Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»
Τον δικό του «Γολγοθά» ανεβαίνει εδώ και περίπου 1,5 χρόνο Έλληνας συνοδός εκδρομής, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2024 συνελήφθη μαζί με τον οδηγό τουριστικού λεωφορείου στην Τουρκία, κατηγορούμενοι για διακίνηση λαθρομεταναστών, μη μπορώντας μέχρι σήμερα να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Μιλώντας στον Τύπο Θεσσαλονίκης, ο Έλληνας συνοδός περιγράφει πώς ένα απλό ταξίδι μετατράπηκε σε ψυχολογικό και οικονομικό εφιάλτη, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για την οικογένειά του, ενώ δηλώνει βέβαιος ότι στο τέλος της δικαστικής διαδρομής θα αποδειχθεί η αθωότητά του.
Αρχικά περιγράφοντας τι ακριβώς συνέβη, και πώς βρέθηκαν στα χέρια των τουρκικών Αρχών είπε:
«Στο πρώτο ταξίδι, τον Αύγουστο του 2024, λογικά είχε μπει από κάτω μια κυρία η οποία έπεσε από το λεωφορείο στη Ραιδεστό, και εμείς δεν το καταλάβαμε και φύγαμε. Στο επόμενο ταξίδι, τον Σεπτέμβριο, στον γυρισμό μας σταμάτησαν στην Ραιδεστό και βρήκαν έναν άλλο Μαροκινό. Η κυρία που έπεσε την πρώτη φορά όμως, είχε πει ότι πλήρωσε εμένα και τον οδηγό για να την περάσουμε στην Ελλάδα.
Στις 8 Σεπτεμβρίου μας συνέλαβαν εμένα και τον οδηγό. Στο δεύτερο ταξίδι μας, ο οδηγός ήταν άλλος. Τα δύο αυτά άτομα, βρέθηκαν στο σασί του λεωφορείου, όχι στη μπαγκαζιέρα. Αφού μας συνέλαβαν ξεκίνησε όλη η διαδικασία».
Σύμφωνα με τον Έλληνα συνοδό, η γυναίκα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για τους ισχυρισμούς της.
«Η κυρία αυτή όμως, δεν είπε ούτε πού μας πλήρωσε, ούτε πότε, στο δικαστήριο δεν ήρθε ποτέ, και δεν έγινε ποτέ αναγνώριση, να μας βάλουν δηλαδή στη σειρά ενός δωματίου και να πει η ίδια ποιοι ήμασταν. Δεν μας έδωσαν το δικαίωμα να πούμε το άλλοθί μας πουθενά» υπογράμμισε.
Ο ίδιος, σχολίασε ότι το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι συνηθισμένο, ενώ αντιμετώπισε γελώντας την κατηγορία που βαραίνει τον ίδιο, αλλά και τον οδηγό του λεωφορείου.
«Όταν άκουσα την κατηγορία, από μέσα μου γέλασα, είπα “τι λένε με δουλεύουν”; Δεν είχαμε ιδέα γι’ αυτό το πράγμα. Αυτοί μπαίνουν συνέχεια στα λεωφορεία, δεν έγινε μόνο στο δικό μας λεωφορείο».
«Βρέθηκα ξαφνικά στη φυλακή για περίπου 4 μήνες»
«Τα συναισθήματα που ένιωσα τον πρώτο καιρό όντας υπό κράτηση ήταν απογοήτευση και μεγάλη αγωνία για να δω τι θα γίνει. Είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχα περάσει ούτε έξω από αστυνομικό τμήμα, και ξαφνικά βρέθηκα για περίπου 4 μήνες στη φυλακή και μάλιστα στην Τουρκία, χωρίς να ξέρω τη γλώσσα να συνεννοηθώ με τους υπόλοιπους. Ήταν πολύ δύσκολο ειδικά στην αρχή» συμπλήρωσε.
Παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, ο συνοδός ανέφερε πως «δεν με τρομάζει κάτι» ενώ στάθηκε και στην ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική δυσκολία που έχει «γεννήσει» η συγκεκριμένη υπόθεση, αναφέροντας ότι «έχει φύγει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε».
«Δεν με τρομάζει κάτι, απλά με στενοχωρεί το ότι υπάρχει περίτπωση να βγεις ένοχος χωρίς στοιχεία. Με στενοχώρησε επίσης πάρα πολύ η όλη αναστάτωση που δημιουργήθηκε στην οικογένειά μου, και το ψυχολογικό αλλά και το οικονομικό κόστος. Όσον αφορά το οικονομικό κομμάτι, έχει φύγει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, και μας έχουν δανείσει και χρήματα κάποιοι φίλοι. Σε κάποιους που έδωσαν μεγάλα ποσά θα τους τα επιστρέψω, ενώ συνάδελφοι δικοί μου και της γυναίκας μου, έκαναν έναν μικρό έρανο και μας έδωσαν χρήματα» τόνισε.
