Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Δανείζομαι και παραφράζω σήμερα έναν τίτλο του μάγου, Ν. Καζαντζάκη, και εύχομαι να με συγχωρέσει, ιδίως λόγω εορταστικής περιόδου.
Πριν από λίγες ημέρες λοιπόν, μια πολύ αγαπημένη φίλη μου με καταχέριασε ευγενικά, φυσικά. «Να ξέρεις, Παναγιώτη, δε διαβάζω όλα σου τα άρθρα, αλλά αυτά που διαβάζω, μου αφήνουν έναν κενό. Είναι λίγο σα να μας ετοιμάζεις για απογείωση και ξαφνικά σταματάς. Είσαι πολύ politically correct».
Στην πραγματικότητα αυτό που εννοούσε, όπως μου εξήγησε, είναι, ότι θεωρεί πως περισσότερο περιγράφω καταστάσεις και λιγότερο παίρνω θέση. Και ακόμα λιγότερο, προτείνω μεθόδους αντιμετώπισης.
Η αλήθεια είναι, ότι το σκέφτηκα αρκετά και αποφάσισα λοιπόν να κάνω την αναφορά μου αυτή.
Άλλωστε είναι το τελευταίο άρθρο αυτής της χρονιάς και χρειάζεται ένας απολογισμός.
Ξεκινάμε λοιπόν.
Στόχος της συγκεκριμένης αρθρογραφίας είναι, να παρουσιάζονται ζητήματα, τα οποία για κάποιο λόγο κεντρίζουν το ενδιαφέρον του γράφοντα. Δεν υπάρχει δηλαδή ατζέντα συγκεκριμένη ή θεματολογία. Αν κανείς ανατρέξει στο σύνολο των άρθρων, θα δει, ότι αφορούν σε διάφορα και διαφορετικά θέματα.
Επίσης, σε μεγάλο βαθμό επικεντρώνονται σε γεγονότα και εξελίξεις που προβληματίζουν, θυμώνουν και ανησυχούν. Σε αυτή τη θεματολογία λοιπόν, θα μπορούσε κανείς να δεχτεί, ότι θα ήταν χρήσιμο, η παρέμβαση -ή η διάθεση για αυτή- να είναι πιο έντονη και πιο δυναμική. Εκεί λοιπόν επικεντρώθηκε κατά βάση ο προβληματισμός για το προαναφερθέν καταχέριασμα.
Σκέφτομαι λοιπόν, ότι έχω πολλές φορές εκφράσει την απαρέσκεια, αν όχι απέχθεια, για την άκρα δεξιά -και τα άκρα γενικότερα- και την απόγνωσή μου για το γεγονός, ότι ολοένα κερδίζει πόντους.
Αναρωτιέμαι λοιπόν, ποια θα μπορούσε εδώ, να είναι η δυναμική παρέμβαση;
Σίγουρα θα πρέπει να ορθώσουμε ανάστημα και να βροντοφωνάξουμε τη διαφωνία μας, αλλά από εκεί και πέρα, τί;
Αυτό που πρέπει οπωσδήποτε, να αποφύγουμε είναι, να γίνουμε ίδιοι. Δηλαδή μισαλλόδοξοι και βίαιοι.
Αν είχα κάτι, να προτείνω, θα ήταν να επικεντρωθούμε στην επιχειρηματολογία και την ουσία και να κοιτάξουμε να ενισχύσουμε την αντίδρασή μας σε αυτό ακριβώς το επίπεδο. Να προσέξουμε την παιδεία μας και να επιδιώξουμε επιτέλους να φτιάξουμε πολίτες σκεπτόμενους. Α, και το σημαντικότερο: να μην προσπερνάμε το φαινόμενο, θεωρώντας το ανάξιο λόγου. Δεν είναι και οι σύγχρονες εξελίξεις το αποδεικνύουν.
