Skip to main content
Menu Αναζήτηση

Κορωνοϊός: Το κράτος που «μισούμε» και οι γιατροί που «υποτιμούμε»

Τα μαθήματα που λαμβάνουμε από τον κορωνοϊό

Του Γιώργου Παπαδημητρίου

Οι εξελίξεις στο μέτωπο της μάχης έναντι στον κορωνοϊό τρέχουν με ιλιγγιώδη ρυθμό, τα δεδομένα αλλάζουν στην κυριολεξία από ώρα σε ώρα, σε σημείο που κάθε μέρα μοιάζει με ολοκαίνουργια υπόθεση. Αυτή η πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνει ολόκληρος ο πλανήτης θαρρείς έχει προκαλέσει μια διαστολή του χρόνου. Οι δείκτες μοιάζουν να κινούνται πιο αργά, τα πάντα γίνονται αντιληπτά από το μυαλό και τις αισθήσεις λίγο διαφορετικά. Κι αν η μάχη ακόμη μαίνεται, σε όλα τα επίπεδα, μετατρέποντας κάθε συζήτηση για το «μετά» κάπως άστοχη (όταν υπάρχει ο αστερίσκος «αφότου ξεμπερδέψουμε από όλα αυτά», το παρόν στην ουσία καταπίνει το μέλλον), είναι απολύτως βέβαιος πως ότι μπει μια τελεία, ή έστω μια άνω τελεία, στον καλπασμό της πανδημίας, ο κόσμος μας θα είναι διαφορετικός. Και μαζί του, θα έχουν αλλάξει πολλές από τις εδραιωμένες πεποιθήσεις μας.

Τον τελευταίο καιρό, οι αγαπημένες λέξεις στα χείλη πολλών από εμάς/εσάς περιστρέφονται γύρω από την αξία της επιστήμης, τη στήριξη του ιατρικού κλάδου και των επαγγελμάτων του, την αναγκαιότητα ανάληψης ευθύνης τόσο από ένα εύρυθμο κράτος όσο και από τον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Και δεδομένου ότι η επέλαση του Covid-19 αναμένεται να αποτελέσει ένα μνημειώδες κεφάλαιο στην παγκόσμια ιστορία, θα ήταν μάλλον χρήσιμο να εξαγάγουμε όσο περισσότερα οφέλη μπορούμε, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, τόσο στη δική μας χώρα όσο και σε οικουμενική κλίμακα.

Πάνω απ’ όλα, είναι μια χρυσή ευκαιρία να αλλάξει το πρόσημο της σχέσης μας με το κράτος, μέσα από μια αμφίδρομη επικοινωνία εμπιστοσύνης. Η πανδημία αυτή συνιστά μιας πρώτης τάξης αφορμή ώστε να γίνουμε πιο απαιτητικοί από το κράτος ως προς την ανάληψη μέτρων απέναντι σε όλα τα προβλήματα (αναφερόμαστε στο κράτος εν γένει, όχι στην εκάστοτε κυβέρνηση που θέλουμε να «ταλαιπωρήσουμε» επειδή το κόμμα μας είναι στην αντιπολίτευση) και συγχρόνως, να «προπονηθούμε» κι εμείς οι ίδιοι σε ένα σπορ σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα: στην πειθάρχηση σε κανόνες, στη συνειδητοποίηση ότι οι πράξεις μας ενδέχεται να μην επηρεάζουν μονάχα εμάς τους ίδιους, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Έστω και τώρα, έστω και με τόσες διαχρονικές παθογένειες, ίσως όλα αυτά που βιώνουμε αυτό τον καιρό να προσφέρουν μια αφορμή για την εγκαθίδρυση μιας σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και κρατικής εξουσίας: να απαιτούμε από το κράτος όλα όσα εμπίπτουν στην ευθύνη του και συγχρόνως να θεωρούμε εαυτούς κομμάτι ενός συνόλου αντί να ιδιωτεύουμε ασύστολα και ανερυθρίαστα.

