Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αρχείο

Κριτική για τις ταινίας "Πανικούπολη" και "Ιρλανδέζικος δρόμος"

Κριτική για τις ταινίας "Πανικούπολη" και "Ιρλανδέζικος δρόμος"
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

τίτλος; Πανικούπολη

Γράφει ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος

Αξιολόγηση: ***

Σκηνοθεσία: Στέφαν Ομπιέρ, Βενσάν Πατάρ

Διάρκεια: 75΄

Προβάλλεται στα Ster Μακεδονία τηλ.801 801 7837 αιθ 3

Ο Ινδιάνος, ο Καουμπόης και το Άλογο συγκατοικούν. Σήμερα έχει γενέθλια το Άλογο και οι άλλοι δυο το έχουν ξεχάσει. Κι εντάξει, το Άλογο είναι ήρεμο, είναι η φωνή της λογικής, αλλά ο ινδιάνος και ο καουμπόης είναι υστερικοί και πανικοβάλλονται από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της ημέρας. Τι δώρο θα του κάνουν; Μια ψησταριά! Χρειάζονται 50 τούβλα σύμφωνα με τους προσεχτικούς υπολογισμούς του Ινδιάνου και τούβλα πρόχειρα δεν υπάρχουν. Ιδέα: Θα παραγγείλουν από το ίντερνετ. Όταν, όμως, πληκτρολογούν την παραγγελία γίνεται ένα λαθάκι κι αντί για 50 τούβλα, ζητάνε... 50 εκατομμύρια, τα οποία καταφτάνουν σε δεκάδες φορτηγά... Κι αυτή είναι μονάχα η αρχή, διότι αυτό που θα ακολουθήσει είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί. Δεν κάνω πλάκα...

Πρόκειται για γαλλικό στοπ ανιμέισον (όχι ιδιαιτέρως κατάλληλο για πολύ μικρά παιδιά) το οποίο σημαίνει πως δημιουργήθηκε φωτογραφίζοντας χιλιάδες φορές τις φιγούρες (αυτές τις φιγούρες με την πλαστική βάση, με τις οποίες όλοι κάποτε έχουμε παίξει), κάθε φορά μετακινώντας τες μια σταλιά. Παραδοσιακή τεχνική, άκρως απολαυστική ως αισθητικό αποτέλεσμα που προϋποθέτει πάρα πολύ χρόνο, μεράκι, υπομονή και όραμα. Όλα αυτά εξασφαλίζουν από μόνα τους μια ελάχιστη ποιότητα, από την οποία μοναδικός κερδισμένος είναι ο θεατής. Οφείλω να ομολογήσω πως αν και είμαι λάτρης της συγκεκριμένης μεθόδου, τα συναισθήματα που μου άφησε η εν λόγω ταινία ήταν ανάμικτα. Από τη μια ένα σουρεαλιστικό, ξέφρενο πανηγύρι καταστάσεων κι ένας υστερικός ρυθμός που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, κι από την άλλη η απροσδιόριστη αίσθηση μιας ημιτελούς προσπάθειας που θα μπορούσε να έχει καλλιεργηθεί περισσότερο και να αγγίξει το τέλειο.

