Αρχικά και πρωτίστως οφείλουμε να διασαφηνίσουμε πως οι παρακάτω γραμμές γράφτηκαν πριν την επίσημη συνέντευξη τύπου της αεροπορικής εταιρείας (την Παρασκευή 8 Μαΐου), επομένως είναι αδύνατον να περιλαμβάνουν θέματα, απόψεις και στοιχεία που θα έχουν εκφραστεί-διατυπωθεί στη συγκεκριμένη ενημέρωση.
Από εκεί και πέρα, και δεδομένου ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που μονοπώλησε με πολύ έντονο και σχεδόν πρωτοφανή τρόπο τον δημόσιο λόγο της πόλης τις τελευταίες ημέρες, σκεφτήκαμε να συμπυκνώσουμε τις σκέψεις μας σε 3+1 βασικούς άξονες. Έχουμε και λέμε:
Οι υπαρκτές (και ευελπιστούμε διαχειρίσιμες) συνέπειες
Προφανώς και υπάρχουν, ασυζητητί. Οι προορισμοί της Ryanair θα μειωθούν από 33 σε 13, εργαζόμενοι που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη δραστηριότητα της Ryanair ενδέχεται να χάσουν τη δουλειά τους ή να τη δουν να μεταβάλλεται προς το χειρότερο. Η τουριστική κίνηση του αεροδρομίου θα μειωθεί τουλάχιστον προς το παρόν αισθητά, καθότι η Ryanair ευθύνεται περίπου για το 20% των επιβατών του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, για να τονίσουμε μια επίπτωση που ελάχιστα αναδεικνύεται σε σύγκριση με τον χιλιοτραγουδισμένο αρνητικό αντίκτυπο στον τουρισμό, εμείς οι Θεσσαλονικείς θα στερηθούμε, τουλάχιστον προσωρινά, μια μεγάλη γκάμα προορισμών προς το εξωτερικό με χαμηλό αντίτιμο (το οποίο πάει πακέτο και με πενιχρή εξυπηρέτηση και προβληματικές συνθήκες ταξιδιού, αλλά προφανώς κάνουμε τα στραβά μάτια).
Οι πολλαπλά προβληματικές αντιδράσεις
Πρώτα απ’ όλα, όπως σε κάθε ανατροπή δεδομένων-δυσχερή εξέλιξη που χρήζει σκέψης, προβληματισμού και εύρεσης εναλλακτικών λύσεων, αυτό που βγαίνει προς τα έξω είναι το ακριβώς αντίθετο από την πρέπουσα στάση: κρίσεις πανικού, έλλειψη ψυχραιμίας και μια εικόνα που περισσότερο προσιδιάζει σε μια πόλη με κρίση αυτοεκτίμησης και όχι σε μια πόλη με αυταξία. Χωρίς να είμαστε γνώστες της σύμβασης μεταξύ των δύο εταιρικών κολοσσών, και δίχως να έχουμε καμία πρόθεση αγιοποίησης της Fraport (που προφανώς κοιτάει το συμφέρον της, το οποίο όμως σε μεγάλο βαθμό είναι συνδεδεμένο και με ένα αεροδρόμιο που σημειώνει μεγάλη κίνηση), η Ryanair έχει υπάρξει μάλλον σεσημασμένη σε εκβιαστικές αποχωρήσεις, με πιο πρόσφατη την περίπτωση του Βερολίνου, η οποία είχε διαδεχτεί παρόμοια σκηνικά σε τέσσερις ακόμη πόλεις της Γερμανίας. Επιπλέον, η εικόνα της «ενωμένης πόλης που αντιδρά» είναι μάλλον ψευδεπίγραφη, καθότι οι κατόπιν εορτής ανακοινώσεις μάλλον δεν συνιστούν αντίδραση. Η προληπτική δράση (proactive) είναι πάντα προτιμότερη από την εκ των υστέρων αντίδραση για τα μάτια του κόσμου.
