Skip to main content
Menu Αναζήτηση

ΠΑΟΚ: Τέλος εποχής, με φόντο τον Πύργο τον Λευκό!

Τα φαντάσματα θα σβήσουν και το όνειρο θα γίνει πραγματικότητα

Του Γιώργου Παπαδημητρίου 

Οι συνομήλικοι του υπογράφοντος που δηλώνουν ασπρόμαυρων οπαδικών φρονημάτων, όσοι ΠΑΟΚτσήδες δηλαδή βρίσκονται δηλαδή στα mid/late 30s, μεγάλωσαν με ιστορίες γοητευτικών φαντασμάτων. Μια ολόκληρη γενιά που γαλουχήθηκε με τις θύμησες μιας μακρινής εποχής δόξας, μιας κληρονομιάς που ποτέ δεν πήρε σάρκα και οστά εντός των 4 γραμμών του γηπέδου. Διηγήσεις που γιγάντωναν τον θρύλο, ο οποίος έβρισκε στήριγμα μονάχα στις κερκίδες, στις εξέδρες, στις γαλαρίες λεωφορείων, στις ασυνόδευτες εκδρομές, στις στιγμές παράνοιας ενός οπαδικού κορμού που αντιμετώπιζε την ομάδα του με δέος και πάθος δυσανάλογο με τις αγωνιστικές επιδόσεις εντός τερέν. Σκόρπιες στιγμές χαράς, σποραδικοί και μεμονωμένοι θρίαμβοι, υπόνοιες και ελπίδες μιας ένδοξης (αλλά εν τέλει ανέφικτης) υπέρβασης.

Στην πραγματικότητα, όμως, ένα μέγεθος που δεν έλεγε να συρρικνωθεί λόγω της αύρας που το ακολουθούσε, αλλά πάντα ανήμπορο να μεγαλουργήσει, εγκλωβισμένο στη μέγκενη μιας άγραφης κατάρας. Κι ο χορός με τα φαντάσματα να βαστά ακόμη. Το γκολ του Κούδα, στο 4-0 με τον Ολυμπιακό στις Σέρρες, που το είδαν μόνο οι παρόντες στο γήπεδο και κάνουν λόγο για το ομορφότερο γκολ στην ιστορία της ομάδας. Τα κλάματα του Νέτο Γκουερίνο, στο κάγκελο της Θύρας 4, στο νικητήριο γκολ με την ΑΕΚ που χάριζε το πρωτάθλημα του 1976. Ο Γκιούλα Λόραντ που έσβησε στο χορτάρι, στον τόπο όπου λατρεύτηκε σαν θεός. Τα ανάποδα πορτοκαλί μπουφάν, η στήριξη στις οπαδούς της ΑΕΛ το 1988, στην απειλή αφαίρεσης βαθμών (παρά το ότι ο ΠΑΟΚ θα επωφελούταν ως δεύτερος τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή), ο μύθος της εξέδρας, η ασύλληπτη παράδοση με τον Ολυμπιακό εντός έδρας, το 6-1 στη νεόδμητη ομάδα του Κοσκωτά στις Σέρρες, τα ατελείωτα πέναλτι με την Μπάγερν Μονάχου, οι διαβόητες διαιτητικές σφαγές, οι υπερβολές και τα φουσκώματα αυτών των σφαγών, οι αμέτρητες ιστορίες οπαδικής τρέλας (σαν αυτή με τους σκουπιδοντενεκέδες φορτωμένους με πέτρες που τρύπωσαν νύχτα στο Καυτανζόγλειο), φαντάσματα, στοιχειωμένα μη-βιώματα που έμοιαζαν χειροπιαστά, η θολούρα της ξεφτισμένης αίγλης και της απροσμέτρητης ματαίωσης.