«Το προξενείο της Αδριανούπολης είναι από την πρώτη στιγμή στα δικαστήρια. Έχουμε φτάσει μέχρι και το υπουργείο Εξωτερικών, και το θέμα παρακολουθείται».
«Έχουν γίνει 8 δικαστήρια για να παρθεί η απόφαση, η οποία είναι 9 χρόνια και 9 μήνες μη εκτελεστέα, μέχρι να γίνει το Εφετείο. Περιμένουμε να καθαρογραφεί τώρα η απόφαση για να κάνει ο δικηγόρος την έφεση» συμπλήρωσε.
Ο ίδιος, σχολίασε χαρακτηριστικά πως μετά τη λήξη της συγκεκριμένης υπόθεσης και την επιστροφή του στην Ελλάδα, δεν θα ήθελε να βρεθεί ξανά στην Τουρκία.
«Μετά από όλο αυτό που έχει γίνει, δεν θα ήθελα να πάω ξανά. Νομίζω ότι ο οποιοσδήποτε ήταν στη θέση μου, θα έλεγε το ίδιο πράγμα.
Η Κωνσταντινούπολη είναι πολύ ωραία πόλη, έχω πολύ καλούς φίλους Έλληνες και Τούρκους, αλλά αν θέλουν να με δουν μπορούν να έρθουν στη Θεσσαλονίκη να με δουν όταν γυρίσω» είπε.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, οι οδηγοί των λεωφορείων πλέον είναι πιο υποψιασμένοι, και τραβούν βίντεο κατά τη διάρκεια των ελέγχων τα οποία «τα προσκομίσαμε στο δικαστήριο» όπως είπε.
«Είναι συνηθισμένο το να κρύβονται στα λεωφορεία. Μετά το δικό μας περιστατικό, άρχισαν να τραβούν και βίντεο οι οδηγοί από απόσταση, στα οποία φωνάζουν για να φύγουν όσοι έχουν μπει από κάτω».
Ο συνοδός, αναφέρθηκε και στη συμβουλή που θα έδινε σήμερα σε κάποιον συνάδελφό του ο οποίος πηγαίνει εκδρομές στην Τουκία.
«Θα του έλεγα να προσέχει και να έχει τα μάτια του 400. Κατά τα άλλα, η Τουρκία είναι ασφαλής. Αυτοί που θα πρέπει να προσέχουν πολύ περισσότερο είναι οι οδηγοί, διότι αυτοί είναι περισσότερο στο λεωφορείο και το γνωρίζουν. Ο κάθε συνάδελφος συνοδός δεν γνωρίζει το λεωφορείο, δεν έχει ιδέα» είπε.
Παρόλο που η υπόθεση δεν έχει λήξει οριστικά, ο ίδιος ανέφερε πως δεν φοβήθηκε ποτέ ότι θα μπει στη φυλακή.
«Δεν φοβήθηκα, διότι ξέρω ότι είμαι αθώος. Η αθωότητά μου θα φανεί κάποια στιγμή, γιατί όλο το κατηγορητήριο είναι σαθρό. Όλες είναι ενδείξεις, δεν υπάρχει καμία απόδειξη, οπότε σίγουρα θα επιστρέψω.
Εμένα με ενδιαφέρει ότι ο δικηγόρος μου ξέρει ότι είμαι αθώος.
Εγώ ξέρω ότι είμαι αθώος, η γυναίκα μου και οι καλοί μου φίλοι που ξέρουν τι άνθρωπος είμαι, ξέρουν κι αυτοί ότι δεν είμαι ένοχος, και αυτό μου φτάνει».
Τέλος, για το αν έχει τη δυνατότητα να εργαστεί έστω και περιστασιακά στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι να μπορέσει να επιστρέψει στην Ελλάδα είπε:
«Εργάζομαι λίγο, κάνω κάποιες ξεναγήσεις που μου δίνουν από ένα τούρκικο γραφείο μαζί με έναν Τούρκο που πρέπει να είναι, διότι ο Έλληνας μόνος του δεν μπορεί να κάνει ξενάγηση. Από αυτό βέβαια βγάζω λίγα χρήματα. Τη δουλειά τη βρήκα εύκολα, διότι τα γραφεία εδώ ξέρουν ότι είμαι αθώος. Δεν με αντιμετωπίζουν σαν ένοχο».
