Γράφει ο Παναγιώτης Σκουρής*
Το άρθρο αυτό γράφεται τις ημέρες που οι τελειόφοιτοι παίρνουν τα αποτελέσματα των πανελλαδικών. Να δώσουμε λοιπόν συγχαρητήρια στις επιτυχούσες και τους επιτυχόντες. Από την άλλη, σε εκείνες και εκείνους και στραβοπάτησαν, να ξεκαθαρίσουμε, ότι δεν τρέχει κάστανο, καθώς η ζωή είναι μπροστά.
Σε συνδυασμό με τις πανελλαδικές και εν γένει το ζήτημα της παιδείας για όλους μας επανέρχεται η συζήτηση γύρω ακριβώς από αυτήν την πονεμένη ιστορία. Το περιεχόμενο που αυτή διαθέτει διαχρονικά είναι ένα πρόβλημα. Καμία σχέση δεν έχει αυτό με τις επιδόσεις, αλλά με το επίπεδο, στο οποίο φέρνουμε το κοινωνικό σύνολο. Εδώ μας ενδιαφέρει η καλλιέργεια και κυρίως η ανάπτυξη κριτικής ικανότητας και σκέψης.
Τον τελευταίο καιρό λοιπόν κατακλυζόμαστε από διάφορους ακραίους -είναι γνωστό το πόσο τους αγαπάει αυτούς η στήλη μας-, οι οποίοι δυστυχώς φαίνεται, ότι κερδίζουν οπαδούς. Αυτό ακριβώς δείχνει τη φτώχεια της παιδείας σε σχέση με το πώς αυτή θα έπρεπε, να είναι, ώστε να μη διανοούνται καν όλοι αυτοί, να εμφανίζονται. Όχι, γιατί θα κάποιος θα τους πειράξει, όπως κάνουν εκείνοι, αλλά επειδή θα τους παίρνει άμεσα και γρήγορα χαμπάρι το σύμπαν.
Ας προσπαθήσουμε, όμως, αυτό, να το προσεγγίσουμε λίγο πιο αναλυτικά, αναλογιζόμενοι ορισμένα από τα συνήθη χαρακτηριστικά των ακραίων.
Το πρώτο από αυτά είναι η απόλυτη απουσία επιχειρηματολογίας σε πολιτικό επίπεδο. Απλά δεν υπάρχει πρόταση ούτε και πρόγραμμα. Υπάρχει διάθεση καταγγελίας όσων δεν έχουν την ίδια άποψη, οι οποίοι είναι, εκ μόνου αυτού του λόγου, φαύλοι και πρέπει, να τους ρίξουμε στα λιοντάρια. Επιπλέον, επειδή είναι αντισυστημικοί, θεωρούν ότι έχουν και ένα φωτοστέφανο (κυριολεκτικά στο κεφάλι τους είναι αυτό και μόνο), το οποίο απένειμαν βέβαια οι ίδιοι στον εαυτό τους. Επειδή λοιπόν είναι ενάντια στο σύστημα και ως εκ τούτου άμεμπτοι και άσπιλοι -κατά την προσωπική τους και μόνο άποψη, όχι αντικειμενικά- μπορούν, να λένε ό,τι τους κατεβαίνει στο κεφάλι. Αρκεί, να βρίσκονται σε έξαλλη κατάσταση, να καταγγέλλουν με πάθος και, κυρίως, αυτά που λένε, να είναι πιασάρικα.
