Skip to main content
Menu

Το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν (πρέπει να) ανήκει στους Έλληνες

Το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν (πρέπει να) ανήκει στους Έλληνες

Με ξένους διαιτητές να παίζουν οι διεκδικητές του τίτλου

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Πριν από λίγες ημέρες, το ελληνικό ποδόσφαιρο δέχτηκε ένα ακόμη πλήγμα, στο ήδη λαβωμένο κι αποκαμωμένο του κορμί, καθώς ο Λαρισαίος διαιτητής Θανάσης Τζήλος υπέστη θύμα ξυλοδαρμού –και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι του- από άγνωστους κουκουλοφόρους, οι οποίοι διαφεύγουν ώς τώρα της σύλληψης. Το εν λόγω περιστατικό έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά λίστα από ανάλογα συμβάντα, τα οποία πιστοποιούν αυτό που γνωρίζουν μέχρι και οι πέτρες. Ο κόσμος του ελληνικού ποδοσφαίρου ισοδυναμεί με βούρκο, όπου δρουν ανενόχλητα κάθε είδους κακοποιά στοιχεία. Σιγά το νέο, θα μου πείτε, αλλά όσο περνά ο καιρός η μπόχα από το έλος του ελληνικού ποδοσφαίρου γίνεται όλο και πιο δύσοσμη, σε σημείο που αναρωτιέται κανείς πώς μπορεί (και αν μπορεί) εν τέλει να καθαρίσει αυτός ο Κόπρος του Αυγεία.

Ως ένδειξη διαμαρτυρίας, μάλιστα, οι Έλληνες διαιτητές ανακοίνωσαν πως θα απέχουν από τα προγραμματισμένα τους καθήκοντα αυτό το Σαββατοκύριακο, με αποτέλεσμα την αναβολή της 15ης αγωνιστικής, με την οποία επρόκειτο να ολοκληρωθεί ο πρώτος γύρος. Οι Έλληνες διαιτητές, πέρα από τη συμπαράσταση στο πρόσωπο του συναδέλφου τους, εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους για το περιστατικό βία, δηλώνοντας πως ορθώσουν ανάστημα απέναντι σε όλους όσοι προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν ένα καθεστώς τρομοκρατίας. Το ελληνικό ποδόσφαιρο, λοιπόν, για μια ακόμη φορά θα χύσει κροκοδείλια δάκρυα και θα στρουθοκαμηλίσει, επιλέγοντας την οδό της εθιμοτυπικής διαμαρτυρίας. Οι αναβολές των αγώνων, όπως είναι αυτονόητο, δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα, ενώ χρήσιμο θα ήταν οι Έλληνες διαιτητές να ασκήσουν και μια αυτοκριτική για όλα όσα μας οδήγησαν εδώ. Και φυσικά δεν υπονοώ ότι έχουν δώσει αφορμές που μπορούν να δικαιολογήσουν οποιαδήποτε επαίσχυντη ενέργεια, αλλά το ότι έχουν επιδείξει εδώ και δεκαετίες ανοχή και υποχωρητικότητα απέναντι σε παντός τύπου τραμπουκισμό, εκφοβισμό, άσκηση αθέμιτης πίεσης.

Αυτή τη στιγμή, όχι ως παρθενογένεση, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας νοσηρών και παθογόνων καταστάσεων, το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει αγγίξει τον πάτο και δεν μπορεί να συνεχίσει την πορεία του με την παρούσα μορφή. Με ένα κοινό παντελώς δηλητηριασμένο, που πλέον σιχαίνεται το ποδόσφαιρο, που περιβάλλει με μια ομίχλη υποψίας ό,τι κι αν συμβαίνει εντός αγωνιστικού χώρου, ένα κοινό που απέχει μαζικά από τα γήπεδα, αλλά δίνει το βροντερό «παρών» σε καβγάδες πληκτρολογίου, αλλά και ερτζιανά που σπέρνουν το μίσος και τη μωρία. Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ο χώρος όπου ανθεί ο ψευτοτσαμπουκάς, οι κανόνες που προσομοιάζουν στη νύχτα, η συνωμοσιολογία και τα υπόγεια αλισβερίσια.

Με την παρούσα κατάσταση, ο υπογράφων θεωρεί αδύνατον να ισχύσει το υπάρχον μοντέλο στη διαιτησία. Οι Έλληνες διαιτητές, ωσότου δημιουργηθεί, έστω αργά και σταδιακά, ένα πλαίσιο στοιχειώδους ευρυθμίας σε όλους τους τομείς, θα πρέπει αναγκαστικά να μην διαιτητεύουν κανένα από τα παιχνίδια των διεκδικητών του τίτλου, αν όχι κανένα από τα παιχνίδια της Σούπερ Λιγκ γενικότερα, ως ένα προσωρινό μέτρο περιορισμού αυτού του νοσηρού κλίματος. Εξάλλου, όπως είναι ηλίου φαεινότερο, άπαντες οι πρωταγωνιστές της ελληνικής φαρσοκωμωδίας των γηπέδων, από τους ποδοσφαιριστές και τους προπονητές ώς τους παράγοντες που σουλατσάρουν στη γραμμή του αράουτ εν ώρα αγώνα και τους πάντα έτοιμους να επέμβουν χούλιγκαν, αντιδρούν και συμπεριφέρονται διαφορετικά απέναντι σε ξένους διαιτητές, τουλάχιστον βάσει του μέχρι τώρα δείγματος γραφής.

Η λύση αυτή, φυσικά, αποτελεί παυσίπονο και όχι αληθινή θεραπεία, καθώς δεν είναι το ζητούμενο να εξαλειφθεί από το λεξικό των επαγγελμάτων το λήμμα «Έλληνας διαιτητής». Ωσότου, όμως, κατορθώσουμε (αν το κατορθώσουμε ποτέ, εν τέλει, διότι πλέον αμφιβάλλω) να εγκαθιδρύσουμε ένα κλίμα ελάχιστου πολιτισμού σε ό,τι αφορά το ποδόσφαιρο, οι ξένοι διαιτητές είναι μονόδρομος. Στο κάτω κάτω της γραφής, σε χίλια δυο άλλα σημαντικότερα από το ποδόσφαιρο, έχουμε παραδεχτεί φωναχτά και ξάστερα ότι τα έχουμε κάνει μαντάρα κι ότι πρέπει να έρθει κάποιος ξενόφερτος για να στρώσει την κατάσταση. Γιατί, λοιπόν, να συνιστά ντροπή να παραδεχτούμε την πλήρη μας ανικανότητα και στο ποδόσφαιρο;

Παρεμπιπτόντως, για να θέτουμε και τα πράγματα στη σωστή τους βάση, καλό θα ήταν να αναφέρουμε τα προφανή, τα οποία λησμονιούνται με περισσή ευκολία στη χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού. Ηθικοί αυτουργοί για την επίθεση στον Θανάση Τζήλο προφανώς και υπάρχουν, ασχέτως αν δεν θα τους προσαφθεί ποτέ το παραμικρό. Είναι οι ίδιοι που πασχίζουν, μέσα από ένα πανίσχυρο, παντοδύναμο, επαίσχυντο και αηδιαστικό στρατό έμμισθων φερέφωνων να μας πείσουν ότι από βιαστές και δυνάστες είναι πλέον αμνοερίφια και πληβείοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