Βέβαια, έπαθα και κάτι άλλο περίεργο. Καθόλη τη διάρκεια των 75 λεπτών δεν μπορούσα να βγάλω από το κεφάλι μου τις εικασίες για τη δημιουργική διαδικασία της ταινίας. Η εικόνα που έφτιαχνα στο μυαλό μου ήταν η εξής: Μια παρέα τεσσάρων τύπων που μαζεύτηκαν ένα βράδυ στο σπίτι του ενός (οι δικοί του έλειπαν) κι άρχισαν να κατεβάζουν ιδέες για το σενάριο. Και καθώς η βραδιά κυλούσε, άδειαζαν μπουκάλια κρασί και οι ιδέες ξέφευγαν και γελούσαν και δεν φίλτραραν τίποτα και όλα τα αφήνανε στο χαρτί. Και ίσως πήρανε και τίποτα παραισθησιογόνα απ’ αυτά που βλέπουμε στις ταινίες ότι χρησιμοποιούνταν μαζικά στο Βιετνάμ. Προφανώς δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς κατέληξαν σ’ αυτό το εγχείρημα, αλλά αυτή ήταν η αίσθηση που πήρα. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν είναι καινούριο. Ο κόσμος του ανιμέισον είναι γεμάτος παραδείγματα από φευγάτες ιδέες που σε κάνουν να απορείς. Ροζ πάνθηρες; Μπλε άφυλα πλασματάκια που ζούνε σε... μανιτάρια; Η φαντασία των παιδιών είναι εξ ορισμού αχαλίνωτη. Όμως όταν μιλάμε για ενήλικες, εκεί δεν μπορείς παρά να σηκώσεις τα χέρια ψηλά, να ξεφυσήσεις κουνώντας το κεφάλι και να μονολογήσεις: «είστε φευγάτοι, κύριοι... τελείως φευγάτοι». Και δεν μιλάω ειρωνικά ούτε σαρκαστικά. Λίγα πράγματα υπάρχουν πιο καθαρτικά από μια ξέφρενη και σουρεαλιστική φαντασία. Η πεζότητα θέλει το αντίδοτό της. Και η πεζότητα είναι τόσο ισχυρή που πολλές φορές μόνοι μας δεν μπορούμε να την καταπολεμήσουμε. Χρειαζόμαστε πού και πού να μας τσιμπάνε και να μας λένε: «άνοιξε τα μάτια σου, ρε, κακόκεφε μουντρούχε και κοίτα τριγύρω σου, παίξε, γέλα και αφήσου». Διότι αν πεθάνει το παιδί μέσα μας, είμαστε χαμένοι από χέρι, κύριοι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μεταμορφωνόμαστε σ’ έναν ακόμα βαρετό, ορθολογιστή, ανέραστο ξερόλα που καλό θα ήταν να μας αδειάζει τη γωνιά γιατί πιάνει πολύ χώρο...

Τίτλος; Ιρλανδέζικος δρόμος

Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου

Αξιολόγηση ***

Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς

Παίζουν: Μαρκ Γουόμακ, Άντρεα Λόου, Τζον Μπίσοπ.

Διάρκεια: 109’

Προβάλλεται στο Ολύμπιον (τηλ. 2310-378404)

Το πρώτο όνομα που προκύπτει αυθόρμητα στο άκουσμα των λέξεων «πολιτικό σινεμά» είναι, με ομοφωνία σχεδόν συντριπτική, αυτό του Κεν Λόουτς. Ποια είναι όμως η ιδιότητα που του χαρίζει αυτή την καθολική αναγνώριση, ποιο είναι το μυστικό της πολιτικοποιημένης του προσέγγισης, η οποία παρότι συμπαγής και σφριγηλή, δεν καθίσταται σχεδόν ποτέ αντί-κινηματογραφική ή στείρα στρατευμένη;

Καταρχάς, το γεγονός πως ο Λόουτς, μαζί με τον σεναριογραφικό του Διόσκουρο Πολ Λάβερτι, έχουν αποφύγει συστηματικά να περιχαρακώσουν κατά τρόπο ασφυκτικό το βαθύτερο νόημα μίας δημιουργίας στην εξιστόρηση μίας per se «πολιτικής» πλοκής, η οποία κραδαίνει αυτάρεσκα την ταμπέλα της, αγνοώντας επιδεικτικά το περίβλημα, τις συνιστώσες και τις αλληλεξαρτώμενες δυναμικές που τη συνδιαμορφώνουν. Δεύτερον, διαθέτουν την απαιτούμενη νηφαλιότητα ώστε να εντάξουν το προσωπικό εντός του συλλογικού, να μην τα θεωρήσουν δύο έννοιες αντιμαχόμενες. Στον αντίποδα, αποπειρώνται να κατασκευάσουν ένα δίπολο ενοποιητικό προς αναζήτηση μίας ευρύτερης αλήθειας. Σε παρόμοιο μήκος κύματος, το «Route Irish» δεν είναι ένα γενικό και αόριστο αντιπολεμικό δράμα, δεν είναι όμως ούτε ειδικά και επί τούτου προσηλωμένο στο Ιράκ. Επιχειρεί να φανερώσει την πλήρη διαδικασία, να ενσωματώσει τον πόλεμο ως φαινόμενο σε ένα συνολικό πλαίσιο, να ανιχνεύσει αιτίες και εξηγήσεις σε ολόκληρο το φάσμα.

