Απαντώντας σε ερώτηση στη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, την πολιτική των «ήρεμων νερών» και το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η Διακήρυξη των Αθηνών εξακολουθεί να υπηρετείται, παρά τις πρόσφατες δυσκολίες.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι παραμένουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία σε πολλά επίπεδα, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η βασική διαφορά των δύο χωρών αφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Αναφερόμενος στα θαλάσσια πάρκα, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τις εξορύξεις, έκανε λόγο για πρωτοβουλίες που, όπως είπε, αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα ασκεί έμπρακτα την εθνική της κυριαρχία και ενισχύει την αποτρεπτική της δυνατότητα.
Για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να την πραγματοποιήσει «όποτε και όπως το κρίνει ότι είναι η πιο κατάλληλη χρονική συγκυρία».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα επιδιώκει καλές σχέσεις με την Τουρκία, αλλά δεν πρόκειται να συζητήσει ζητήματα που η Άγκυρα θέτει και τα οποία, όπως είπε, αποτελούν «μη ζητήματα για την ελληνική πολιτεία».
Τον ρόλο της Ελλάδας ως «γέφυρας» μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και χωρών του Κόλπου ανέδειξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφερόμενος στις σχέσεις της Αθήνας με τις χώρες της περιοχής και στην επικείμενη επίσκεψή του στην Αίγυπτο.
«Είναι πάρα πολύ σημαντικό όταν μιλάμε για την ελληνική εξωτερική πολιτική να μην περιοριζόμαστε μόνο στο ζήτημα των σχέσεων της Ελλάδος με την Τουρκία», σημείωσε.
Όπως είπε, η Ελλάδα έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια «ένα εξαιρετικά πυκνό πλέγμα σχέσεων» με χώρες της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου, υποστηρίζοντας ότι πλέον μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ των συγκεκριμένων περιοχών και της Ευρώπης.
Για τη Συμφωνία της Μέκκας, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η Αθήνα παρακολουθεί τις εξελίξεις, χωρίς να αλλάζει τη στρατηγική της.
«Δεν αλλάζει όμως την κεντρική προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να έχει ισχυρές σχέσεις με όλες τις χώρες του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένης και της Σαουδικής Αραβίας», είπε, προαναγγέλλοντας την επικείμενη επίσκεψή του στη χώρα.
«Δεν σημαίνει ότι επειδή η συμφωνία της Μέκκας μπορεί να έφερε πιο κοντά ενδεχομένως τη Σαουδική Αραβία με την Τουρκία, ότι αυτό σημαίνει ότι αυτόματα εμείς παίρνουμε αποστάσεις. Η εξωτερική πολιτική είναι πολύ πιο σύνθετη», τόνισε.
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε παράλληλα στις σχέσεις της Ελλάδας με τον Λίβανο, την Ιορδανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και την Αίγυπτο. Όπως είπε, η Αθήνα στηρίζει την προσπάθεια των λιβανέζικων ενόπλων δυνάμεων να ασκήσουν την κυριαρχία τους στον νότο της χώρας, ενώ την ερχόμενη Τρίτη θα επισκεφθεί την Αίγυπτο, όπου θα συναντηθεί με τον πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι.
Στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη σχέση Ελλάδας-Αιγύπτου «γεωπολιτική, στρατιωτική, αλλά και ενεργειακή», με ιδιαίτερη αναφορά στο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Αιγύπτου GREGI, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Η Ελλάδα δεν σημαίνει ότι επειδή έχει μια στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, παραμελεί τον ρόλο της ως μια χώρα-γέφυρα», ανέφερε, τονίζοντας ότι η Αθήνα επιδιώκει συνεργασίες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Όπως είπε, οι σχέσεις αυτές ενισχύουν τη γεωπολιτική και αμυντική θέση της χώρας και δημιουργούν επενδυτικές ευκαιρίες.
«Είναι σχέσεις με στρατηγικό βάθος, οι οποίες ωφελούν συνολικά την ελληνική εξωτερική πολιτική, μας ενισχύουν γεωπολιτικά, μας ενισχύουν αμυντικά, φέρνουν σημαντικότατες επενδύσεις από τις χώρες αυτές», σημείωσε.
Νέα φιλοσοφία στους εξοπλισμούς
Στη νέα φιλοσοφία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, με έμφαση στα μικρά και μη επανδρωμένα συστήματα, αναφέρθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντώντας σε ερώτηση για το αν η Ελλάδα εξοπλίζεται με βάση τα δεδομένα των πολέμων της νέας εποχής.
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα ανήκει στις πέντε χώρες του ΝΑΤΟ που έχουν ήδη πετύχει τον στόχο για αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ, υπογραμμίζοντας ότι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων ήταν αναγκαία μετά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης.
Όπως είπε, το κενό στον εξοπλισμό της Πολεμικής Αεροπορίας, του Στρατού Ξηράς και του Πολεμικού Ναυτικού έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί, με την απόκτηση Rafale, την αναβάθμιση των F-16 και την παραλαβή των φρεγατών Belharra.
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα μεγάλα συστήματα και οι μεγάλες πλατφόρμες εξακολουθούν να είναι πάρα πολύ χρήσιμες σε οποιοδήποτε αμυντικό δόγμα. Όμως δεν φτάνει», είπε, επισημαίνοντας την ανάγκη για στροφή σε μικρότερα και φθηνότερα συστήματα.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα διαθέτει ήδη εργοστάσια που μπορούν να κατασκευάσουν χιλιάδες drones, ενώ στόχος είναι κάθε στρατεύσιμος και κάθε διμοιρία των Ενόπλων Δυνάμεων να εκπαιδεύεται στη χρήση τους.
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και σε πρόγραμμα εκπαίδευσης στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού στη χρήση σμηνών μη επανδρωμένων θαλάσσιων σκαφών, τονίζοντας ότι η αλλαγή φιλοσοφίας «ήδη συντελείται στις Ένοπλες Δυνάμεις και πρέπει να πάει και πιο γρήγορα».
Παράλληλα, υπεραμύνθηκε της ανάγκης διατήρησης των μεγάλων οπλικών συστημάτων, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να χρειάζεται αεροσκάφη, ενώ η αναβάθμιση των F-16, τα Rafale και τα F-35 ενισχύουν σημαντικά την αποτρεπτική της ισχύ.
Αναφερόμενος στο «σύστημα της ασπίδας του Αχιλλέα», το χαρακτήρισε αμυντικό σύστημα που θα προστατεύει τον ελληνικό εναέριο χώρο και από τις απειλές του μέλλοντος.
«Υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια για τα F-35 της Τουρκίας»
Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο απόκτησης F-35 από την Τουρκία, ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια.
«Δεν είναι δική μας δουλειά να υποδείξουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιους θα πουλήσουν ή δεν θα πουλήσουν αμυντικά συστήματα», είπε.
Τόνισε, ωστόσο, ότι «αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολύ σημαντικά νομικά εμπόδια» για την απόκτηση των F-35 από την Τουρκία, προσθέτοντας: «Προς το παρόν τουλάχιστον δεν βλέπω πώς θα ξεπεραστούν».
Δείτε τη συνέντευξη τύπου του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ:
Πηγή: skai