Η οικογένεια αποτελεί την πρώτη κοινωνία που γνωρίζει ένα παιδί, το πρώτο πλαίσιο όπου διαμορφώνεται η προσωπικότητα και οι αξίες του. Όπως μου έλεγε ο πατέρας μου: «Τα πάντα ξεκινάνε μέσα από την οικογένεια». Δυστυχώς, παρά την πρόσφατη αυστηροποίηση της νομοθεσίας για την ενδοοικογενειακή βία, παρατηρείται αύξηση των περιστατικών, αντί να αποτρέπεται η βία. Οικονομική πίεση, υπερχρέωση και έλλειψη επικοινωνίας ενισχύουν τις συγκρούσεις, με σοβαρές συνέπειες για όλα τα μέλη, κυρίως για τα παιδιά και τις γυναίκες, χωρίς να αποκλείεται η βία κατά ανδρών. Τα Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας παρέχουν πλέον τεχνολογικά μέσα προστασίας, όπως τα «panic button», που επιτρέπουν την άμεση ειδοποίηση των αρχών σε περίπτωση κινδύνου.
Ο ισχύων νόμος για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας είναι ο Νόμος 3500/2006, ο οποίος, με τις τροποποιήσεις του Ν.5172/2025 και Ν.5090/2024, προβλέπει αυστηρές ποινές, ακόμη και την επιβολή έκτισης αυτών, προστασία ανηλίκων και μέτρα για τα θύματα.
Ο νόμος καλύπτει σωματική, ψυχολογική και οικονομική βία και εισάγει τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης. Μέσω αυτής, ο δράστης, με τη συγκατάθεση του θύματος, μπορεί να παρακολουθήσει πρόγραμμα ψυχοθεραπείας ή συμβουλευτικής. Η υπόθεση αναστέλλεται για τρία έτη, κατά τα οποία ο δράστης ολοκληρώνει το πρόγραμμα και πιστοποιείται από τον ψυχοθεραπευτή, ενώ το θύμα διατηρεί το δικαίωμα αποζημίωσης.
Η μη συμμόρφωση του φερόμενου ως δράστη προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης και η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας οδηγεί στην ανατροπή της συμφωνίας. Σε αυτή την περίπτωση η υπόθεση εκδικάζεται σε νέα δικάσιμο από το αρμόδιο πλημμελειοδικείο ενώ οι χρηματικές αξιώσεις του θύματος αναβιώνουν αναδρομικά και μπορούν να διεκδικηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας.
Επιπλέον, η ποινική διαμεσολάβηση δεν εμποδίζει την υποβολή αιτήματος διαζυγίου ή λύσης συμφώνου συμβίωσης, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του δράστη οι χρηματικές αξιώσεις του θύματος αναβιώνουν αναδρομικά και μπορούν να αναζητηθούν νόμιμα.
Ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με το με το άρθρο 20 Ν.5172/2025, δίνεται και στις υποχρεώσεις των επαγγελματιών που έρχονται σε επαφή με ανήλικα ή ενήλικα θύματα. Εκπαιδευτικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, ιατροί, φαρμακοποιοί και άλλοι επαγγελματίες υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως κάθε ένδειξη ενδοοικογενειακής βίας στις αρμόδιες αρχές, ακόμη και αν υπάρχει επαγγελματικό απόρρητο. Οι καλόπιστες αναφορές προστατεύονται από οποιαδήποτε πειθαρχική ή άλλη κύρωση.
Η πρόληψη παραμένει κρίσιμη. Η εκπαίδευση των παιδιών στα ανθρώπινα δικαιώματα, η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, η έγκαιρη παρέμβαση και η τεχνολογική υποστήριξη μέσω panic button μπορούν να μειώσουν τα μελλοντικά περιστατικά βίας. Τα σχολεία αποτελούν ζωτικό χώρο για τη διδασκαλία της μη βίας και της ισότητας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ασφαλούς και δίκαιου οικογενειακού περιβάλλοντος.
Η ενδοοικογενειακή βία παραμένει σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα που παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα. Η ισχύουσα νομοθεσία, οι μηχανισμοί ποινικής διαμεσολάβησης, η προστασία των θυμάτων, η συμμετοχή επαγγελματιών, η δράση των γονέων και η σωστή εκπαίδευση στο σχολείο μπορούν να διασφαλίσουν ένα ασφαλές περιβάλλον για κάθε μέλος της οικογένειας, προάγοντας τον σεβασμό και τη δικαιοσύνη στο σπίτι. Ωστόσο, η εξάλειψη της ενδοοικογενειακής βίας απαιτεί τη συμμετοχή όλων μας. Η ευθύνη για ένα ασφαλές και δίκαιο οικογενειακό περιβάλλον είναι κοινή.
* Ο κ. Τζίκας είναι Δικηγόρος Παρ'Αρείω Πάγω, Πιστοποιημένος Διαμεσολαβητής Υ.Δ.Δ.Α.Δ.
www.tzikas-lawfirm.gr