Ο πόλεμος δεν είναι παρθενογένεση, δεν είναι πυροτέχνημα, είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα δράσης πολλών παραγόντων που τον εκτρέφουν ακατάπαυστα εν καιρώ υποτιθέμενης ειρήνης, σε πολλαπλό επίπεδο, τόσο απρόσιτο και σκιώδες όσο και καθημερινό και οφθαλμοφανές. Ακόμη και ο θάνατος και η οδύνη πλέον έχουν ιδιωτικοποιηθεί, έχουν καταντήσει κάτι τόσο αφόρητα φυσιολογικό όπως μία παρεχόμενη υπηρεσία. Ο Λόουτς δεν αναζητεί ήρωες σε κανένα σημείο της εξελικτικής πορείας της σκέψης του. Ο κεντρικός του χαρακτήρας είναι οιονεί νεκρός παρότι επιζών, η ψευδαίσθηση της εκδίκησης και της διαλεύκανσης δεν αρκεί, είναι απατηλή. Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος, κανείς δεν διατηρεί ακέραιη την ψυχή του άπαξ και εισέλθει σε αυτό τον ανήθικο χορό. Η ατομική ευθύνη είναι το ζητούμενο και ο Λόουτς δεν επιτρέπει στους ήρωές του να την αποποιηθούν στο όνομα ξεψυχισμένων δικαιολογιών. Ας προσέξουμε λίγο την υποδόρια ειρωνεία στη σκηνή της αρχικής αντιπαράθεσης. Η γελοία επίκληση της τύχης δένει με την απάντηση που, παρότι οργισμένη και έξαλλη, επικαλείται εκ νέου την τύχη για να αποδείξει το αντίθετο. Πόση διαφοροποίηση λοιπόν υπάρχει, πώς να εντοπιστεί το οποιοδήποτε ηθικό προβάδισμα και πλεονέκτημα; Οι τύψεις δεν θα φύγουν ποτέ, παρά το κυνήγι της λύτρωσης. Ακόμη και η ερωτική έλξη προς τη σύντροφο του εκλιπόντος φίλου καταλήγει να υποβιβάζεται σε μία μάταιη και απελπισμένη απόπειρα νεκρανάστασης και ανασύστασης ενός παρελθόντος που δεν ανήκει πλέον στους πάσχοντες, τους έχει πια γλιστρήσει από τα χέρια.

Παρόλο το βάθος των προθέσεών του και το πλήθος των αρετών του, ο Λόουτς δεν υπογράφει κάποιο αριστούργημα εφάμιλλο με τα «Γη και Ελευθερία» και «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι». Οι γνώριμες σινεφίλ απολαύσεις είναι ευδιάκριτες για πολλοστή φορά, όπως η δεξιοτεχνική μετάβαση από την ένταση στη νηνεμία, το κοφτερό μοντάζ, μία κατά πρόσωπο κινηματογράφηση που μεταδίδει μία αίσθηση οικειότητας και αμεσότητας. Μολαταύτα, η διαλεκτική προσέγγιση εμφανίζει κάποια στραβοπατήματα, καθώς εκτρέπεται σε δραματουργικές διευκολύνσεις, με αποτέλεσμα ανά στιγμές να χάνεται εκείνη η μαεστρία ρυθμού που χαρακτηρίζει τον Λόουτς. Επιπλέον, το όχημα του μυστηρίου που ξεδιαλύνεται σταδιακά αποδεικνύεται κάπως άβολο και αταίριαστο, επιφέρει μία σχετική ανομοιογένεια αναμειγνύοντας πολλά διαφορετικά υλικά, στερώντας εν μέρει το όλο πόνημα από την εξονυχιστικά διεισδυτική ματιά του δημιουργού του. Το συνολικό πρόσημα φυσικά, παραμένει ανενδοίαστα θετικό και στιβαρό. Όσο για τις κατηγορίες περί επαναληψιμότητας, η μόνη επαναληψιμότητα που κουράζει είναι ο κύκλος της βαρβαρότητας και της εκμετάλλευσης. Η κατάθεση απόψεων και η συζήτηση περί αυτού καθόλου.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Αρχείο

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Σύγχρονο Τσέρνομπιλ η Φουκουσίμα

Όψεις της Θεσσαλονίκης από το φακό του Κλείτου Κύρου και του Άρι Γεωργίου