Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν, που επισκέπτεται τη Συρία, κατηγόρησε το Ισραήλ ότι επιδιώκει «να αποσταθεροποιήσει» τη χώρα αυτή, με τον Σύρο ομόλογό του Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να δηλώνει ότι η Δαμασκός παραμένει προσηλωμένη σε μια διπλωματική λύση.
Η δήλωση του Τούρκου υπουργού έγινε περίπου έναν μήνα μετά τα ισραηλινά πλήγματα στην αεροπορική βάση Aμπου Ντουλούρ, στη βορειοδυτική Συρία, που τέθηκε εκτός λειτουργίας. Το Ισραήλ επικαλέστηκε ως λόγο την απόπειρα της Τουρκίας να εγκατασταθεί εκεί, όμως η Άγκυρα διαψεύδει ότι διατηρεί στρατιωτική παρουσία στην περιοχή αυτήν.
«Τη στιγμή που η Συρία φέρνει τόση ελπίδα για την περιοχή και τον κόσμο, υπάρχει ένας παράγοντας εργάζεται για να αποσταθεροποιήσει τη χώρα. Γνωρίζετε το όνομα αυτού του παράγοντα: Ισραήλ», είπε ο Φιντάν σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με τον Σύρο ομόλογό του. «Οι πολιτικές που ακολουθεί το Ισραήλ είναι το σοβαρότερο εμπόδιο για αυτήν τη θετική πορεία», πρόσθεσε, υπενθυμίζοντας «την επίθεση στην αεροπορική βάση Άμπου Ντουλούρ».
«Είναι δικαίωμα του κυρίαρχου λαού της Συρίας να διασφαλίσει την ασφάλεια στο έδαφός του», επέμεινε ο Φιντάν.
Το Ισραήλ έχει εξαπολύσει εκατοντάδες πλήγματα στη Συρία μετά την ανατροπή, τον Δεκέμβριο του 2024, του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ από έναν συνασπισμό ισλαμιστικών οργανώσεων. Στόχος του είναι κυρίως στρατιωτικές υποδομές. Ανέπτυξε επίσης στρατό στη ζώνη ασφαλείας που τελεί υπό την επιτήρηση του ΟΗΕ, στα όρια του τμήματος αυτού του συριακού υψιπέδου, του Γκολάν, που το Ισραήλ κατέχει από το 1967 και προσάρτησε το 1981.
Ο Σαϊμπάνι από την πλευρά του είπε ότι για την επίθεση στην αεροπορική βάση δεν υπάρχει «καμία θεμιτή ή νόμιμη δικαιολογία», διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα έχει «καμία επίπτωση στις συροτουρκικές σχέσεις που σήμερα είναι «στο βέλτιστο επίπεδο».
Την περασμένη Τετάρτη, η Δαμασκός διαμαρτυρήθηκε επίσης για την παρουσία του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στο συριακό έδαφος, όπου πήγε για να συναντηθεί με στρατιώτες που έχουν αναπτυχθεί στη συριακή πλευρά του όρους Ερμών. Η Συρία χαρακτήρισε το γεγονός «πρόκληση» και «κατάφωρη παραβίαση» της εθνικής κυριαρχίας της.