Αλήθεια, τι τουρισμό θέλουμε;
Η πρωτοβουλία του Γιάννη Μπουτάρη να φέρει τη Ryanair στη Θεσσαλονίκη ήταν μία από τις πολλές στρατηγικές κινήσεις ενός ευρύτερου πλάνου για τη μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε τουριστικό προορισμό, αλλά και για την πρόσδοση μεγαλύτερης εξωστρέφειας στην πόλη και στη ζωή των κατοίκων της. Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, ήταν μια εύστοχη ενέργεια. Επιπλέον, είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις μια τοπική αυτοδιοίκηση να δρα και να τολμά. Με την πάροδο του χρόνου πάντως, το όραμα του Μπουτάρη για τον τουρισμό της Θεσσαλονίκης κάπως μεταλλάχθηκε τόσο λόγω έλλειψης μακρόπνοου και συντεταγμένου σχεδιασμού από τη μεριά της πόλης αλλά και εξαιτίας του νέου τοπίου που διαμορφώθηκε στο πεδίο του τουρισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Η Θεσσαλονίκη όφειλε να στοχεύσει σε έναν τουρισμό κοσμοπολίτικο, ιστορικό, ακαδημαϊκό και καλλιτεχνικό και όχι στον βιαστικό και προκάτ τουρισμό του Airbnb, της γαστρονομίας και της διασκέδασης, που αλλοιώνει ανεπανόρθωτα και τον χαρακτήρα της (κάθε) πόλης. Κοινώς, οφείλαμε να κυνηγήσουμε έναν τουρισμό βασισμένα σε ποιοτικά χαρακτηριστικά, που δεν θα θεωρεί ύψιστη τραγωδία την πιθανή φυγή μιας εταιρείας. Επίσης, είναι ευθύνη της Fraport να αναπληρώσει το κενό, να προσελκύσει άλλες εταιρείες, να προσφέρει διευκολύνσεις σε αξιόπιστους συνεργάτες προκειμένου να υπάρξει η επόμενη μέρα. Α, και μια μικρή σπόντα για τη θεοποίηση του τουρισμού: πρόκειται για μια δραστηριότητα κατά κανόνα χαμηλού επενδυτικού κόστους, που επενδύει στην ένταση εργασίας και όχι στην ένταση κεφαλαίου (capital-intensive), που ωθεί την κάθε πόλη στα ακραία της όρια, που είναι πολύ πιο κρατικοδιαίτη απ’ όσο διατείνεται.
Ακόμη πιο βασικό: τι ζωή θέλουμε για εμάς τους ίδιους;
Ναι, οι αφορμές, και δη οι αρνητικές, πολλές φορές πυροδοτούν χρήσιμες και αιχμηρές σκέψεις. Η Θεσσαλονίκη και όλοι οι φορείς της πρέπει να κάνουν το παν για την εγχώρια και διεθνή συνδεσιμότητα της πόλης. Να αντικατασταθούν οι χαμένοι προορισμοί της Ryanair. Να αποκτήσουμε εκ νέου σιδηροδρομικοί και ακτοπλοϊκές συνδέσεις. Να επενδύσουμε στις όμορφες πτυχές του παρόντος και του παρελθόντος μας. Να μας απασχολεί το επίπεδο και η ποιότητα (και) της δικής μας ζωής, πέρα από την περιλάλητη «βαριά βιομηχανία του τουρισμού», που μάλλον είναι και πιο ελαφριά απ’ όσο δείχνει. Να ζούμε με πράσινο, με πνεύμονες δημόσιου χώρου, με φυσιολογικά ενοίκια, με αξιοποιημένα αρχιτεκτονικά-οικιστικά διαμάντια, να ταξιδεύουμε με όλα τα μέσα και με όλους τους τρόπους, να έχουμε μετρό που να πηγαίνει έως τα ΚΤΕΛ και έως το αεροδρόμιο, καλύπτοντας όλη την πόλη, να επωφελούμαστε από συνολικά αναβαθμισμένες συγκοινωνίες. Να υπάρχουμε ως δραστήρια και ακμαία πόλη της σύγχρονης εποχής, και όχι με πόλη που αυτο-συρρικνώνεται, ορμώμενη από σύνδρομα στέρησης, ηττοπάθειας και μοιρολατρίας.
