήνα βγάζουν όσο εσύ σ’ ένα χρόνο (κι αυτό αν είσαι τυχερός); Πόσο τρομακτικά ηχούν τα λόγια της μάνας, που συνοψίζουν την αμερικανική παράνοια του καθαρού ανταγωνισμού της ζούγκλας; Αναφερόμενη στην προσπάθεια της κόρης της να πετύχει επαγγελματικά λέει: «Όταν ήσουν οχτώ ήταν χαριτωμένο, στα δεκαοχτώ ήταν πολλά υποσχόμενο, στα είκοσι οχτώ είναι ντροπιαστικό». Επομένως όσοι είστε πάνω από είκοσι οχτώ και δεν έχετε το πακέτο επιτυχίας μπορείτε να κρυφτείτε σε μια σπηλιά και να πεθάνετε από την ντροπή...
Εν κατακλείδι, αν είστε αθεράπευτα ρομαντικός/ή και επιλέγετε μερικές φορές την αφέλεια ως στάση ζωής, το «Πρωινό ξύπνημα» θα σας διασκεδάσει μια χαρά. Αν είστε λίγο κυνικός/ή και σας αρέσει να φιλτράρετε αυτό που βλέπετε, τότε θα θέλετε να πάρετε φόρα και να πηδήξετε στο πανί ουρλιάζοντας. Κι αν είστε κάπου στη μέση, τότε θα γελάτε και θα εκνευρίζεστε ταυτόχρονα. Σχιζοφρένεια...
τίτλος; Μικρά αθώα ψέματα
Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Κανέ
Παίζουν: Μαριόν Κοτιγιάρ, Ζιλ Λελούς, Φρανσουά Κλιζέ, Ζαν Ντιζαρντέν.
Διάρκεια: 154’
Προβάλλεται στην αίθουσα Παύλος Ζάννας
Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και ηθοποιού (γνωστού κυρίως από το «Αγάπα με αν τολμάς») Γκιγιόμ Κανέ επιβεβαιώνει στο πανί –ολίγον πιο μακρόσυρτα από το πρέπον– τον τίτλο της, καθώς και όλες τις αρετές και δυσλειτουργίες ενός συγκεκριμένου κινηματογραφικού στυλ. Με ένα καστ πασπαλισμένο με γαλλική χρυσόσκονη, με προεξέχουσα τη Μαριόν Κοτιγιάρ, οικοδομεί ένα μοτίβο που γίνεται εύκολα και ευχάριστα αποδεκτό, το οποίο όμως δεν φιλοδοξεί ούτε στιγμή να ανεβάσει στροφές. Επίπεδη αλλά όχι ακριβώς ρηχή συγκίνηση, συγκρούσεις στιγμιαία άβολες αλλά όχι ρηξικέλευθες ή σαρωτικές. Υπεράνω όλων μία ταινία με θεματική και κλίμα παρέας, μία προσφιλής τακτική εμπορικής επιδοκιμασίας από το γαλλικό κοινό όπως αποδεικνύουν και τα δύο πρόσφατα sequels του «Les Bronzés» του Πατρίς Λεκόντ. Ως crowd pleaser υψηλού επιπέδου ο Κανέ ξέρει ακριβώς πού να εστιάσει και να ποντάρει, γνωρίζει πώς να αυξομειώνει την ένταση υποδειγματικά, αλλά πάντα σε επίπεδα κοινής ησυχίας. Δάκρυα λοιπόν με φωτογένεια, χιούμορ εγκεφαλικό αλλά ταυτόχρονα υπέρ το δέον χαριτωμένο, χαρακτήρες με τους οποίους το κοινό ίσως και να μπορεί, μα το κυριότερο επιθυμεί διακαώς να ταυτιστεί και πολλά από εκείνα τα ζωογόνα μικρά ψέματα που επαναλαμβάνουμε μεθοδικά στους εαυτούς μας.
