Συνεχίστηκαν για δεύτερη μέρα χθες, στις Βρυξέλλες, οι διαβουλεύσεις ανάμεσα στις ελληνικές αρχές και τους εκπροσώπους των θεσμών, σε επίπεδο Brussels Group.
Οι συνεδριάσεις είναι προγραμματισμένες ως σήμερα στις, 7.30 μ.μ. ώρα Ελλάδος, ωστόσο δεν αποκλείεται να παραταθούν και την Κυριακή.
Η χθεσινή συνεδρίαση αφορούσε, σύμφωνα με πληροφορίες θέματα ενέργειας, φορολογίας και πολιτικές για την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων.
Την Πέμπτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφρασε ικανοποίηση για την «εμβάθυνση και εντατικοποίηση» των διαπραγματεύσεων μεταξύ των ελληνικών αρχών και των εκπροσώπων των θεσμών.
Ωστόσο, κοινοτικές πηγές σημείωναν ότι δεν συμμερίζονται την αισιοδοξία ορισμένων δημοσιευμάτων ότι είναι ρεαλιστική η συμφωνία ως την Κυριακή.
Σημειώνεται ότι εξειδικευμένα στα ευρωπαϊκά θέματα έντυπα και ιστοσελίδες ανέφεραν ότι το κλίμα στις διαπραγματεύσεις της ελληνικής πλευράς με τους θεσμικούς εκπροσώπους στις Βρυξέλλες, έχει βελτιωθεί αισθητά . Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας και των εταίρων της κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και ότι οι δανειστές εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι για την επίτευξη συμφωνίας.
Ο Ντάισελμπλουμ και το «σχέδιο Β»
Την ίδια ώρα, μετά τις δηλώσεις που έκανε την Πέμπτη περί ύπαρξης «σχεδίου Β» για την Ελλάδα, ο επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ επανήλθε χθες, Παρασκευή, αναγνωρίζοντας πρόοδο στις διαβουλεύσεις μεταξύ Ελλάδας και δανειστών στο Brussels Group.
Μιλώντας στην ολλανδική Βουλή δήλωσε πως υπάρχει εντατικοποίηση των συζητήσεων, αλλά πρόσθεσε ότι είναι πολύ νωρίς για να μιλήσουμε για σημείο καμπής.
Ο ίδιος τόνισε πως στο Brussels Group γίνονται «σοβαρές συζητήσεις» και σύμφωνα με τα όσα μεταδίδει το Bloomberg είπε πως στόχος είναι η επίτευξη «ισχυρής συμφωνίας» με την Ελλάδα.
Σημειώνεται ότι την Πέμπτη, ερωτηθείς εάν υπάρχει plan B για την Ελλάδα, ο Γ.Ντάισελμπλουμ απάντησε: «Το ερώτημα είναι εάν η Ολλανδία ετοιμάζεται ή αν η ευρωζώνη ετοιμάζεται για διάφορα ενδεχόμενα; Η απάντηση είναι ναι».
Το δημοσίευμα της La Stampa
Σε «σχέδιο Β» αναφερόταν, στο μεταξύ, και δημοσίευμα της ιταλικής εφημερίδας La Stampa. Ειδικότερα, σε ανταπόκρισή της από το Βερολίνο η εφημερίδα αναφέρει ότι «μια από τις πιθανότητες τις οποίες εξετάζουν στο Βερολίνο και στην Φρανκφούρτη είναι μια χρεοκοπία χωρίς έξοδο από το ευρώ, με την υιοθέτηση ενός είδους μίνι επιταγών εσωτερικής χρήσης, σε συνδυασμό με ένα "ανθρωπιστικό σχέδιο", ένα πρόγραμμα εκτάκτου ανάγκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο θα απέτρεπε μια πιθανή κατάρρευση των τραπεζών και θα προσέφερε εγγύηση παροχής βοηθειών προς τον ελληνικό πληθυσμό».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το ενδεχόμενο αυτό θα προϋπέθετε, όμως, «αλλαγή κυβέρνησης ή ακόμη και κυβέρνηση τεχνοκρατών».
Η «La Stampa» επισημαίνει ακόμη ότι η αβεβαιότητα που συνδέεται με τον σχέδιο αυτό είναι τεράστια, πρώτα από όλα πολιτική, «από την στιγμή που δεν μπορεί να αποκλείσει, κανείς, ότι ο Τσίπρας, προκειμένου να μην δεχθεί να τεθεί υπό επιτροπεία, μπορεί να προτιμήσει την επιστροφή στην δραχμή».
