Της ΛΕΜΟΝΙΑΣ ΒΑΣΒΑΝΗ
Έχουν περάσει χρόνια από τότε που δήλωνα πιστή οπαδός της τηλεόρασης. Που ήξερα πότε παίζει η κάθε σειρά, ποιος είναι ο πρωταγωνιστής της, τι θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο, ποια είναι η καινούρια διαφήμιση για την οποία όλοι συζητούν.
Με τον καιρό λίγο ο πιο περιορισμένος χρόνος, λίγο η στροφή στο σινεμά και στο θέατρο, ο τηλεοπτικός δέκτης του σπιτιού μου έμοιαζε με έναν κοντινό συγγενή που ξέρεις ότι είναι πάντα κοντά σου, μπορεί να μένει λίγα μέτρα μακριά σου και εσύ δεν πας να τον επισκεφθείς.
Δεν έχετε μαλώσει. Αλλά μοιάζει σαν να μην έχεις να πεις και πολλά, πέρα από τα τετριμμένα. Κάποτε ήταν το «τι τάξη πας/ θα πας;», σήμερα είναι το «πώς πάει η δουλειά;» (δεδομένου βέβαια ότι έχεις), «πότε θα παντρευτείς; / πότε θα φάμε κουφέτα;» αν είσαι εργένης και «πότε θα κάνετε παιδί;/ τι κάνει το παιδί;», αν είσαι παντρεμένος.
Φέτος ίσως ζούμε ένα από τα χειρότερα τηλεοπτικά καλοκαίρια. Στα κρατικά κανάλια η υπόθεση γνωστή και πονεμένη.
Μπορεί μέχρι να δρομολογηθούν οι εξελίξεις, αντί για το μαύρο να βλέπουμε κάτι στις οθόνες μας, αλλά πρόκειται για σειρές από άλλες δεκαετίες, πολύ μακρινές.
Αλλά και στα ιδιωτικά η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Οι επιλογές; Ή τούρκικες σειρές, ή ισπανόφωνες ή επαναλήψεις. Η πάλη των μικρομεσαίων να επιβιώσουν στο ένα κανάλι, η κόντρα του Καντακουζηνού με την γκαρσόνα βου στο άλλο. Υπάρχουν και οι σειρές από τις ΗΠΑ αλλά με δαύτες έχω χάσει τον μπούσουλα. Ο β’ κύκλος στο ένα, ο γ’ στο άλλο. CSI στο Μαϊάμι. CSI στη Νέα Υόρκη. Εγώ θέλω κάτι από τη χώρα μου. Αλλά κάτι φρέσκο. Όχι χιλιοπαιγμένο.
Μπορώ να το έχω; Ή τουλάχιστον να ονειρεύομαι ότι θα το έχω κάποια μέρα;