Γράφει ο Παναγιώτης Κοκκόρης
Α’ Υποδιοικητής ΕΦΚΑ,
Πρώην Γεν. Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Ας ξεκινήσουμε αυτή τη φορά από το τέλος: κανείς δεν ζει με κοπανιστό αέρα ούτε με τα ποσοστά που αποτυπώνονται στους πίνακες των στατιστικών αναλύσεων. Ζει με τον μισθό του.
Και από την 1η Απριλίου, αυτός ο μισθός ανεβαίνει στα 920 ευρώ.
Ο κατώτατος μισθός επιστρέφει –όχι απλώς ως οικονομικός δείκτης– αλλά ως καθρέφτης μιας επιλογής με καθαρά κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα. Η απόφαση της κυβέρνησης, μετά από εισήγηση των αρμόδιων υπουργών, δεν είναι ένα μεμονωμένο “δώρο”. Είναι μέρος μιας σταθερής κατεύθυνσης: να αποκτήσει η εργασία ξανά βάρος, αξία και –κυρίως– προοπτική.
Και ας το πούμε χωρίς περιστροφές: αυτή είναι η έκτη αύξηση από το 2019.
Συνολικά +41,5%. Δηλαδή πάνω από 3.780 ευρώ τον χρόνο για έναν εργαζόμενο. Όχι θεωρία. Πραγματικό χρήμα στην τσέπη.
Αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί η οικονομία δεν είναι ούτε πίνακας Excel ούτε προεκλογικό σύνθημα. Είναι ισορροπία. Και μάλιστα, ισορροπία σε τεντωμένο σκοινί.
Από τη μία, οι επιχειρήσεις που καλούνται να αντέξουν αυξημένο κόστος μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ενεργειακής πίεσης και ακριβών πρώτων υλών. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι που βλέπουν την καθημερινότητα να ακριβαίνει και ζητούν –δικαίως– ανάσα.
Αν πιέσεις πολύ τη μία πλευρά, σπάει η άλλη.
Αν δεν στηρίξεις καμία, χάνεις και τις δύο.
Αυτό δεν είναι σύγκρουση. Είναι εξίσωση. Και μάλιστα από αυτές που δεν λύνονται με ένα “ναι” ή ένα “όχι”, αλλά με προσεκτικές κινήσεις. Ο Αριστοτέλης το είχε πει αιώνες πριν: η αρετή βρίσκεται κάπου στη μέση. Σήμερα, αυτή η “μέση” λέγεται βιωσιμότητα.
Στην πράξη, η Ελλάδα φαίνεται να πλησιάζει αυτή την ισορροπία. Η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 7,7% – στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών – ενώ δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. Δεν είναι μικρό πράγμα.
Και εδώ μπαίνει ένας παράγοντας που συχνά μένει στο περιθώριο: το ασφαλιστικό σύστημα. Για τον e-ΕΦΚΑ, ο κατώτατος μισθός δεν είναι απλώς μισθός. Είναι βάση. Είναι εισφορές. Είναι βιωσιμότητα.
Περίπου 700.000 θέσεις εργασίας επηρεάζονται άμεσα. Κάθε αύξηση σημαίνει όχι μόνο καλύτερες αποδοχές, αλλά και ισχυρότερα έσοδα για το σύστημα. Περισσότερη σταθερότητα. Περισσότερη ασφάλεια.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και το “αντίβαρο”: η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες.
Με απλά λόγια; Από τη μία αυξάνεται ο μισθός, από την άλλη μειώνεται το βάρος για την επιχείρηση. Δύο κινήσεις που αν λειτουργήσουν μαζί, κρατούν το σύστημα όρθιο.
Η αύξηση στα 920 ευρώ –περίπου 4,5%– δεν είναι τυχαία. Είναι μετρημένη. Λαμβάνει υπόψη ανάπτυξη, πληθωρισμό, παραγωγικότητα. Δεν υπόσχεται θαύματα. Προσπαθεί να αποφύγει τα λάθη.
Γιατί τελικά, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ανεβάζεις μισθούς. Είναι να μπορείς να τους πληρώνεις και αύριο.
Η οικονομία, στο τέλος της ημέρας, δεν είναι θεωρία. Είναι ο εργοδότης που ρισκάρει. Ο εργαζόμενος που αντέχει. Και ένα σύστημα που πρέπει να τους κρατήσει και τους δύο μέσα στο παιχνίδι. Και τώρα ας το πούμε αλλιώς, πιο ωμά: η πραγματική πρόοδος δεν φαίνεται όταν ανεβαίνουν οι αριθμοί… αλλά όταν πλέον δεν μένει κανείς πίσω να τους κοιτάζει.