Ο κόσμος αλλάζει χωρίς τον παραμικρό οίκτο για τη δική σου μελαγχολία, για την αβάσταχτη νοσταλγία που στήνει ενέδρες παντού. Ο χρόνος κυλά δίχως λύπηση καμιά, γλιστρά σαν άμμος από τα χέρια. Κι από τις στιγμές που ανασύρω από το σεντούκι της παιδικής μνήμης, μοιάζουν να έχουν περάσει αιώνες και όχι δεκαετίες. Ο ρομαντισμός δεν έχει απλώς πεθάνει, έχει μετατραπεί σε κιτρινισμένο απόκομμα σε προκάτ vintage άλμπουμ, από αυτά που πουλάνε ξεδιάντροπα το συναίσθημα με το κιλό. Ο φίλαθλος κόσμος έχει μετακομίσει από τα γήπεδα στα ιντερνετικά σχόλια, στο live στοίχημα, στα ερτζιανά (όπου κρέμεται από τα χείλη ανθρώπων ανάξιων σχολιασμού), ο ακραίος οπαδισμός έχει κυλήσει στο βούρκο των οργανωμένων ραντεβού, των άνανδρων επιθέσεων, των δολοφονιών, των βίντεο με ανδραγαθήματα δειλίας που καμώνονται πως ξεχειλίζουν από μαγκιά, η κουβέντα για το ποδόσφαιρο έχει εκτροχιαστεί σε ένα γραφικό παραλήρημα στραβοστόμικης συνωμοσιολογίας και επίδειξης χωριατιάς, νεοπλουτισμού και στρεβλού ψευτό-ανδρισμού.

Κι όμως, σε πείσμα όλων των παραπάνω, ο ΠΑΟΚ, στο δικό μου τεφτέρι της καρδιάς και του μυαλού, δεν μπλέχτηκε ποτέ με όλα αυτά. Ο ΠΑΟΚ έμεινε καρφωμένος σε εκείνα τα ανείπωτα, σε ένα σκίρτημα που δεν μεταδίδεται ποτέ, σε ένα αίσθημα απόλυτης ανιδιοτέλειας και αφοσίωσης, σαν μια προσωπική πατρίδα, αυστηρά προσωπική και βαθιά συντροφική την ίδια ακριβώς στιγμή. Στο μπλε ραδιοφωνάκι που έμεινε αγκυροβολημένο στο αυτί του δωρικού παππού μου, ακόμη κι όταν είχε στραγγιχτεί όλη η ζωή από μέσα του, όταν επέμενε να ακούει τα φτωχά πεπραγμένα του Χιονά, του Μαλιούφα, του Γκιτσιούδη σαν (όχι και τόσο ένδοξο) κατευόδιο στον άλλο κόσμο. Σε εκείνη τη μέρα όπου αντί για τα Παλαιοφάρσαλο κατεβήκαμε στο Λειανοκλάδι (μα είναι δυνατόν για τα Τρίκαλα να κατεβαίνεις σε ένα μέρος που λέγεται Παλαιοφάρσαλο;), πήραμε ταξί για τη Λαμία κι από εκεί πείσαμε τον οδηγό να μπούμε υπεράριθμοι (και όρθιοι) στο επόμενο ΚΤΕΛ για τα Τρίκαλα, για να προλάβουμε σκάρτο ένα ημίχρονο ενός φρικιαστικά αδιάφορου ντέρμπι, στο τρεχαλητό να βρούμε το γήπεδο σε μία άγνωστη πόλη, όπου πληροφορηθήκαμε ότι δεν είχαμε χάσει και πολλά γιατί το ματς είχε διακοπεί στο 3' λόγω των πιο ανούσιων επεισοδίων στην ιστορία των επεισοδίων (σε αγώνα με τον Άρη που διεξαγόταν στα Τρίκαλα λόγω τιμωρίας, 2-0 το τελικό, με γκολ των Θεοδωρίδη και Γιασεμάκη). Στις ατελείωτες αθετήσεις επαγγελματικών, ακαδημαϊκών, συναισθηματικών, οικογενειακών υποχρεώσεων για να ξεκλέψω χρόνο για κάποιο Αιγάλεω-ΠΑΟΚ, όπου το περήφανο διπλό θα μας εκτόξευε από την έκτη στην πέμπτη θέση κι από εκεί, ξέρετε, η κορυφή είναι δυο βήματα. Στο “Νίκο γ*** την Έφη γιατί χανόμαστε” που είχε γράψει κάποιος θεοπάλαβος στο πιο ψηλό σημείο, στον εξωτερικό τοίχο της Θύρας 5 (ακόμη αναρωτιέμαι πώς το έκανε). Στα παιδιά με τις μοϊκάνες και τα ραφτά στα μπουφάν που πρωτοαντίκρισα στην 4Α, σε μια πρώτη γνωριμία με έναν αθέατο κόσμο που δεν εμφανίζεται ποτέ στη γυαλισμένη μας καθημερινότητα. Στις πυρετώδεις προετοιμασίες και την επιχείρηση αντάξια blockbuster χολιγουντιανής παραγωγής για να φιλοτεχνηθούν τα πλαστά εισιτήρια για τον τελικό του 2003 (με έμφαση στη λεπτομέρεια επιπέδου πεπειραμένου παραχαράκτη), στην Τούμπα. Στις περίπου 40 ώρες (μήπως ήταν και παραπάνω;) στον δρόμο, με το χαλασμένο λεωφορείο στη μέση του πουθενά, καθοδόν προς την Πράγα, για να δούμε την ομαδάρα να αρπάζει 4 γκολ στους -17 βαθμούς Κελσίου. Στη στιγμή που έμαθα, και συγκινήθηκα στα μικράτα μου, ότι το σύμβολο του ΠΑΟΚ δεν είναι κοπιάρισμα του αετού της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά μια ένδειξη πένθους και ξεριζωμού, με φτερά σφραγισμένα και όχι ανοιχτά. Αυτά και χίλια άλλα. Που δεν έχουν καμία σχέση με μεταγραφές, τίτλους, πλούσιους ιδιοκτήτες και ανταλλαγή ηλίθιων σχολίων με αντίπαλους οπαδούς στο ίντερνετ.

