Οι Βέλγοι καταγγέλλουν αθέμιτο ανταγωνισμό των γερμανικών εταιρειών

Το Βέλγιο κατήγγειλε αθέμιτο ανταγωνισμό της Γερμανίας στη βιομηχανία κρεάτων.
Του ΤΑΣΟΥ ΘΩΜΑ
Μετά την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών, Τζέικομπ Λιου, ο οποίος καθισμένος δίπλα στον αρχιτέκτονα του γερμανικού μονεταριστικού δόγματος, Βόλφγκανκ Σόιμπλε, ουσιαστικά κατηγόρησε την αντιμετώπιση της κρίσης από το Βερολίνο ως υπαίτια για την οικονομική κρίση στη Γηραιά Ήπειρο, χθες, μία χώρα του στενού ευρωπαϊκού πυρήνα, το Βέλγιο, κατήγγειλε τις πρακτικές που ακολουθούνται στη γερμανική αγορά εργασίας στην Κομισιόν.
Το λεγόμενο «mini job» είναι ένα από τα μέτρα της «Ατζέντας 2010», του μεγαλύτερου προγράμματος μεταρρύθμισης που έλαβε χώρα στην ιστορία της Γερμανίας μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο σύμφωνα με το Βέλγιο υπονομεύει τους κανόνες ανταγωνισμού στην Ευρώπη. Όπως μεταδίδει το BBC, η καταγγελία του Βελγίου αναφέρει πως «κάποιοι εργαζόμενοι αμείβονται με 3 ή 4 ευρώ την ώρα, χωρίς οποιαδήποτε κοινωνική ασφάλιση. Πολλοί εξ αυτών προέρχονται από χώρες της ανατολικής Ευρώπης και εργάζονται σε εργοστάσια τυποποίησης κρέατος».
Σύμφωνα με την Κομισιόν εργάζονται αυτή τη στιγμή υπό το καθεστώς των «mini-jobs» στη Γερμανία. Τι σημαίνει απλά και πρακτικά αυτή η εσωτερική «ειδική οικονομική ζώνη»; Σημαίνει, όπως γράφει το BBC, πως οι εργαζόμενοι αυτοί μπορούν να κερδίζουν μέχρι 450 ευρώ το μήνα, χωρίς να πληρώνουν φόρο και να καταβάλουν συνταξιοδοτικές εισφορές. Κυρίως, όπως προείπαμε, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης του εργαζομένου.
«Το Βέλγιο απαιτεί από την Κομισιόν να σταματήσει αυτό τον άνισο ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών», δήλωσε η εκπρόσωπος Τύπου των Βρυξελλών, Ελς Μπρούγκεμαν, στο BBC. «Στο Βέλγιο, οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι κερδίζουν το ελάχιστο των 12 ή 13 ευρώ την ώρα και καταβάλουν κοινωνικές εισφορές», δήλωσε η εκπρόσωπος, τονίζοντας πως «η Κομισιόν μπορεί, αν έχει τη βούληση, να κάνει την Ευρώπη μία πιο κοινωνική ένωση». Σύμφωνα με την ίδια, το ζήτημα δεν είναι καινούργιο. Το έχουν θέσει εταιρείες από τη Γαλλία και την Ολλανδία, ειδικά από αυτές που βρίσκονται κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία.
Η βελγική καταγγελία στην Κομισιόν έγινε εξαιτίας των παραπόνων βελγικών εταιριών, που έκαναν λόγο για ανταγωνισμό που απειλεί την ύπαρξή τους. Κάποιοι, μάλιστα, λένε πως ίσως θα αναγκαστούν να μετακομίσουν στη Γερμανία για να επιβιώσουν!
Αυτό που εκθέτει το Βέλγιο με την καταγγελία του είναι η σκοτεινή πλευρά του επονομαζόμενου γερμανικού θαύματος, το οποίο στηρίχθηκε στη 10ετή συγκράτηση των μισθών των Γερμανών. Δεν είναι η πρώτη φορά, βεβαίως, που αυτή η πολιτική δέχεται πυρά. Προ ολίγων μηνών και η Διεθνής Οργάνωση Εργασία (ILO) στην ετήσια έκθεσή της για τις Παγκόσμιες Τάσεις Απασχόλησης του 2012 ανέφερε χαρακτηριστικά πως «Η γερμανική πολιτική έχει οδηγήσει στη γιγάντωση του Βερολίνου, ενώ ταυτόχρονα έπληττε τους γείτονές της, συμβάλλοντας στη σημερινή κρίση χρέους της ευρωζώνης. Όσο η εξαγωγή των προϊόντων του βιομηχανικού αυτού κολοσσού αυξανόταν, οι χαμηλοί μισθοί στη χώρα περιόριζαν την εγχώρια ζήτηση, με αποτέλεσμα να πέφτουν οι εισαγωγές».
