Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες δημογραφικές προκλήσεις των τελευταίων δεκαετιών, καθώς οι γεννήσεις έχουν σημειώσει δραματική πτώση. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), η χώρα καταγράφει συνεχή υποχώρηση των γεννήσεων, με βασικές αιτίες τη μείωση της γονιμότητας, τη συρρίκνωση του πληθυσμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας και τη μετανάστευση.
Ο ομότιμος καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του ΙΔΕΜ, Βύρωνας Κοτζαμάνης, επισημαίνει ότι η εικόνα γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητική, καθώς οι γεννήσεις έχουν σχεδόν μειωθεί στο μισό μέσα σε περίπου δύο δεκαετίες.
Οι γεννήσεις μειώθηκαν σχεδόν στο μισό
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Ινστιτούτου, ο μέσος ετήσιος αριθμός γεννήσεων από περίπου 117.600 την περίοδο 2008-2009 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στις 65.000 για το 2025-2026, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 44%.
Η καθοδική αυτή πορεία δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο. Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, η μείωση ξεκίνησε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, με μοναδική εξαίρεση μια μικρή ανάκαμψη που σημειώθηκε μεταξύ 2003 και 2009.
Λιγότερα παιδιά και μητρότητα σε μεγαλύτερη ηλικία
Καθοριστικό ρόλο στη δημογραφική συρρίκνωση παίζει η μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες. Ενώ όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 αποκτούσαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, για τις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός αυτός έχει υποχωρήσει σε λιγότερα από 1,5 παιδιά.
Παράλληλα, αυξάνεται σταθερά και η ηλικία απόκτησης παιδιών. Η μέση ηλικία της μητέρας από περίπου 30 έτη το 2008-2009 έχει ανέλθει πλέον στα 32,3 έτη για την περίοδο 2025-2026.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται και στην κατανομή των γεννήσεων ανά ηλικία. Σήμερα μόλις το 30% των γεννήσεων αφορά γυναίκες κάτω των 30 ετών, όταν το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 43% το 2008-2009 και έφθανε το 78% το 1980.
Αντίθετα, αυξάνονται οι γεννήσεις από γυναίκες ηλικίας άνω των 40 ετών, οι οποίες πλέον αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 11% του συνόλου, έναντι μόλις 4,5% πριν από περίπου δύο δεκαετίες.
Λιγότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Ένας ακόμη παράγοντας που επιδεινώνει την κατάσταση είναι η μείωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, μέσα σε περίπου 17 χρόνια ο συγκεκριμένος πληθυσμός μειώθηκε κατά περίπου 480.000 άτομα, δηλαδή κατά 28%.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στη διαχρονική υποχώρηση των γεννήσεων όσο και στη μαζική μετανάστευση που καταγράφηκε μετά το 2010, όταν χιλιάδες νέοι Έλληνες αλλά και μετανάστες εγκατέλειψαν τη χώρα.
Η Ελλάδα παρουσιάζει από τις μεγαλύτερες μειώσεις στην Ευρώπη
Η μείωση των γεννήσεων αποτελεί ευρωπαϊκό φαινόμενο, ωστόσο η Ελλάδα καταγράφει από τις μεγαλύτερες απώλειες μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τις αναλύσεις του ΙΔΕΜ, η χώρα συγκαταλέγεται σε εκείνες που εμφάνισαν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση των γεννήσεων τόσο σε σχέση με τη δεκαετία του 1980 όσο και μετά την οικονομική κρίση του 2008-2009.
Παράλληλα, καταγράφει μία από τις ταχύτερες αυξήσεις στη μέση ηλικία τεκνογονίας, γεγονός που αντανακλά τις σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών.
Οικονομική ανασφάλεια και στεγαστική κρίση αποθαρρύνουν τα νέα ζευγάρια
Ο Βύρωνας Κοτζαμάνης υπογραμμίζει ότι η δημογραφική κρίση δεν εξηγείται μόνο από τα δημογραφικά δεδομένα, αλλά και από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές.
Η ανεργία, η επισφαλής εργασία, η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων, αλλά και η έντονη στεγαστική κρίση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενισχύουν το αίσθημα ανασφάλειας και οδηγούν πολλά ζευγάρια είτε να αναβάλουν τη δημιουργία οικογένειας είτε να αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα επιθυμούν.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, χωρίς ένα πιο ευνοϊκό περιβάλλον για τις νέες οικογένειες, η καθοδική πορεία των γεννήσεων δύσκολα θα ανακοπεί, με το δημογραφικό να παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας.
Πηγή: flash.gr