Την Κυριακή, κατά τις 9 το βράδυ, κατά πάσα πιθανότητα, τα φαντάσματα θα κάνουν για λίγο στην άκρη. Και θα υπάρξει μια βασανιστική αμηχανία, όπως κάθε φορά που πραγματώνεται ένα όνειρο, διότι αυτή η πραγμάτωση κρύβει μέσα τον απόλυτο τρόμο της εξάλειψης αυτού (αλλά και κάθε) ονείρου. Από τότε που σμιλεύτηκε η φαντασίωση ενός πρωταθλήματος μέχρι την επικείμενη υλοποίησή της, έχουν αλλάξει τόσα πολλά μέσα μου, γύρω μου, στους δίπλα μου, έχουν υπάρξει τόσες απώλειες κάθε είδους και κάθε μορφής, τόσοι συμβιβασμοί και τόσες υποχωρήσεις, τόσοι μικροί θρίαμβοι και τόσες ανυπολόγιστες ήττες, που θα ήταν αδύνατον να μην έχει μεταλλαχθεί και ο τρόπος με τον οποίο θα βιώσω αυτή την υπέρβαση/μετάβαση. Η στιγμή αυτή θα αλλάξει τη ζωή μου αφάνταστα λιγότερο απ' όσο ανέμενα στα παιδικά/νεανικά μου χρόνια, αυτό είναι βέβαιο. Αλλά το βούρκωμα και το χαμόγελο που θα προκαλέσουν δεν θα έχουν όμοιό τους, θα είναι μοναδικά υπό την έννοια ότι θα είναι στην κυριολεξία ανεπανάληπτα. Σαν ένα πρώτο φιλί. Ένα πυροτέχνημα που εκρήγνυται μέσα σου και ελπίζεις ότι θα αποθηκεύσεις μια σπίθα για μια ακαθόριστη στιγμή ανάγκης στο μέλλον.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