Από εκεί και έπειτα, η κρίση αυτή που απειλεί το ύψιστο αγαθό της υγείας, μας έχει ωθήσει να επαναδιατυπώσουμε ορισμένους από τους εύκολους αφορισμούς που εκτοξεύαμε. Οι γιατροί και γενικότερα το ιατρικό προσωπικό, ασχέτως αν ο καθείς από εμάς μπορεί να έχει μια μεμπτή ιστορία να διηγηθεί (έλλειψη εξυπηρέτησης ή «φακελάκι» ή οτιδήποτε τέτοιο), αποτελούν τη ραχοκοκαλιά μιας χώρας. Και η παροχή ιδανικών συνθηκών εργασίας, σταθερών αμοιβών και αξιοπρεπών ωραρίων στον συγκεκριμένο κλάδο θα πρέπει να είναι απαίτηση όλων μας. Διότι ο κλάδος αυτός, εκ των πραγμάτων, φροντίζει όχι μόνο τα του οίκου του, αλλά και για ολόκληρη την κοινωνία. Φυσικά, είναι μάλλον αναγκαία και μια συνολική αλλαγή ρότας όσον αναφορικά τις μοντέρνες αντιλήψεις περί του δημόσιου συστήματος υγείας, οι οποίες εδώ και πολλά χρόνια προσπαθούν να πείσουν άπαντες πως το δημόσιο σύστημα υγείας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βαρίδι που κρατά το ελληνικό κράτος στάσιμο. Όπως αποδείχτηκε περίτρανα, η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική.

Το δημόσιο σύστημα υγείας οφείλει να είναι θωρακισμένο, πλήρες, λειτουργικό, αποτελεσματικό, στελεχωμένο και εύρωστο. Διότι σε περιόδους αστάθειας και έκτακτων συνθηκών, είναι αυτό που θα κληθεί να σηκώσει το βάρος μιας ιερής αποστολής. Η ελεύθερη αγορά, ασχέτως αν λειτουργεί θετικά σε διάφορους τομείς της ζωής μας, δεν είναι πανάκεια και δεν πρέπει να δρα με τρόπο αχαλίνωτο. Εξάλλου, η περιβόητη ικανότητα μεταφυσικής αυτορύθμισης που υποτίθεται πως διαθέτει, έχει πολλάκις αποδειχτεί μύθος. Το κράτος, και δη το ελληνικό, θα πρέπει επιτέλους να βρει μια ισορροπία. Να μην λειτουργεί ως Λεβιάθαν αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίζει και ορισμένα προαπαιτούμενα ασφαλείας και κοινωνικής ειρήνης. Το άτομο και το κράτος, το δημόσιο και το ιδιωτικό πρέπει επιτέλους να περάσουν από το καθεστώς ανούσιας αντιπαλότητας που σιγοτρώει τις ελληνικές σάρκες εδώ και δεκαετίες και να εισέλθουν σε ένα καθεστώς συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης.

Τέλος, αν όντως έχουμε επιτέλους πειστεί για την ιερή αποστολή της επιστήμης, τότε καλό θα είναι να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας, ιδίως πιέζοντας τους εκλεγμένους και αιρετούς φορείς, ώστε αυτό το κύμα εκτίμησης να μην είναι παροδικό, εφήμερο και ιδιοτελές. Η έρευνα και η τεχνογνωσία, η επένδυση στην επιστημονική αυθεντία δεν είναι πολυτέλεια για κανένα σύγχρονο κράτος. Είναι, αντιθέτως, ύψιστη προτεραιότητα και αυτονόητη ανάγκη. Αρκετά με τους σελέμπριτιζ, του ινφλουένσερς, τους ποδοσφαιριστές (που είναι και άμπαλοι), τις στάρλετ, τους πανελίστες, τους αμόρφωτους ιεροκήρυκες των (αθλητικών) ερτζιανών. Οι αληθινοί σούπερ σταρ της κοινωνίας είναι αυτοί που σώζουν ζωές (επιστήμονες) και αυτοί που κάνουν τη ζωή ομορφότερη (καλλιτέχνες).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