Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Η επιστροφή των Ελλήνων του εξωτερικού: Δείκτης εμπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

«Οι νέοι δεν επιστρέφουν επειδή άκουσαν ένα σύνθημα», αναφέρει ο υποψήφιος βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης, Γιάννης Παπαγεωργίου

Του Γιάννη Παπαγεωργίου

Συντονιστή γραφείου Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη

Υποψήφιου Βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης

Για πολλά χρόνια η Ελλάδα εξήγαγε το πιο πολύτιμο κεφάλαιό της: τους ανθρώπους της. Την περίοδο 2010-2024 περισσότεροι από 773.000 Έλληνες αναζήτησαν στο εξωτερικό τις ευκαιρίες που δεν έβρισκαν στην πατρίδα τους. Το brain drain δεν ήταν απλώς μια συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Ήταν η απόδειξη ότι η χώρα είχε χάσει την εμπιστοσύνη των ίδιων των παιδιών της.

Σήμερα, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, τα δεδομένα αλλάζουν. Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ καταγράφει μια ιστορική μεταστροφή: από το 2023 οι επιστροφές των Ελλήνων που είχαν μεταναστεύσει ξεπερνούν πλέον τις αναχωρήσεις. Το brain drain μετατρέπεται σταδιακά σε brain gain. Μάλιστα, μόνο τη διετία 2023-2024 επέστρεψαν περίπου 98.000 Έλληνες, ενώ αναχώρησαν 69.000, σηματοδοτώντας για πρώτη φορά μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης θετικό ισοζύγιο επιστροφών.

Ακόμη πιο ενθαρρυντικό είναι ότι από τους 773.000 Έλληνες που έφυγαν την περίοδο 2010-2024 έχουν ήδη επιστρέψει περίπου 473.000, δηλαδή περισσότεροι από 6 στους 10. Παράλληλα, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην 4η θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ ως προς τις επιστροφές των πολιτών της, ενώ όσοι επιστρέφουν είναι, κατά κανόνα, νεότεροι και υψηλότερα εκπαιδευμένοι.

Αυτό δεν αποτελεί λόγο πανηγυρισμού. Αποτελεί, όμως, μια ισχυρή επιβεβαίωση ότι όταν μια χώρα αποκτά σταθερότητα, αναπτύσσεται οικονομικά και εφαρμόζει συνεκτικές μεταρρυθμίσεις, μπορεί να αντιστρέψει ακόμη και τις πιο δύσκολες εθνικές πληγές.

Η πολιτική συχνά εγκλωβίζεται στις εύκολες υποσχέσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, οι νέοι δεν επιστρέφουν επειδή άκουσαν ένα σύνθημα. Επιστρέφουν επειδή βρίσκουν δουλειές, καλύτερους μισθούς, περισσότερες επενδύσεις, σύγχρονες επιχειρήσεις, ψηφιακές υπηρεσίες, καλύτερες υποδομές και ένα κράτος που, έστω με αδυναμίες, λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι πριν λίγα χρόνια.

Από το 2019 η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ακολούθησε μια διαφορετική λογική. Πρώτα αποκατέστησε την αξιοπιστία της οικονομίας. Στη συνέχεια δημιούργησε τον δημοσιονομικό χώρο για να μειώσει φόρους, να στηρίξει το διαθέσιμο εισόδημα, να αυξήσει την απασχόληση και να προσελκύσει επενδύσεις.

Τα αποτελέσματα είναι μετρήσιμα. Από το 2019 δημιουργήθηκαν περισσότερες από 563.000 νέες θέσεις εργασίας, η ανεργία μειώθηκε από 17,8% σε 8,1%, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ξεπέρασε τα 1.500 ευρώ τον Απρίλιο του 2026. Παράλληλα, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά και ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ ακολουθεί σταθερή πτωτική πορεία. Δεν πρόκειται για επικοινωνιακά συνθήματα, αλλά για μετρήσιμα αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης πολιτικής.

Παράλληλα, υλοποιήθηκαν πολιτικές που απευθύνονται άμεσα στη νέα γενιά. Τα φορολογικά κίνητρα για τον επαναπατρισμό, το ReBrain Greece, το Elevate Greece, οι επενδύσεις στην καινοτομία, η ψηφιοποίηση του κράτους, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, οι αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση και η σύνδεσή της με την αγορά εργασίας δημιουργούν ένα περιβάλλον που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε μακρινό.

Ασφαλώς, δεν έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα. Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά. Οι αμοιβές πρέπει να συνεχίσουν να αυξάνονται. Η στεγαστική πρόκληση για τους νέους απαιτεί ακόμη πιο αποφασιστικές παρεμβάσεις. Η Δικαιοσύνη χρειάζεται μεγαλύτερη ταχύτητα και το κράτος περισσότερη αποτελεσματικότητα. Η κοινωνία δεν ζητά ωραιοποίηση της πραγματικότητας. Ζητά συνέπεια και διαρκή βελτίωση.

Ακριβώς γι’ αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στις λογικές που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Ο εύκολος λαϊκισμός υπόσχεται τα πάντα χωρίς να εξηγεί πώς θα χρηματοδοτηθούν. Η υπεύθυνη πολιτική κάνει το αντίθετο: δημιουργεί πρώτα τις προϋποθέσεις και στη συνέχεια επιστρέφει το όφελος στην κοινωνία. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση και στη δημαγωγία.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια οικονομία που παράγει πλούτο, όχι από μια πολιτική που μοιράζει υποσχέσεις. Έχει ανάγκη από επενδύσεις που δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, από πανεπιστήμια που συνεργάζονται με την αγορά, από επιχειρήσεις που καινοτομούν και από ένα κράτος που υπηρετεί τον πολίτη αντί να τον ταλαιπωρεί.

Η μεγαλύτερη εθνική επιτυχία της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι μόνο η αύξηση του ΑΕΠ ή η προσέλκυση νέων επενδύσεων. Θα είναι να μη φεύγουν τα παιδιά μας και να επιστρέψουν ακόμη περισσότεροι από όσους έφυγαν. Γιατί η πραγματική δύναμη μιας χώρας δεν βρίσκεται μόνο στους οικονομικούς της δείκτες. Βρίσκεται στους ανθρώπους της.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ δείχνει ότι η Ελλάδα γύρισε σελίδα. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς να διατηρήσουμε αυτή την πορεία. Είναι να την επιταχύνουμε. Με περισσότερες μεταρρυθμίσεις, περισσότερες ευκαιρίες, καλύτερες αμοιβές και μια οικονομία που ανταμείβει την προσπάθεια.

Η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει οριστικά το στοίχημα του brain gain. Και αυτό δεν θα είναι επιτυχία μόνο της κυβέρνησης. Θα είναι επιτυχία μιας χώρας που ξαναβρήκε την αυτοπεποίθησή της και δίνει στους ανθρώπους της τον σημαντικότερο λόγο να μείνουν ή να επιστρέψουν: την προοπτική.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