Άλλο θέμα είναι το εξαιρετικά χαμηλό και τοξικό επίπεδο του πολιτικού λόγου. Όπου μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος, απολύτως συγγενές με το προαναφερθέν και κινούμενο και πάλι κατά κανόνα στα άκρα, ποντάρει μόνο στην επιφάνεια και στο show. Το ουσιαστικό περιεχόμενο και η ίδια η πολιτική δεν έχουν καμία σημασία. Και το ακόμα χειρότερο είναι, ότι επειδή η τακτική αυτή ενδυναμώνεται συνεχώς, την ακολουθεί πλέον το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων. Δείτε, ποιοι βγαίνουν μπροστά και ποιοι μένουν στο περιθώριο τον τελευταίο καιρό και θα καταλάβετε, τί εννοώ.
Εδώ τώρα, τί να πεις; Έχουμε δημοκρατία και μας αρέσει και ως εκ τούτου, ο καθένας μπορεί και πρέπει να λειτουργεί, όπως νομίζει. Προσωπικά είμαι θερμός οπαδός των αρχών του Διαφωτισμού και άρα του δικαιώματος στην άποψη, ακόμα και αν διαφωνώ κάθετα. Αυτό που μπορείς βέβαια να κάνεις, είναι να εκφράζεις τη διαφωνία σου και να την καταθέτεις.
Τώρα λοιπόν που το σκέφτομαι λίγο καλύτερα, διαπιστώνω το εξής οξύμωρο: όταν εκφράσεις αυτήν ακριβώς τη διαφωνία σου απέναντι στη συγκεκριμένοι εξαλλοσύνη, οι έξαλλοι γίνονται ακόμα πιο έξαλλοι από θυμό. Και προσβάλλονται και επιτίθενται, σα να μην έχεις δικαίωμα εσύ, που έχεις την προαναφερθείσα άποψη, να στέκεσαι απέναντι. Εσύ και κανένας άλλος. Αυτό με μία λέξη μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί: φασισμός.
Και όπως γενικότερα ισχύει για κάθε έκφανσή του, πρέπει να αντισταθούμε και σε αυτό.
Ας πάρουμε λοιπόν ως παράδειγμα ένα γεγονός από την επικαιρότητα: τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Κανείς δεν μπορεί και δε δικαιούται να αμφισβητήσει ή να περιορίσει το δικαίωμα ενός κλάδου να κινητοποιείται δυναμικά και να διεκδικεί αυτά που θεωρεί, ότι δικαιούται. Είναι κατάκτηση της δημοκρατίας αυτό, και, όπως είπαμε ήδη, η δημοκρατία μας αρέσει.
Ομοίως όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ή να περιορίσει το δικαίωμα των υπολοίπων που υφίστανται συνέπειες από τις κινητοποιήσεις αυτές να διαφωνούν με τον τρόπο και το είδος. Δεν είναι λοιπόν -και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως- αδιανόητο ή αντιδραστικό το ότι κάποιος διαφωνεί με το γεγονός, ότι του κλείνουν το δρόμο. Διότι έτσι το παρουσιάζουν οι διάφοροι κινητοποιησολάγνοι (είναι ένα φαινόμενο της εποχής και αυτοί) και όσοι είναι υποστηρικτικοί από ιδεολογία και άποψη ή από συμφέρον.
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω, ότι τις περισσότερες φορές τα άρθρα έχουν ως κίνητρο κάτι που έλεγε ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, ο Σωκράτης και με το οποίο μου έχει μείνει. Έλεγε λοιπόν, όταν ξεκινούσε μια συζήτηση στο συνομιλητή του, ότι ή θα βρουν αυτό ψάχνουν ή θα διαπιστώσουν, ότι δεν το ξέρουν και θα απαλλαγούν από την αντίθετη εντύπωση που μπορεί να είχαν.
Καλή μου Μπέκυ, ελπίζω σήμερα, να σε κάλυψα κάπως.
Καλή χρονιά σε όλους.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis (www.anplegal.gr).
