Σοβαρά ερωτήματα για την πρόοδο του Προγράμματος «Ήλιος» θέτουν με κοινή τους δήλωση οι υπεύθυνοι των τομέων Πολιτικής Ευθύνης, Ανάπτυξης και Ενέργειας της Νέας Δημοκρατίας, Κωστής Χατζηδάκης και Σταύρος Καλαφάτης. Οι δύο βουλευτές, αν και χαρακτηρίζουν το πρόγραμμα «Ήλιος» μία καλή ιδέα, καθώς προβλέπει την εκμετάλλευση ηλιακής ενέργειας για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 10 GW και εξαγωγή της σε χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, εκφράζουν ωστόσο αμφιβολίες για το κατά πόσο έχει γίνει η σωστή προετοιμασία και οι απαραίτητες μελέτες προκειμένου να προχωρήσει με επιτυχία το συγκεκριμένο πρόγραμμα. «Ωστόσο, πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο στόχος παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα το 2020 είναι 2,5 GW. Επομένως, απαιτεί σοβαρή προεργασία», προσθέτουν. Συγκεκριμένα, οι Χατζηδάκης και Καλαφάτης ζητάνε από το υπουργείο Περιβάλλοντος διευκρινίσεις για το «Ήλιος» θέτοντας τα παρακάτω ερωτήματα: 1. Ποιες κινήσεις έχουν γίνει ώστε να διασφαλιστεί το ενδιαφέρον των ευρωπαϊκών χωρών για αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, πριν ξεκινήσει το εγχείρημα υλοποίησης του Προγράμματος «Ήλιος», με δεδομένο ότι η διαπραγμάτευση με τις ευρωπαϊκές χώρες είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο. 2. Ποια προεργασία έχει γίνει ως προς τα ενδεχόμενα εμπόδια που μπορεί να προκύψουν λόγω του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου (τιμή της προς πώληση ενέργειας, ζητήματα ανταγωνισμού και αντίδραση από ανταγωνιστές για ενδεχόμενη διακριτική μεταχείριση του προγράμματος). Και αν ναι, ποιες κινήσεις έχουν γίνει για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. 3. Σχετικά με τη μεταφορά της παραγόμενης ενέργειας έχει γίνει κάποια μελέτη – προετοιμασία για το δίκτυο μεταφοράς της Ελλάδας (δυναμικό- χωρητικότητα); Αντίστοιχα ποια προετοιμασία έχει γίνει σε επίπεδο διακρατικών συμφωνιών με τις χώρες μέσα από τις οποίες θα μεταφερθεί η ενέργεια. Έχει προϋπολογιστεί το κόστος για τις υποδομές μεταφοράς της ενέργειας. 4. Έχει γίνει πρόβλεψη, ώστε κατά την υλοποίηση του Σχεδίου «Ήλιος» να αξιοποιηθεί η ελληνική βιομηχανία φωτοβολταϊκών. Σημειώνεται ότι με βάση αυτό το σκεπτικό, οι δύο βουλευτές κατέθεσαν σήμερα ερώτηση στη Βουλή προς τον υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
Κριτική για πολιτικές σε περιβάλλον και ενέργεια
Εξάλλου, σε ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου του ΥΠΕΚΑ για την "Ποινική προστασία του Περιβάλλοντος και το πλαίσιο παραγωγής και διαχείρισης αποβλήτων", ο βουλευτής της ΝΔ, Στ. Καλαφάτης, αναφέρθηκε στη σημασία ενίσχυσης του νομικού οπλοστασίου της χώρας, όσον αφορά στη στοιχειοθέτηση ποινικών ευθυνών για περιβαλλοντικές παραβάσεις. Υπενθύμισε το αποτελεσματικό έργο της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, σε σχέση με το κλείσιμο και την περιβαλλοντική αποκατάσταση των χωματερών. Επεσήμανε την αναγκαιότητα για διασφάλιση της ουσιαστικής εφαρμογής του ισχύοντος Ν.2790/2000, μέσω του οποίου διευθετείται ικανοποιητικά το ζήτημα της στεγαστικής αποκατάστασης των προσφύγων και παλιννοστούντων ποντιακής καταγωγής, ένα πολυετές αίτημα της Παμποντιακής Ομοσπονδίας και ζήτησε να υπάρξει μέριμνα για τις κατασκευές εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, που διατίθενται για θρησκευτικούς, πνευματικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς σκοπούς, αντίστοιχη με εκείνη που λαμβάνεται για τις αυθαίρετες κατασκευές δημοσίων ή δημοτικών σχολείων και γυμναστηρίων. Στην τροπολογία για πλήρη απαλλαγή των ΑΜΕΑ με ποσοστό αναπηρίας 80% από τα πρόστιμα τακτοποίησης αυθαιρέτων, πρότεινε να συμπεριληφθούν και τα άτομα που πάσχουν από Μεσογειακή Αναιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο. Άσκησε δριμεία κριτική στην ηγεσία του ΥΠΕΚΑ για επιδείνωση της θέσης και του κύρους της ΔΕΗ, αναφερόμενος στην κακή διαχείριση της εταιρίας, την επιβολή πλειάδας φόρων, την είσπραξη του "χαρατσιού" και την αναποτελεσματικότητα της εταιρίας σε σχέση με τη διευθέτηση των οφειλών του κράτους και των ιδιωτών προς αυτήν και στηλίτευσε την ανυπαρξία της πλούσιας σε λόγια και φτωχής σε έργα πολιτικής για την "πράσινη ανάπτυξη", με αποτέλεσμα την αποθάρρυνση των επενδύσεων στον τομέα των ΑΠΕ. Τέλος, να σημειωθεί ότι τόνισε πως η πολιτική του ΥΠΕΚΑ επέφερε ιδιαίτερα αρνητικά αποτελέσματα στη χονδρική και λιανεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης και της αύξησης της τιμής της κιλοβατώρας, η οποία επιβαρύνει άμεσα το κόστος παραγωγής των βιομηχανιών και βιοτεχνιών της χώρας, καθώς και το κόστος διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών.