Skip to main content
Menu

Η πονεμένη ιστορία της ονομασίας

Η πονεμένη ιστορία της ονομασίας
Η ωφέλιμη πίεση και η ανοιχτή διαδικασία της διαπραγμάτευσης

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Η συμφωνία που υπεγράφη στις Πρέσπες πριν από μία εβδομάδα, καθώς και η επακόλουθη επικύρωσή της από το Κοινοβούλιο της πΓΔΜ, με 69 ψήφους υπέρ και 51 αποχές, δείχνει να βάζει μια άνω τελεία σε ένα διπλωματικό ζήτημα που απασχολούσε την ελληνική εξωτερική πολιτική για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Για να επέλθει κι η οριστική τελεία, βέβαια, πρέπει να αποφευχθεί το μπλοκάρισμα της συμφωνίας από τον Πρόεδρο της πΓΔΜ Ιβάνοφ, καθώς και υπάρξει έγκριση αυτής στο δημοψήφισμα που αναμένεται να διεξαχθεί στη γείτονα χώρα.

Ανατρέχοντας στις απαρχές του ονοματολογικού ζητήματος, είναι αδύνατον να μην πραγματοποιήσουμε μια στάση στις αρχές της δεκαετίας του ᾽90, όταν ολόκληρη η Ελλάδα ζούσε στον παλμό του ογκωδέστατου συλλαλητηρίου που είχε οργανωθεί στη Θεσσαλονίκη, και το οποίο είχε πανελλήνια συμμετοχή, από κάθε γωνιά της χώρας, αλλά και στήριξη από σύσσωμη την κοινή γνώμη, καθώς κι από επίσημους θεσμούς, φορείς κι όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αναφανδόν υπέρ της συγκεκριμένης στάσης είχε, φυσικά, ταχθεί κι ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων του τότε κυβερνώντος κόμματος, το οποίο είχε στρατευτεί στο άρμα της υποτιθέμενα πατριωτικής και άκαμπτης στάσης του τότε Υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά.

Ο οποίος, ως αρμόδιος υπουργός, είχε φανεί παντελώς απροετοίμαστος για το ζήτημα της ονομασίας όταν αυτό έσκασε σαν βόμβα για την Ελλάδα, η οποία για πολλοστή φορά πλήρωσε την έλλειψη μακρόπνοου σχεδιασμού και την αδυναμία πρόληψης δυσχερών καταστάσεων. Διότι αν λάβουμε υπόψη μας: α) το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κρατίδιο είχε υιοθετήσει, στο πλαίσιο της αυτονομίας που έχαιρε στο εσωτερικό της πρώην Γιουγκοσλαβίας, την ονομασία «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και β) το ότι η πρώην Γιουγκοσλαβία έμοιαζε, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, με καζάνι έτοιμο να εκραγεί από τις αναθυμιάσεις του αχαλίνωτου εθνικισμού που κατέτρωγε τη συνοχή της, σε μια περίοδο συνολική κατάρρευσης του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, είναι μάλλον οξύμωρο ότι υπήρξε μηδενικό σχέδιο διπλωματικής αντιμετώπισης μιας καυτής πατάτας που διαφαινόταν ξεκάθαρα στον ορίζοντα των εξελίξεων.

Παράλληλα, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους αμελείς μελετητές της υπόθεσης/έχοντες ασθενή μνήμη ότι ο Αντώνης Σαμαράς, με την ιδιότητα του Υπουργού Εξωτερικών, δεν είχε παραλείψει να υπογράψει, τον Δεκέμβριο του 1991, τον περιβόητο Κανονισμό υπ᾽ αριθμόν 3567/91 του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της τότε ΕΟΚ, με τον οποίο το νεοσύστατο κρατίδιο αναγνωριζόταν νέτα σκέτα ως «Μακεδονία»... Η πατριδοκαπηλία κι ο λαϊκισμός έχουν αποτελέσει, όμως, διαχρονικά εφόδια στη μάχη για εξουσία, καρέκλες κι αξιώματα, κι ο ίδιος άνθρωπος που δεν έδωσε καμία ουσιαστική μάχη για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τη χώρα στη διεθνή πολιτική και διπλωματική σκακιέρα, ξάφνου εμφανιζόταν και αυτό-αναγορευόταν σε αυτόκλητο προστάτη των ιερών και των όσιων της πατρίδας.

Η ουσία έγκειται στην απλή διαπίστωση πως η Ελλάδα είχε χάσει εκείνη την εποχή μια χρυσή ευκαιρία να δώσει ένα τέλος στο συγκεκριμένο ζήτημα, με όρους πολύ πιο επωφελείς για την ίδια, σε σύγκριση με τη σημερινή εποχή, ήτοι μετά από σχεδόν 30 χρόνια όπου το γειτονικό κρατίδιο εμφανίζεται παντού (κι όταν λέμε παντού, εννοούμε παντού, εκτός φυσικά από τα επίσημα διπλωματικά έγγραφα), ως «Μακεδονία». Εξυπακούεται επίσης -εκτός αν κάποιος επιλέξει να αιθεροβατεί- πως όταν το προσωρινό όνομα (κι όπως ξέρετε, στα πάντα στη ζωή, ουδείς μονιμότερος του προσωρινού, όπως λέει κι ο θυμόσοφος λαός) μιας χώρας είναι για σχεδόν 30 χρόνια το «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», οι άναρθρες κραυγές που ζητούν την εξάλειψη του όρου «Μακεδονία» από τη συμφωνία έχουν τόσες πιθανότητες υλοποίησης όσο περίπου η απαίτηση να ξαναγίνουν ελληνικά εδάφη η Ίμβρος κι η Τένεδος.

Μεταφερόμενοι στο τώρα και στο σήμερα, είναι φανερό ότι το «Βόρεια Μακεδονία» αποτελεί μια λύση φανερά προτιμότερη από το «Νέα Μακεδονία», καθώς το πρόθεμα «Νέα» σχεδόν αυτομάτως και αντανακλαστικά υποδαυλίζει υπόνοιες αλυτρωτισμού, αλλά ξεκάθαρα χειρότερη σε σύγκριση με το «Σλαβομακεδονία», το οποίο θα θεράπευε τα προβλήματα της γλώσσας και της εθνικότητας, καθώς ένας ενιαίος, κι όχι σύνθετος, όρος θα απέτρεπε τη σταδιακή αναγνώριση της γλώσσας και της εθνικότητας του γειτονικού κρατιδίου ως «μακεδονικής». Φυσικά, αν κάποιος Έλληνας πολιτικός τολμούσε να μιλήσει για δίκαιη και ευνοϊκή λύση, με την υιοθέτηση του «Σλαβομακεδονία», στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μάλλον θα κατηγορούταν για μειοδοσία και εσχάτη προδοσία, δεδομένου του περιρρέοντος κλίματος γραφικότητας και κιτς εθνικισμού που είχε κυριαρχήσει...

Για να φτάσουμε και στο τι μέλλει γενέσθαι και ξεκινώντας από την Κυβέρνηση, θα πρέπει οι πρέπει να έχει κατά νου πως η διαπραγμάτευση στο πλαίσιο ενός τόσο σύνθετου κι ακανθώδους ζητήματος δεν τελειώνει στα –πολλές φορές εφήμερα και εύθραυστα- εγκώμια της διεθνούς πολιτικής σκηνής, αλλά, αντιθέτως, συνιστά μια ανοιχτή διαδικασία, με προσκλήσεις που επανέρχονται στο προσκήνιο (πχ διπλωματικά οφέλη, ζήτημα των εμπορικών σημάτων, σχέσεις ουσιαστικής καλής γειτονίας κτλ), απαιτώντας μια πιο στιβαρή στάση από το κόρδωμα παγονιού που καμαρώνει για τα διεθνή ψίχουλα προσοχής. Από την άλλη, η Αξιωματική Αντιπολίτευση είναι ωφέλιμο να συνεχίσει να ασκεί πίεση στην Κυβέρνηση ώστε αυτή να αντλήσει το δυνατόν περισσότερα οφέλη, αλλά ταυτόχρονα, δεδομένου ότι δείχνει –όπως αναμένετο- να καπελώνει σταδιακά τις φωνές αντίδρασης στη συμφωνία, καλό θα ήταν να προσανατολιστεί προς μια πολιτική ρεαλισμού και όχι άτεγκτης και στείρας αντιδραστικότητας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