Του Γιώργου Παπαδημητρίου
Ήταν Μάιος του 2019, όταν ο Νίκος Γκιώνης, ιθύνων νους και ψυχή των (εξαιρετικών) εκδόσεων ΠΟΛΙΣ μού είχε προτείνει να εργαστώ για λογαριασμό του στη διάρκεια της 16ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Θεσσαλονίκης (09-12/05/2019), αναλαμβάνοντας ένα πολύ συγκεκριμένο -και αρκετά πρωτόγνωρo για την επαγγελματική μου εμπειρία έως εκείνη τη στιγμή- καθήκον: θα γινόμουν κάτι σαν attaché-βοηθός-παρέα-άτυπος ξεναγός του διάσημου Ούγγρου συγγραφέα Λάσλο Κρασναχορκάι, ο οποίος θα τιμούσε με την παρουσία του τη διοργάνωση και την πόλη μας.
Γνωστός και αρκετά δημοφιλής στην Ελλάδα, αλλά και λατρεμένος στους σινεφίλ κύκλους ως σταθερός συνεργάτης και σεναριογράφος του Μπέλα Ταρ, ο Κρασναχορκάι βρισκόταν ήδη σε μια άτυπη βραχεία λίστα δημιουργών που προαλείφονταν ως φαβορί για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Για να το θέσουμε πιο απλά, ήταν κάτι σαν κοινό μυστικό ότι ο Λάσλο θα στεφόταν αργά ή γρήγορα νομπελίστας. Φυσικά, μηδένα προ του τέλους μακάριζε που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, καθότι ο ογκόλιθος Φίλιπ Ροθ κάθε χρόνο ακουγόταν ως βέβαιος νικητής, αλλά τελικά έφυγε από τη ζωή χωρίς να δει τη χαρά του Νόμπελ. Αυτό, όμως, είναι μια άλλη ιστορία.
Επιστροφή στη Θεσσαλονίκη και τη ΔΕΘΒ του 2019. Αρκετά τρακαρισμένος συναντώ για πρώτη φορά τον Λάσλο Κρασναχορκάι στο λόμπι του ξενοδοχείου The Met, αγωνιώντας περισσότερο για πρακτικούς, παρά για συναισθηματικούς, λόγους. Με άλλα λόγια, περισσότερο έτρεμα στην ιδέα ότι θα έχω να κάνω με κάποια ιδιότροπη διασημότητα που θα μου έψηνε το ψάρι στα χείλη, παρά ανησυχούσα πως θα έβλεπα έναν σπουδαίο δημιουργό να γκρεμίζεται από κάποιον (δικό μου επινοημένο) θρόνο ποιότητας. Τα όσα επακουλούθησαν θα τα θυμάμαι για πάντα ως μία από τις πιο αναπάντεχα ευχάριστες αναμνήσεις της ζωής μου.
Ο Λάσλο, που στα βιβλία του δείχνει ορκισμένα μαλωμένος με τα σημεία στίξης, στην αληθινή του ζωή αποδείχθηκε προικισμένος με γαλήνιες παύσεις και έναν υπνωτιστικό ρυθμό που αποπνέει μια απόκοσμη ηρεμία. Το κλισέ που υποστηρίζει πως οι αληθινά μεγάλοι και τρανοί δεν έχουν ανάγκη από πόζες και καμώματα βρίσκει πέρα από κάθε αμφιβολία την τέλεια ενσάρκωση στο πρόσωπο αυτού του πράου και τετραπέρατου ανθρώπου.
Τέσσερις -εννοείται κουραστικές από άποψη δουλειάς- μέρες κύλησαν σαν το απόλυτο νεράκι, και αυτό που μου προξένησε τη μεγαλύτερη εντύπωση, πέρα από την εξωφρενική έμφυτη ευγένεια ενός τρομερά ταπεινού σταρ, ήταν το άσβεστο ενδιαφέρον που επιδείκνυε απέναντι στους ανθρώπους, τους τόπους και τις αθέατες, λιγότερο προβεβλημένες, ιστορίες τους. Χωρίς ίχνος βεντετισμού, ένας μελλοντικός νομπελίστας ρωτούσε έναν παντελώς άγνωστο -και τριάντα χρόνια νεότερό του- ολιγοήμερο υπάλληλο-βοηθό τα πάντα για τη ζωή του, από τι σπούδασα και πού δουλεύω μέχρι τι αγαπώ και απεχθάνομαι, πώς είναι η ζωή στη Θεσσαλονίκη και στην Ελλάδα, αλλά και χίλια δυο άλλα που τώρα μου διαφεύγουν.
