Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»
Ανησυχίες για το φαινόμενο των παράνομων ξεναγών το οποίο δείχνει να έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια εκφράζουν επαγγελματίες του κλάδου. Άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν την απαραίτητη πιστοποίηση, φέρονται να ασκούν το συγκεκριμένο επάγγελμα εκμεταλλευόμενοι τις τροποποιήσεις που υπέστη ο νόμος 710 περί ξεναγών.
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με την πρόεδρο του Συλλόγου Διπλωματούχων Ξεναγών Αθηνών κ. Τζέμμα Οικονομοπούλου, η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «οι παράνομοι ξεναγοί πλέον δραστηριοποιούντα θρασύτατα».
Αρχικά η κ. Οικονομοπούλου μίλησε για το αν είναι συχνό το φαινόμενο των παράνομων ξεναγών λέγοντας:
«Το φαινόμενο είναι μάστιγα. Ξεκίνησε από το 2011-2012 διότι υπήρξαν αλλαγές στο νόμο 710 περί ξεναγών. Οι μεγαλύτερες τροποποιήσεις αφορούσαν την εκπαίδευση των ξεναγών και το θέμα των παράνομων ξεναγήσεων όπου καταργήθηκε ως ποινικό αδίκημα και ορίστηκε ως διοικητικό με επιβολή προστίμου.
Η τουριστική αστυνομία έχει καταργηθεί και έχει ενσωματωθεί πλέον στην ΕΛΑΣ με αποτέλεσμα να μην γίνονται έλεγχοι και όταν γίνονται να μην είναι αποδοτικοί. Είναι δυσάρεστη διαπίστωση ότι με την πάροδο του χρόνου, αυτό το φαινόμενο διογκώθηκε και πλέον είναι μάστιγα.
Όλο αυτό, αφορά τις μεγάλες πόλεις, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, αλλά και άλλες τουριστικές περιοχές όπως τα νησιά. Οι παράνομοι ξεναγοί πλέον δραστηριοποιούνται θρασύτατα. Έχουμε παντελή απουσία ελέγχων.
Συναντούμε παράνομους παντού και κάθε φορά περισσότεροι. Δικαιολογούν τη δική τους δραστηριοποίηση με το ότι δεν μπαίνουν σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία. Ο Νόμος είναι ξεκάθαρος για την ιδιότητα και το ρόλο του διπλωματούχου ξεναγού : είναι για όλες τις μορφές οργανωμένης εκδρομής / περιήγησης είτε περιλαμβάνουν αρχαιολογικούς χώρους – μουσεία κλπ είτε όχι. Καλύπτουμε όλα τα θέματα. Στο πολυήμερο τουρ ο ξεναγός βρίσκεται με τους επισκέπτες καθ΄ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και πέρα από τους αρχαιολογικούς χώρους επισκεπτόμαστε πολλά και διαφορετικά μέρη (παραδοσιακούς οικισμούς – οινοποιεία – γαστρονομικές εμπειρίες – περπατήματα κλπ).
Παρόλα αυτά οι παράνομοι χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη δικαιολογία αν και τα τελευταία χρόνια τους συναντούμε και στους χώρους και στα μουσεία.
Το ποσοστό δυστυχώς είναι πολύ υψηλό. Υπάρχουν σελίδες και πλατφόρμες που υπόσχονται tour, δεν χρεώνουν τον επισκέπτη αλλά στο τέλος προτείνουν φιλοδώρημα και μάλιστα ορίζοντας και κατώτατο ποσό.
Βλέπουμε επίσης ανθρώπους που δραστηριοποιούνται σε άλλους επαγγελματικούς χώρους να προσφέρουν ξεναγικές υπηρεσίες θεωρώντας το απολύτως φυσιολογικό ενώ γνωρίζουν ότι παρανομούν για παράδειγμα περιήγηση στην πόλη είτε οδικώς είτε με τα πόδια, επίσκεψη στο κέντρο με πρόσχημα τη διεξαγωγή food tour, θεματικές διοργανώσεις κλπ.
Εκεί οφείλει να είναι κάποιος ξεναγός. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει έλεγχος ή γίνεται αραιά και πού, από τη στιγμή που δεν υπάρχει επιβολή προστίμων, και αν υπάρχουν είναι λίγα και δεν εισπράττονται έχουμε οδηγηθεί στην απόλυτη ασυδοσία και θρασύτατη παρανόμηση».
Η ίδια, στάθηκε και στη σημασία της ύπαρξης αποδεικτικού στοιχείου πιστοποίησης ενός ξεναγού.
«Εμείς αυτό που λέμε και το έχουμε κοινοποιήσει είναι ότι ο ξεναγός φέρει ξεναγική ταυτότητα από το υπουργείο τουρισμού. Πιστοποιούμαστε μετά από τη φοίτηση στη Σχολή Ξεναγών είτε στα Δίμηνα Σεμινάρια.
Επανειλημμένως έχουμε τονίσει ότι ο επισκέπτης τόσο ο ξένος όσο και ο Έλληνας θα πρέπει να ζητάει αποδεικτικό για να ξέρει αν είναι πιστοποιημένος ο ξεναγός.
Όπως όταν π.χ. μας πιάσει η τροχαία, αν δεν έχουμε το δίπλωμά μας θα φάμε πρόστιμο, έτσι πρέπει να γίνεται και σε αυτές τις περιπτώσεις. Θα πρέπει να ζητούν ξεναγική ταυτότητα. Με την κατάσταση που επικρατεί, φτάνουμε στην απόλυτη απογοήτευση.
Ο έλεγχος, έχει περάσει πλέον και στη δικαιοδοσία των περιφερειακών υπηρεσιών τουρισμού. Αναλαμβάνουν ελέγχους όχι μόνο για ξεναγούς αλλά για οποιαδήποτε παρατυπία, ωστόσο και αυτή η υπηρεσία είναι υποστελεχωμένη.
Πρέπει να υπάρχει διαδικασία για να σχηματιστεί μικτό κλιμάκιο από την Περιφερειακή υπηρεσία τουρισμού στην οποία ανήκουν οι έλεγχοι. Το κλιμάκιο να είναι από την υπηρεσία, από το ΣΔΟΕ, ίσως από τον ΕΦΚΑ, και σίγουρα από την αστυνομία για να μπορέσει να ζητήσει τα στοιχεία» τόνισε.
Σύμφωνα με την κ. Οικονομοπούλου, ο κυριότερος κίνδυνος για κάποιον ο οποίος ξεναγείται από μη πιστοποιημένους επαγγελματίες είναι η εξαπάτηση με κόστος οικονομικό.
«Πρωτίστως είναι η εξαπάτηση του επισκέπτη / τουρίστα με κόστος οικονομικό, διότι αυτός που παρέχει την υπηρεσία παρουσιάζεται σαν κάτι που δεν είναι» ανέφερε αρχικά και συμπλήρωσε ότι «ο τουρίστας πληρώνει, και νομίζει ότι παρέχεται υπηρεσία από επαγγελματία. Υπάρχει οικονομική δυσπιστία. Υπόσχεται κάποιος μια υπηρεσία, την οποία η νομοθεσία δεν του επιτρέπει και έτσι εξαπατά τον τουρίστα.
Γίνεται ζημιά στο πολιτιστικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό κομμάτι, διότι αυτοί παρουσιάζουν μια πιο φαιδρή κατάσταση στην πραγματικότητα με αφηγήματα αναληθή και ανακριβή. Λένε ορισμένα πράγματα τα οποία είναι αχαρακτήριστα. Για παράδειγμα, κάποιοι έλεγαν ότι τα γλυπτά, είναι πολύ καλά στο βρετανικό μουσείο, επειδή εκεί τα προσέχουν περισσότερο.
Η παρουσίαση από πιστοποιημένο ξεναγό, θα γίνει αξιόπιστα έτσι ώστε να προφυλαχθεί η εικόνα της χώρας. Θα πούμε κάποια αλήθεια που θα εξηγηθεί ιστορικά».
Πώς όμως ένας μη πιστοποιημένος ξεναγός έχει την ευκαιρία να ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα;
«Πρωτίστως είναι από τις πλατφόρμες και τις προσωπικές ιστοσελίδες. Παρουσιάζονται διάφοροι ως ξεναγοί. Από τα τουριστικά γραφεία υπάρχουν συνεργάτες που λειτουργούν αξιόπιστα και επαγγελματικά και επενδύουν στην εικόνα αλλά και στην ουσία της παροχής υπηρεσιών, και άλλοι που με γνώμονα κυρίως το κέρδος θα βάλουν έναν παράνομο ξεναγό απλά για να τους πει δυο κουβέντες» υπογράμμισε η κ. Οικονομπούλου.
Τέλος, όσον αφορά το αν έχει μειωθεί το κύρος της χώρας ως τουριστικού προορισμού λόγω αυτού του προβλήματος είπε:
«Να σας πω την αλήθεια εδώ είναι λίγο διττό. Ο επισκέπτης δεν οφείλει να ξέρει το νομικό πλαίσιο από την άλλη όμως οι εμπλεκόμενοι φορείς στον τομέα του τουρισμού θα πρέπει να τον προφυλάξουν. Οι ξεναγοί είναι πρεσβευτές της χώρας. Η δημοφιλία της Ελλάδας αυξάνεται σε μεγάλο ποσοστό και λόγω των διπλωματούχων ξεναγών.
Όταν έχεις επαφή με τον επισκέπτη από τότε που φτάνει μέχρι που αναχωρεί, είμαστε ο άνθρωπός του. Είμαστε εκεί ως εκπρόσωποι της χώρας και ως τουριστικοί εκπρόσωποι αλλά και ως πρεσβευτές. Γνωρίζει την κουλτούρα και τον πολιτισμό.
Όσα να ξοδευτούν σε μια διαφήμιση, ο επισκέπτης ο ευχαριστημένος θα το διαδώσει σε άλλους δέκα και θα έρθουν κι άλλοι μετά. Όταν πάμε κάπου, από το γραφείο που θα επιλέξουμε κλπ θα προωθήσουμε τον προορισμό αν περάσουμε καλά.
Εμείς ζητάμε η πολιτεία να σταθεί στο πλευρό των διπλωματούχων ξεναγών. Άπτεται των χειρισμών της πολιτείας. Η πολιτεία ορίζει τους ελέγχους και θέλουμε να προστρέξει σε αυτό. Είναι ντροπή αυτό που συμβαίνει».