«Ούτε αυτό ανησυχεί, πλέον, πολλούς πολιτικούς και τραπεζίτες», συνεχίσει η εφημερίδα, διότι, «όπως αναφέρουν έγκυρες γερμανικές πηγές, η Ελλάδα είναι μια σημαντική χώρα από γεωπολιτικής απόψεως, αλλά πρέπει να περάσει το μήνυμα ότι για να είναι κανείς μέλος του ευρώ πρέπει να σέβεται συγκεκριμένους κανόνες».
Η έκθεση της Moody’s
Την ίδια ώρα, η Moody’s σε χθεσινή της έκθεση, εκτιμά ότι ο άμεσος οικονομικός και χρηματοοικονομικός αντίκτυπος από μια πιθανή έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνης θα ήταν μικρός, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα υπονόμευε την μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ευρωζώνης και θα μπορούσε να προκαλέσει ένα πιο άμεσο σοκ εμπιστοσύνης, καθώς και αναταραχή στις αγορές των κρατικών ομολόγων.
Στην έκθεσή της με τίτλο «Η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη ίσως είναι διαχειρίσιμη, αλλά οι κίνδυνοι δεν πρέπει να υποτιμώνται», η Moody’s αναμένει ότι η Ελλάδα θα καταλήξει σε συμφωνία με τους πιστωτές της και θα αποφύγει την χρεοκοπία. Ωστόσο, η έλλειψη προόδου μέχρι στιγμής σημαίνει ότι η πιθανότητα χρεοκοπίας, ή εξόδου, αυξάνεται.
«Ο αντίκτυπος από μια έξοδο της Ελλάδας δεν πρέπει να υποτιμάται», αναφέρει ο Άλιστερ Γουίλσον, γενικός διευθυντής του τμήματος Global Sovereign Risk.
«Ο άμεσος αντίκτυπος ίσως είναι περιορισμένος λόγω των περιορισμένων εμπορικών δεσμών της Ελλάδας και της χαμηλότερης έκθεσης που έχουν οι αγορές άλλων χωρών της ευρωζώνης στην Ελλάδα. Ωστόσο, μια έξοδος θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να προκαλέσει σοκ εμπιστοσύνης και αναταραχή στις αγορές των κρατικών ομολόγων».
Η έκθεση επισημαίνει ότι ούτε η κυβέρνηση ούτε το εκλογικό σώμα της χώρας φαίνεται να επιθυμούν μια έξοδο. Οι αρχές της ευρωζώνης έχουν επίσης ένα κίνητρο για να αποφύγουν το ενδεχόμενο εξόδου, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σημαντικό προηγούμενο και θα παγίωνε τις ζημίες των θεσμών της ευρωζώνης από τα δάνεια προς την Ελλάδα.
Μια χρεοκοπία δεν θα οδηγούσε αναγκαστικά στην έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Η αλυσίδα των γεγονότων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να προβλεφθεί.
Η Moody’s αναμένει οι διαπραγματεύσεις να συνεχιστούν για κάποιο διάστημα. Ωστόσο, εάν υπάρξει έξοδος, θα αποτελέσει σημαντικό προηγούμενο, υπονομεύοντας την ανθεκτικότητα της νομισματικής ένωσης, η οποία έχει σχεδιαστεί για να είναι μη αναστρέψιμη.
«Η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα αποτελούσε παράδειγμα που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και άλλοι στο μέλλον», δήλωσε ο Γουίλσον. «Αυτό αναπόφευκτα θα επηρέαζε την πορεία των μελλοντικών προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής εξυγίανσης. Θα αύξανε, έστω και λίγο, την πιθανότητα και αυτοί να καταλήξουν σε χρεοκοπία και έξοδο."
Ένας αμεσότερος κίνδυνος θα μπορούσε να είναι το σοκ στην εμπιστοσύνη πλήττοντας τη λειτουργία των αγορών κρατικών ομολόγων στην ευρωζώνη. Ο κίνδυνος να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μικρότερος συγκριτικά με το 2012, εν μέρει λόγω του ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η οικονομία της ευρωζώνης είναι σε ισχυρότερη θέση συγκριτικά με τρία χρόνια νωρίτερα. Ο τρόπος με τον οποίο οι φορείς των πολιτικών αποφάσεων θα χειριστούν μια πιθανή έξοδο θα καθορίσει και την έκταση της μετάδοσής της, αναφέρει η έκθεση.
Αν επέλθει τέτοιο σοκ στην εμπιστοσύνη, θα ήταν ιδιαιτέρως αρνητικό για τις χώρες της περιφέρειας με υψηλά και αυξανόμενα χρέη και συνεχείς δυσκολίες δημοσιονομικής εξυγίανσης.