Η αρχική μαγιά γνώριμη και ιδιαίτερα ευεπίφορη κινηματογραφικά. Μία απουσία που διαταράσσει και διαφοροποιεί τα ειωθότα, μία απειλή θανάτου που ζωντανεύει εκ νέου βαλσαμωμένες και οιονεί νεκρές σκέψεις. Ο Κανέ σε όλες του τις συνεντεύξεις δεν αρνήθηκε τις, ούτως ή άλλως, καταφανέστατες επιρροές του, με πρώτη και κυριότερη το «Μεγάλη ανατριχίλα» (The Big Chill, 1983) του Λόρενς Κάσνταν. Η κάκιστη μετάφραση του τίτλου παραπέμπει αυτομάτως σε θρίλερ, όμως η μόνη φιλμική ανατριχίλα που παίρνουμε έγκειται στη διάψευση των νεανικών προσδοκιών και στη σκληρή διαπίστωση του συμβιβασμού, με αφορμή την κηδεία ενός φίλου. Για όσους υποψιαστούν πως καιροφυλακτεί η κατηγορία για μιμητισμό, να σπεύσουμε να διατυμπανίσουμε το ακριβώς αντίθετο. Μακάρι ο Κανέ να ακολουθούσε πιο πιστά τα χνάρια του Κάσνταν και να συνδύαζε τις αποκαλύψεις και την εκστόμιση όλων των ανείπωτων με μία βαθύτερη ενδοσκόπηση, με μία πιο εποπτική προσέγγιση. Ο Κανέ ξεχειλώνει τις καλές του στιγμές και εμπνεύσεις προς χάρη της αναζήτησης ενός πολυπόθητου βάθους, το οποίο αφενός δεν έρχεται ποτέ αφετέρου δεν ήταν απαραίτητο να υπάρξει, αδυνατώντας έτσι να αποφύγει τα στάσιμα νερά που παραμονεύουν. Επιπλέον, καταφεύγει δίχως φειδώ στη μουσική για να μας υποβοηθήσει να συμπάσχουμε βιωματικά, υπονομεύοντας την, ανά στιγμές σε ικανοποιητικά επίπεδα, αυθεντικότητα των καταστάσεων και των χαρακτήρων του. Θα μπορούσε κάποιος φυσικά να επικαλεστεί –για να επιστρέψουμε στη συζήτηση περί φιλμικών αναφορών– πως και στη «Μεγάλη ανατριχίλα» παρατηρεί κανείς μία κατάχρηση της μουσικής. Η ουσιώδης όμως διαφορά εντοπίζεται στο γεγονός πως η μουσική στην ταινία του Κάσνταν δρα ως επιτομή μίας γενεαλογίας, ως υπενθύμιση μίας εποχής που ίσως και να ήταν ένα αποκύημα φαντασίας και όχι ως συμπληρωματικό δεκανίκι στο βωμό μίας συγκινησιακής ταύτισης.
Όλα τα παραπάνω φυσικά δεν αναιρούν τις όποιες ικανότητες του Κανέ, ο οποίος πιστοποιεί πως μπορεί να γίνει επιτυχημένα ανάλαφρος και περιπαικτικός με απλές συνταγές περίπου όποια στιγμή το θελήσει. Η πίστη και η δυνατότητα όμως για κάτι παραπάνω δείχνουν μακρινές και άπιαστες. Επομένως, μάλλον άτοπο ακούγεται το ότι στις συνεντεύξεις του κάνει παραλληλισμούς και συγκρίσεις με ταινίες όπως το «Σύζυγοι» (Husbands, 1970) του Τζον Κασσαβέτη. Το αριστουργηματικά ξέφρενο και μελαγχολικό μεθυσμένο παραλήρημα της αγίας τριάδας Τζον Κασσαβέτης – Πίτερ Φολκ – Μπεν Γκαζάρα καλό θα ήταν να αφεθεί στην ησυχία του.