Εξ ου και η καταγγελία του Βελγίου είναι «απολύτως δικαιολογημένη», σύμφωνα με το Γερμανό βουλευτή του αριστερού Ντίε Λίνκε, Τόμας Χάντελ. Όπως δήλωσε στο BBC, «μονάχα η Γερμανία και η Μάλτα δεν έχουν καθορισμένο κατώτατο μισθό στην Ευρώπη των 27. Το μισθολογικό dumping είναι πολύ άδικο γιατί η Γερμανία έχει μεν μεγάλη παραγωγικότητα, αλλά κερδίζει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μέσω των «mini-jobs». «Περίπου το 30% των εργαζομένων στη Γερμανία παίρνει λιγότερα από 8,5 ευρώ την ώρα, κάτω από τα όρια της φτώχειας όπως τα ορίζει ο ΟΟΣΑ», αναφέρει ο Τ. Χάντελ.
Ωστόσο, όπως ξεκαθαρίζει ο Βέλγος σοσιαλιστής βουλευτής, Φρέντερικ Νταρντέν, η Κομισιόν δεν μπορεί να υπαγορεύσει στη Γερμανία κάποια αλλαγή στην πολιτική των εργασιακών δικαιωμάτων. Όπως λέει συγκεκριμένα, «η κομισιόν κάνει συστάσεις προς το κάθε κράτος μέλος. Είναι ένας τρόπος να ασκηθεί πίεση, αλλά οι συστάσεις δεν είναι υποχρεωτικές». Άλλωστε, και πέρυσι η Κομισιόν είχε καλέσει τη γερμανική κυβέρνηση να «δημιουργήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες οι μισθοί θα αυξάνονται ανάλογα με την παραγωγικότητα». Το Βερολίνο αγνόησε τη σύσταση.
Η μοναξιά του Σόιμπλε
Είναι σαφές πως ακόμη κι αν υπήρχαν τα κατάλληλα εργαλεία, η Κομισιόν δεν θα μπορούσε πολιτικά να αναγκάσει το Βερολίνο να καταλύσει το καθεστώς των «mini-jobs». Δεν λέμε κάτι καινούργιο όταν επισημαίνουμε πως η διαχείριση της κρίσης και της Ευρώπης έχει περάσει στα χέρια του Βερολίνου. Το αποκαλυπτικό της βελγικής καταγγελίας, όμως, δεν έγκειται στο κατά πόσο η Κομισιόν θα αναγκάσει τη Γερμανία να αλλάξει την εσωτερική της πολιτική. Μονάχα ως αστείο θα μπορούσε να εκληφθεί να ζητάει ο Μπαρόζο απ’ τη Μέρκελ κάτι τέτοιο.
Ωστόσο, η μία χώρα μετά την άλλη εγκαταλείπει τη γραμμή της λιτότητας του Βερολίνου ή στρέφεται εναντίον της εσωτερικής συμπίεσης των μισθών που εφαρμόζει η Α. Μέρκελ, συνεχίζοντας την πολιτική του σοσιαλδημοκράτη Γκ. Σρέντερ. Δεν είναι μονάχα η παρέμβαση των Αμερικανών, με τον Τ. Λιου να ζητάει απ’ τον Σόιμπλε χαλάρωση της λιτότητας, εξοργίζοντας το Γερμανό υπουργό Οικονομικών. Και ο ισόβιος πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, έχει επανειλημμένως τονίσει πως η πολιτική του Βερολίνου οδηγεί σε ανάφλεξη την ήπειρο, ενώ χθες ζήτησε με δημόσια παρέμβασή του «χαλάρωση του ρυθμού προσαρμογής της Ελλάδας».
Δεν τελειώνει εκεί η λίστα. Και ο επίτροπος επί των Οικονομικών της ΕΕ, Όλι Ρεν, τάχθηκε υπέρ της γραμμής του Τ. Λιου, δηλώνοντας πως «η Γερμανία μπορεί να κάνει περισσότερα για την ανάπτυξη». Συγκεκριμένα, δήλωσε πως «Συνιστούμε στη Γερμανία να κινηθεί στην κατεύθυνση ενδυνάμωσης της εσωτερικής της ζήτησης μέσω διαρθρωτικών αλλαγών, τις οποίες κρίνουμε πιο σημαντικές».
Ολοένα και περισσότεροι γίνονται αυτοί που για τα δικά τους συμφέροντα αμφισβητούν την κυριαρχία της Γερμανίας. Είναι, επίσης, σαφές πως και το ίδιο το Βερολίνο αντιλαμβάνεται αυτή τη μετατόπιση και ετοιμάζει τις επόμενες κινήσεις του, όντας η μοναδική χώρα που αυτή τη στιγμή λαμβάνει αποφάσεις για την ΕΕ. Το θλιβερό είναι πως η Ελλάδα, η χώρα που μαζί με την Κύπρο έχει χάσει τα περισσότερα απ’ τη γερμανική επιβολή, παραμένει στο περιθώριο των εξελίξεων. Βεβαίως, για να γινόταν κάτι διαφορετικό θα απαιτούνταν μία γενναία και μαζική λαϊκή παρέμβαση, κάτι που αυτή τη στιγμή δεν διαφαίνεται στη χώρα μας.