Μειλίχιος και αυθεντικά αμήχανος απέναντι στις εκδηλώσεις αγάπης του κοινού, ο Λάσλο λαχταρούσε να χαθεί στη Θεσσαλονίκη για τέσσερις μέρες, αποζητώντας συνεχώς να του δείξω τα στέκια, τα φαγάδικα, τα καφέ, τα σοκάκια, τα πλακόστρωτα και τα καλντερίμια της δικής μου καθημερινότητας, «μακριά από το αγριεμένο (τουριστικό) πλήθος». Την ίδια στιγμή, ο ίδιος διηγούταν ιστορίες που σε άφηναν με το στόμα ανοιχτό, έτοιμος να μοιραστεί πτυχές του χαρακτήρα του και προσωπικά βιώματα λες και μιλούσε με κάποιον φίλο από τα παλιά. Όσο για τους διάττοντες κατά φαντασίαν εγχώριους ανθυποαστέρες που προσπαθούσαν να του κάνουν μανιωδώς φιγούρα, τους αντιμετώπιζε με χάρη, κομψότητα, αλλά και αδιαπραγμάτευτη στιβαρότητα.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Λάσλο μού (απ)έδειξε και έμπρακτα την εγγενή γενναιοδωρία του και την εκτίμησή του προς εμένα, αλλά το πώς συνέβη αυτό θα το κρατήσω για την αφεντιά μου: ο ίδιος θα απεχθανόταν το αδιάκριτο κουτσομπολιό και ποσώς με απασχολεί αν θα βρεθεί κάποιος να με θεωρήσει μουφατζή. Όχι, δεν είμαστε φίλοι με τον Λάσλο, καμία απολύτως σχέση, κάναμε χρόνια να μιλήσουμε, και τώρα, με αφορμή το Νόμπελ, απλώς του έστειλα ένα συγχαρητήριο email και εκείνος με ευχαρίστησε ευσύνοπτα και λακωνικά. Παρ’ όλα αυτά, εκείνες τις τέσσερις μαγιάτικες ημέρες του 2019, δεν είναι ψέμα ή υπερβολή να ισχυριστώ πως είχα αποκτήσει έναν (εφήμερο) διάσημο φίλο, που έμελλε να κατακτήσει το λογοτεχνικό Έβερεστ. Κι αυτή η διαπίστωση, αρκετό καιρό μετά, μου αφήνει μια γλυκιά και αστεία αίσθηση στο στόμα.
Υγ1: Δεν θα παραστήσω τον μύστη του λογοτεχνικού του έργου, δόξα τω θεώ στο ελληνικό facebook κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή χιλιάδες χρήστες που μάλλον έχουν διαβάσει τα απάντα του Λάσλο απευθείας από τα ουγγρικά. Η μελαγχολία της αντίστασης είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά -και, φυσικά, δύσκολα και απαιτητικά- βιβλία που έχω διαβάσει, το οποίο αποτέλεσε τη βάση και για την ταινία Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ του Μπέλα Ταρ, μίας από τις σπουδαιότερες κινηματογραφικές δημιουργίες των τελευταίων πολλών δεκαετιών, που με είχε τσακίσει συθέμελα. Το Πόλεμος και πόλεμος είναι η επιτομή του μοντερνισμού από αμέτρητες απόψεις, ενώ το Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω το άφησα στη μέση γιατί βαρέθηκα, ντροπής πράγματα δηλαδή.
Υγ2: Τη νύχτα της 11ης Μαΐου 2019, την προτελευταία βραδιά της 16ης ΔΕΒΘ, ήμουν σε πραγματικό αναβρασμό διότι ο ΠΑΟΚ διεκδικούσε το πρώτο νταμπλ της ιστορίας του στον τελικό κυπέλλου με την ΑΕΚ, την ώρα που εγώ ήμουν αναγκασμένος να παραστώ σε ένα ακόμη βραδινό τραπέζωμα προς τιμήν του Λάσλο. Προφανώς, του εκμυστηρεύτηκα τον γκαϊλέ και καημό μου. Εκείνος, αν και μηδενικά ποδοσφαιρόφιλος, με ρώτησε τα πάντα για τον αγώνα και την αγωνία μου. Κερδίσαμε 1-0, και μέσα μου ήταν σαν να είχε συνεισφέρει και ο Λάσλο στην επίτευξη του νικητήριου γκολ.
