Γράφει ο Γιώργος Παπαδημητρίου
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ
Παίζουν: Γιάνος Ντέρζι, Έρικα Μποκ, Μιχάλο Κόρμος
Διάρκεια: 138’
Προβάλλεται στο Μακεδονικόν (τηλ 2310 261727, Dolby)
Αν και τα γεγονότα της 3ης Ιανουαρίου 1889 δεν είναι πλήρως αποσαφηνισμένα, η επικρατέστερη και πλέον διαδεδομένη εκδοχή υποστηρίζει πως ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε υπέστη νευρικό κλονισμό στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο του Τορίνο, όταν αντίκρισε έναν αμαξά να μαστιγώνει βάναυσα το άλογό του. Ο Νίτσε αγκάλιασε τον λαιμό του αλόγου για να το προστατεύσει και ακολούθως κατέρρευσε ολοκληρωτικά, καταλήγοντας να περάσει τα έντεκα τελευταία χρόνια της ζωής του κλινήρης, υπό τη φροντίδα αρχικά της μητέρας και έπειτα της αδερφής του, υποφέροντας μάλιστα από αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια. Τα εισαγωγικά λόγια του κύκνειου κινηματογραφικού άσματος –κατά τα λεγόμενα του ιδίου- του Ούγγρου σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ εξιστορούν πάνω κάτω τα ως άνω αναφερθέντα γεγονότα. Κλείνουν όμως με μία αποστροφή που δίνει το στίγμα, που προϊδεάζει για το τι πρόκειται να παρακολουθήσουμε επί της οθόνης. «Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε το άλογο»…
Ο Μπέλα Ταρ λοιπόν, ορμώμενος από αυτόν το γοητευτικό μύθο που ενέχει πλέον θέση εξακριβωμένης ιστορικής αλήθειας, θα μας διηγηθεί μέσα από τις γνώριμες καθάριες και πανίσχυρες εικόνες του, ποια ήταν η μοίρα αυτού του αλόγου. Επί της ουσίας, θα μας δώσει μία βαθιά αλληγορία, κατά το ήμισυ νιτσεϊκή κατά το ήμισυ θρησκευτική, αρματωμένη με όλα του τα εκφραστικά όπλα. Τον ακραίο μινιμαλισμό, τα εκκωφαντικής σιωπής μονοπλάνα, το αχαρτογράφητο, σχεδόν ατερμάτιστο, βάθος πεδίου, την δωρική αλλά πάντα παθιασμένη σκηνοθετική ματιά. Πάνω απ’ όλα όμως, τους υποβλητικούς φιλμικούς ρυθμούς που ανασαίνουν βαριά και καθηλωτικά, καθοδηγούμενοι από την αντιπαραβολή της εσωτερικότητας (σπαρακτικό μουσικό μοτίβο του μόνιμου συνεργάτη του Μπέλα Ταρ, Μιχάλι Βιγκ) και του εξωτερικού χάους (ο μανιασμένος αέρας που λυσσομανά προαναγγέλλοντας το αναπόφευκτο).
Ας καταπιαστούμε όμως λίγο περισσότερο με τα δύο σκέλη της αλληγορίας. Θρησκευτική λοιπόν η παραβολή, καθώς παρακολουθούμε την τελεολογική πορεία της ανθρωπότητας προς την τελική Νέμεση, δίχως το παραμικρό ίχνος αισιοδοξίας. Τα μοναδικά συμβάντα που διαταράσσουν την προδιαγεγραμμένη πορεία των πραγμάτων, στην πραγματικότητα την επιβεβαιώνουν. Ο αγγελιαφόρος της καταστροφής παραδίδει το δυσοίωνο μήνυμά του. Οι εξαθλιωμένοι επικυρώνουν την επερχόμενη καταστροφή. Τετέλεσται και όλοι θα αποδεχτούν τη μοίρα τους. Όλοι; Όχι, όλοι, το άλογο ως σύμβολο της ομορφιάς, ως τελευταίος φορέας αντίστασης, θα αρνηθεί να παρακολουθήσει αμέτοχο τη συμφορά, θα αρνηθεί τη συντήρηση στη ζωή, θα επιδείξει γενναιότητα. Αν τυχόν υπάρξει παράδεισος, θα έχει μία εξασφαλισμένη θέση. Ο Θεός λοιπόν έφτιαξε τον κόσμο σε μία εβδομάδα, ο Μπέλα Ταρ τον καταστρέφει σε έξι.
Προχωρούμε στο νιτσεϊκό σκέλος της παραβολής, στο οποίο δικαιωματικά θέση κατέχει ο μέγιστος θεωρητικός του κινηματογράφου Ζιλ Ντελέζ, ο οποίος υπήρξε ταυτόχρονα και διαπρεπής μελετητής της φιλοσοφίας. Στο έργο του «Ο Νίτσε και η φιλοσοφία», ο Ντελέζ υιοθετεί τη θεωρία του Νίτσε για τη γνώση, η οποία οφείλει να υπερβαίνει όλες τις υπάρχουσες αξίες, να στέκει ελεύθερη και να μας προστατεύει από τα δύο αδηφάγα θηρία, την ιστορία και τη φύση που μας κατασπαράσσουν ανελέητα. Αδιάστατος, άχρονος και αγεωγράφητος ο κόσμος του Μπέλα Ταρ. Το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού όπως τον γνωρίζαμε, το τέλος της ύπαρξης, ο οριστικός χαμός του είδους μας, η αποτυχία γέννησης του «Υπεράνθρωπου» του Ζαρατούστρα. Ο Αντονιόνι μας σκιαγράφησε το τέλος της ύπαρξης από ψηλά, κοιτώντας στους άδειους δρόμους ενός αστικού τοπίου στην «Έκλειψη». Ο Μπέλα Ταρ μας το δίνει χωμάτινα και ανεμοδαρμένα.
Παρά την πρωτόλεια και ανείπωτη οπτική ομορφιά, μπορούν να εγερθούν πολλές ενστάσεις και αιτιάσεις. Θα μπορούσε το νόημα των εικόνων αυτών να συμπτυχθεί, να γίνει πιο συμπυκνωμένο και μεστό; Πολύ πιθανό, παράλληλα όμως και τελείως άτοπο και άσκοπο. Φανταστείτε να ζητείται από ένα δεινό ρήτορα της αρχαιότητας να συντομεύει και μπει στο ψητό. Μήπως πρόκειται για μία ταινία που ρέπει προς τον ναρκισσισμό και την αυτοϊκανοποίηση; Σαφώς και όση τόλμη και αν απαιτεί, όση γοητεία και αν ασκεί, οφείλει να της καταλογιστεί αυτή η παθογένεια. Δεν θα μπορούσε κάποιος να φέρει αντιρρήσεις ως προς το φιλοσοφικό περιεχόμενο; Σαφέστατα, τουλάχιστον ο υπογράφων δεν ταυτίζεται με την ιδέα της ολοσχερής συντέλειας λόγω της εκ φύσεως απληστίας, μωρίας και ανηθικότητας του ανθρώπου. Όπως και να έχει όμως, το τέλος του κόσμου σπάνια μπορεί να φανεί τόσο θελκτικό και καλοδεχούμενο. Ένα αισθητικό και εικαστικό κόσμημα, δοσμένο σε μία κινηματογραφική γραφή σχεδόν υπό αφανισμό.