Στη συνέχεια αναπτύσσουν διάφορες θεωρίες συνομωσίας, οι οποίες όσο πιο απίθανες είναι, τόσο το καλύτερο. Το σύστημα, στο οποίο είναι απέναντι, συνεργάζεται με διάφορες ανίερες δυνάμεις και απεργάζεται τη γενικότερη βλάβη και την καταστροφή. Για να είμαστε υπό έλεγχο και να μας κρατάνε σε καταστολή. Στη φαρέτρα του ακραίου συνωμοσιολόγου χωράνε όλα τα καλούδια. Γήινοι και εξωγήινοι εχθροί, χημικές ουσίες, λατρεία ανίερων πλασμάτων, χαράγματα, οι σάλπιγγες της αποκάλυψης και δε συμμαζεύεται. Μεγάλο ρόλο σε όλο αυτό παίζει η κατασκευή ειδήσεων και η συκοφαντία. Εδώ εγώ προσωπικά βλέπω το μεγαλύτερο πρόβλημα. Διότι, η χρήση αυτών των μεθόδων γίνεται χωρίς, να υπάρχει συνέπεια. Όσοι καταφεύγουν σε αυτό, τυφλωμένοι από πάθος του ιερού αγώνα που δίνουν, δεν έχουν την παραμικρή αίσθηση του μέτρου. Αυτό οφείλεται στην αγωνιστικότητά τους, αλλά και σε κάτι πιο πονηρό. Το απίθανο και απολύτως ψευδές είναι πιο εντυπωσιακό, άρα και αποτελεί ζητούμενο. Ως εκ τούτου δε βάζουν οι ίδιοι όρια στις ανοησίες που τσαμπουνάνε. Και αυτοί όμως που τις ακούνε, εμείς δηλαδή, επιδεικνύουν μία αξιοπρόσεκτη ανοχή και αντοχή και δεν τους καταλογίζουν τη συμπεριφορά αυτή. Εδώ χρειάζεται όμως επιτέλους, να αλλάξουμε. Δεν μπορεί, να καταπίνουμε αμάσητη την κάθε αηδία που μας σερβίρουν.
Αφήνω τελευταίο το πιο σημαντικό, αλλά αυτό στο οποίο δίνουμε τη μάλλον λιγότερη σημασία. Πρόκειται εδώ για την εντελώς περιορισμένη, ή έστω δευτερεύουσα σε κάθε περίπτωση, σημασία που έχει στην πραγματικότητα η ιδεολογία σε αυτούς τους σχηματισμούς. Για τις ανάγκες της γέννησής τους, αλλά και λόγω του ότι είναι προσωποπαγή συστήματα, έχουν έναν προσανατολισμό, ο οποίος είναι είτε προς το ένα, είτε προς το άλλο άκρο. Μέχρι εκεί, όμως και θα πρέπει, να πούμε, ότι και αυτό δείχνει μια τάση να εκφυλιστεί κάπως. Δεν είναι λοιπόν απολύτως αναγκαίο.
Όμως από εκεί πέρα, αυτά που λένε και ο τρόπος που τα προβάλουν είναι ακριβώς ίδια. Και το κυριότερο: σε σχέση με το περιεχόμενο το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι, να ειπωθεί κάτι προκλητικό και συνάμα πιασάρικο. Να γίνει καταγγελία και επίκληση στα ταπεινότερα και χαμηλότερα αισθητήρια του δέκτη των όσων προβάλλονται. Εκμετάλλευση του θυμού που υπάρχει στο κοινωνικό σύνολο, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα. Προπαντός όμως, να χαϊδευτούν τα αυτιά του και να δοθεί μία, φτηνή κατά κανόνα, αιτιολογία για την πάσης φύσεως δυσάρεστη κατάσταση.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι, να δώσουμε απόλυτο άλλοθι, αλλά περισσότερο έναυσμα για κριτική και αυτοκριτική. Αυτό όμως απαιτεί κρίση και αυτή δεν μπορεί να έρθει χωρίς περιεκτική παιδεία. Περισσότερο από κάθε τι άλλο όμως προϋποθέτει και τη διάθεση, να αναλογιστούμε, τί μπορεί, να κάνουμε λάθος εμείς και όχι όλοι οι άλλοι.
Για αυτό σας λέω λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, ότι πρέπει, να φέρουμε τους εαυτούς μας καταρχάς και τους υπόλοιπους, στο μέτρο που ο καθένας από εμάς μπορεί, σε ένα σημείο, να αντιλαμβάνονται και όχι, να τρώνε ό,τι κουτόχορτο τους ταΐζουν όλοι αυτοί οι τυχάρπαστοι. Αν αυτό γίνει, θα γλιτώσουμε από όλους αυτούς τους ακραίους χωρίς ιδεολογία.
*Ο Παναγιώτης Σκουρής είναι επίκουρος καθηγητής ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, δικηγόρος και συνιδρυτής του δικηγορικού γραφείου AnPLegal Praxis(www.anplegal.gr).
