Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ελλάδα

Η Ελλάδα «γερνάει»: Μόλις 6 εκατ. Έλληνες το 2100 - Οι 3 παράγοντες που αλλάζουν τον πληθυσμό

Η Ελλάδα «γερνάει»: Μόλις 6 εκατ. Έλληνες το 2100 - Οι 3 παράγοντες που αλλάζουν τον πληθυσμό
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">
Η απειλή του δημογραφικού για τις οικονομίες

Ανάμεσα στις χώρες του πλανήτη που θα αντιμετωπίσουν την πιο δραματική δημογραφική αλλαγή συγκαταλέγεται η Ελλάδα σύμφωνα με τη UBS, με τα στοιχεία που παραθέτει ο επενδυτικός οίκος να δείχνουν μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας κατά 13% έως το 2050 αλλά και κατά 36% έως το 2100, όταν προβλέπεται να μειωθεί μόλις στα 6 εκατομμύρια άτομα.

Η δημογραφική αλλαγή είναι, σύμφωνα με τη UBS, μια από τις μεγάλες τάσεις (megatrends) που θα καθορίσουν την παγκόσμια οικονομία τα επόμενα χρόνια, μαζί με την κλιματική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη, τον γεωπολιτικό κατακερματισμό, την αστικοποίηση και την αύξηση των χρεών. Οι κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις τόσο για τις ανεπτυγμένες όσο και για τις αναδυόμενες οικονομίες προβλέπονται βαθιές, με τους αναλυτές να τονίζουν ότι καμία χώρα, κοινωνία ή περιοχή δεν θα μείνει ανεπηρέαστη.

«Αν και θα είναι δύσκολο να μεταβληθούν αποφασιστικά οι δημογραφικές τάσεις μέσω της οικονομικής πολιτικής, ο τελικός αντίκτυπός τους στο βιοτικό επίπεδο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές πολιτικής και την ικανότητα των κοινωνιών να προσαρμοστούν», σημειώνουν οι αναλυτές του επενδυτικού οίκου.

Οι 3 παράγοντες που αλλάζουν τον παγκόσμιο πληθυσμό

Η UBS εντοπίζει 3 βασικούς παράγοντες πίσω από τη δημογραφική μετάβαση: Τη μείωση της γονιμότητας, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και, κατά συνέπεια, το μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων σε σχέση με τις νεότερες ηλικιακές ομάδες. Ως εκ τούτου, πολλές χώρες αντιμετωπίζουν επιβράδυνση της αύξησης του εργατικού δυναμικού, αύξηση των δεικτών εξάρτησης ηλικιωμένων και, όλο και συχνότερα, απόλυτη μείωση του πληθυσμού.

Ειδικότερα, ο παγκόσμιος δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει σημαντικά, από περίπου 5,0 στις αρχές της δεκαετίας του 1960 σε περίπου 2,25 σήμερα, και αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω. Η τάση αυτή οφείλεται σε παράγοντες όπως η αστικοποίηση, η ενδυνάμωση των γυναικών, οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές νόρμες και οι τρόποι ζωής, καθώς και το αυξανόμενο κόστος ευκαιρίας που συνεπάγεται η απόκτηση παιδιών. Πλέον, περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου -οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού- καταγράφουν δείκτες γονιμότητας χαμηλότερους από το επίπεδο αναπλήρωσης του 2,1.

Στην Ελλάδα, ο δείκτης γονιμότητας ήταν το 1970 στο 2,4 αλλά έχει μειωθεί σήμερα στο 1,3 και αναμένεται να κινηθεί στο 1,4 έως το 2060 και στο 1,6 έως το 2100 (την ώρα που ο παγκόσμιος μέσος όρος προβλέπεται στο 2 και στο 1,8 αντίστοιχα).

Οι κοινωνίες με «εξαιρετικά χαμηλή» γονιμότητα, της τάξης του 1,4 ή λιγότερο (π.χ. Κίνα, Ιαπωνία, Ιταλία, Πολωνία και Νότια Κορέα), αναμένεται να συρρικνωθούν κατά 76% ή περισσότερο. Μάλιστα, η UBS τονίζει ότι η αντιστάθμιση αυτών των μειώσεων αποκλειστικά μέσω της μετανάστευσης αναμένεται να αποδειχθεί δύσκολη, τόσο από πρακτική όσο και από πολιτική άποψη.

Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η Κίνα αναμένεται να βιώσει τη δραματικότερη δημογραφική μεταβολή μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, καθώς ο πληθυσμός της προβλέπεται να μειωθεί από 1,4 δισεκατομμύρια σήμερα σε 1,3 δισεκατομμύρια έως το 2050 και σε 649 εκατομμύρια έως το 2100. Πρόκειται για συρρίκνωση της τάξης του 11% έως τα μέσα του αιώνα και 54% έως το τέλος του αιώνα. Ωστόσο, αρκετές άλλες χώρες αντιμετωπίζουν εξίσου δύσκολες δημογραφικές προοπτικές, όπως η Νότια Κορέα (-16%, -57%), η Πολωνία (-17%, -49%), η Ιαπωνία (-17%, -37%), η Ιταλία (-15%, -40%), η Ελλάδα (-13%, -36%), η Ταϊλάνδη (-9%, -36%), η Ουγγαρία (-11%, -23%), η Τσεχία (-9%, -23%) και η Γερμανία (-8%, -16%). Ο ΟΗΕ εκτιμά επίσης ότι ο πληθυσμός της Ισπανίας θα μειωθεί κατά 8% έως το 2050 και κατά 30% έως το 2100, αν και η UBS θεωρεί ότι αυτές οι προβλέψεις ενδέχεται να είναι υπερβολικά απαισιόδοξες, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες τάσεις στη μετανάστευση.

Οι πληθυσμοί γερνούν

Την ίδια στιγμή, η αύξηση της μακροζωίας επιταχύνει τη γήρανση των πληθυσμών. Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση σε παγκόσμιο επίπεδο ανήλθε στα 73,3 έτη το 2024, σημειώνοντας αύξηση 8,4 ετών σε σχέση με το 1995. Αυτό σημαίνει ότι, από το 1995, το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής αυξάνεται κατά περίπου 3,5 μήνες ετησίως. Ο ΟΗΕ εκτιμά ότι το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής θα φτάσει τα 77,4 έτη έως το 2054 και τα 81,7 έτη έως το 2100.

Στην Ελλάδα, το προσδόκιμο ζωής ήταν 78 έτη το 2020 και ανέρχεται στα 82 έτη σήμερα, ενώ προβλέπεται ότι θα φτάσει στα 91 έτη έως το 2100.

Οι επιπτώσεις σε οικονομίες και κοινωνίες

Αυτή η δημογραφική αλλαγή εκτιμάται ότι θα επηρεάσει σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομίας και της κοινωνίας. Η γήρανση των πληθυσμών αναμένεται να επιβαρύνει την ανάπτυξη, μέσω της βραδύτερης -ή και αρνητικής- αύξησης του εργατικού δυναμικού, της ασθενέστερης παραγωγικότητας και της χαμηλότερης συσσώρευσης κεφαλαίου.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι, σε σύγκριση με την περίοδο 2016-2018, η γήρανση του πληθυσμού θα μειώσει τον παγκόσμιο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2025-2050 και κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, κατά μέσο όρο, την περίοδο 2025-2100.

Πολλές χώρες θα χρειαστεί να αυξήσουν σημαντικά τη μετανάστευση και να τη διατηρήσουν σε υψηλά επίπεδα σε βάθος χρόνου, κάτι που ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολο στην πράξη, δεδομένων των πολιτικών περιορισμών.

Βασική προτεραιότητα για τις οικονομίες των οποίων ο πληθυσμός γερνά θα πρέπει να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και η προώθηση της καινοτομίας, όπως για παράδειγμα μέσω της υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, οι κοινωνίες που γερνούν συχνά δυσκολεύονται περισσότερο να καινοτομήσουν σε σύγκριση με τις νεότερες, αναγνωρίζουν οι αναλυτές.

Δημοσιονομικές πιέσεις

Η γήρανση των πληθυσμών ασκεί επίσης πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, απειλώντας ιδιαίτερα τις χώρες με ήδη υψηλά επίπεδα χρέους, όπως η Ελλάδα. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της UBS, στην Ελλάδα θα αντιστοιχούν στο τέλος του αιώνα 68 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών σε κάθε άτομο σε ηλικία εργασίας (από 15 έως 64 ετών), έναντι 38 που αντιστοιχούν σήμερα.

Οι ετήσιες δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη στις χώρες του ΟΟΣΑ αναμένεται να αυξηθούν κατά τουλάχιστον 5% του ΑΕΠ έως το 2060, υπολογίζει η UBS. Η αύξηση των δαπανών για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και μακροχρόνια περίθαλψη, σε συνδυασμό με τα χαμηλότερα φορολογικά έσοδα και την ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη, πιθανότατα θα ασκήσει συνεχή πίεση στα δημόσια οικονομικά και θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερα βάρη δημόσιου χρέους, σύμφωνα με τον οίκο.

Και ενώ πολλές χώρες έχουν ήδη εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα για τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις, όπως η διασφάλιση της επάρκειας των συντάξεων, η χρηματοδότηση των αυξανόμενων αναγκών περίθαλψης και η προσαρμογή των φορολογικών συστημάτων στις ηλικιωμένες κοινωνίες. Ο δημοσιονομικός αντίκτυπος της γήρανσης θα εξαρτηθεί τελικά όχι μόνο από τις δημογραφικές εξελίξεις, αλλά και από τις επιλογές πολιτικής που επηρεάζουν τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, τις ηλικίες συνταξιοδότησης, τον σχεδιασμό των συντάξεων και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, σημειώνει ο οίκος.

Οι επιπτώσεις στα επιτόκια, τα εξωτερικά ισοζύγια και τον πληθωρισμό είναι λιγότερο σαφείς και θα εξαρτηθούν από την αλληλεπίδραση δημογραφικών και δημοσιονομικών παραγόντων.

Τελικά, οι χώρες που θα αναλάβουν δράση εγκαίρως θα βρίσκονται σε καλύτερη θέση ώστε να διατηρήσουν την ευημερία τους παρά τις δημογραφικές αντιξοότητες, ενώ εκείνες που θα καθυστερήσουν ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ασθενέστερη ανάπτυξη, δημοσιονομικές πιέσεις και κοινωνικές εντάσεις.

Πηγή: moneyreview

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Ελλάδα

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Κιβωτός του Κόσμου: Αθώοι ο πατέρας Αντώνιος και δύο ακόμη κατηγορούμενοι

Ουκρανία: Έξι νεκροί από ρωσική επίθεση στο Χάρκοβο – Μεταξύ αυτών και τρία παιδιά