Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ
Η Διηάνειρα, στην προσπάθειά της να κερδίσει ξανά την αγάπη του Ηρακλή θα πάρει το αίμα του Κένταυρου Νέσσου και με αυτό θα ποτίσει τα ρούχα του άνδρα της. Όμως θα προκαλέσει χωρίς να το θελήσει το θάνατο του αγαπημένου της.
Τα παραπάνω συμβαίνουν στην τραγωδία του Σοφοκλή «Τραχίνιες» που θα ανεβάσει απόψε και ώρα 21.00 στο Θέατρο Δάσους, το Εθνικό Θέατρο. Ένα έργο που δεν ανεβαίνει συχνά, γεγονός που στάθηκε αφορμή για τον Θωμά Μοσχόπουλο να αποφασίσει να το σκηνοθετήσει.
«Πρέπει να αφουγκραζόμαστε κάθε τόσο το κοινό», σημείωσε, και να μην εμμένουμε μόνο σε κάποια έργα.
Ιδιαιτερότητα του κειμένου αποτελεί, όπως μας είπε, το γεγονός ότι «οι συγκρούσεις είναι εσωτερικές». «Τα περισσότερα πράγματα τα βιώνουμε μέσα από αφηγήσεις και ελάχιστα συμβαίνουν επί σκηνής», υπογράμμισε ο κ. Μοσχόπουλος.
Έμφαση δόθηκε και στο μουσικό μέρος, ενώ αυτό που σηματοδοτούν οι Τραχίνιες είναι η απαρχή μιας εποχής ευθύνης για τον Αθηναίο πολίτη. Μιας εποχής που ο άνθρωπος δεν είναι πια θρησκόληπτος και δεν περιμένει τη λύση από τους θεούς ή από έναν παντοδύναμο ήρωα, αλλά αναλαμβάνει με κάποιο τρόπο την ευθύνη.
«Το έργο τελειώνει με την ελπίδα για έναν κόσμο που θα είναι λιγότερο δεσμευμένος σε σχέση με τη μοιρολατρεία ή την προσπάθεια απόλυτου ελέγχου», σημείωσε ο σκηνοθέτης.
-Γιατί επιλέξατε τις «Τραχίνιες»;
-Είναι ένα από τα πάρα πολύ σημαντικά έργα. Και το γεγονός ότι δεν παιζόταν συχνά ήταν μια σοβαρή αιτία. Προτιμώ να παρουσιάζω με κάποιο τρόπο στο κοινό κάτι που δεν το δίνω απλώς σε μια νέα εκδοχή από αυτήν που έχει δει πολλές φορές όπως πχ μια Μήδεια ή μια Ηλέκτρα, αλλά κάτι που εξ αρχής θα είναι ελάχιστα γνώριμο.
Από κει και πέρα το έργο από μόνο του έχει συνδέσεις με πολλούς δικούς μου προβληματισμούς τη δεδομένη χρονική στιγμή και επίσης συνδυάζονταν πολύ καλά σε επίπεδο διανομής με τους συνεργάτες που ήθελα να έχω στο πλάι μου.
Και ήταν μέσα στα έργα που συζητήσαμε όταν ο Γιάννης Χουβαρδάς μου πρότεινε αυτή τη συνεργασία.
-Το ότι το έργο αυτό δεν ανεβαίνει συχνά σας έδωσε μεγαλύτερη ελευθερία στο ανέβασμα που κάνατε;
-Τα όρια μου τα βάζει συνήθως το ίδιο το έργο. Προσπαθώ να αποφεύγω να συγκρίνω με προηγούμενα ανεβάσματα.
Πιστεύω πως πρέπει να αφουγκραζόμαστε κάθε τόσο το κοινό. Και πχ κάθε ένα ή δύο χρόνια βλέπουμε «Μήδεια». Δεν υπάρχει λόγος να εμμένουμε σε κάποια έργα. Συνήθως αυτά είναι που τα έχουμε συνδυάσει με έναν πρωταγωνιστή και λιγότερο με μια συλλογική δουλειά, πράγμα που με ενδιαφέρει εμένα.
-Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η τραγωδία;
-Από μόνη της έχει μια ενδιαφέρουσα δομή. Στο πρώτο μισό κυριαρχεί η Διηάνειρα και στο δεύτερο ο Ηρακλής. Και υπάρχει μια σύγκρουση ιδιαίτερη: οι δύο ήρωες δεν συναντιούνται ποτέ επί σκηνής.
Σας θέτω υπόψη το γεγονός ότι στην αρχαία Ελλάδα ο ίδιος ηθοποιός έπαιζε τους δύο ρόλους. Αυτό αυτομάτως σου καθορίζει το πώς θα δεις το έργο. Είναι ένα κείμενο που οι συγκρούσεις είναι εσωτερικές, η δράση είναι εσωτερική. Τα περισσότερα πράγματα τα βιώνουμε μέσα από αφηγήσεις και ελάχιστα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια μας, όπως πχ σε άλλα έργα του Ευριπίδη ή του Σοφοκλή, όπου γίνονται τιτάνιες συγκρούσεις επί σκηνής. Εδώ οι συγκρούσεις είναι περισσότερο σε ιδεολογικό επίπεδο. Είναι οι δύο κόσμοι, οι δύο πλευρές μιας προσωπικότητας.
Το πιο πρωτόγνωρο κομμάτι, μιας βούλησης ανεξέλεγκτης, μιας αίσθησης παντοδυναμίας που μπορεί να έχει ο άνθρωπος και ταυτόχρονα το πιο πολιτισμένο του κομμάτι το οποίο μπορεί να καταλήξει να είναι τόσο ελεγκτικό ώστε να είναι κι αυτό καταστροφικό.
-Είπατε πριν ότι εστιάσατε σε κάποια σημεία που σας απασχολούν εσάς. Ποια είναι αυτά; Και τι μπορεί να δώσει το έργο στον σημερινό θεατή;
-Όποιο έργο και να δούμε εφόσον έχει ξεπεράσει τα όρια του χρόνου και είναι «κλασσικό» θα βρούμε ένα τρόπο ανά πάσα στιγμή να καθρεφτιστούμε σε αυτό. Νομίζω ότι είναι και λίγο εύκολο να ψάξουμε να βρούμε μια επικαιρότητα. Και τον Άμλετ ή τον Οιδίποδα να ανεβάζαμε, αφού είμαστε συντονισμένοι με το παρόν μας, το παρόν μας θα αντανακλούσε το έργο.
Δεν είναι ο στόχος να το επικαιροποιήσεις, αφού γίνεται αυτομάτως αυτό.
Εγώ αυτό που είδα να με ενδιαφέρει στο έργο, και το καθρέφτισα, είναι αυτή η εποχή λήξης των μύθων και μια εποχή των λύσεων που εμφανίζονται ως δια μαγείας και λύνουν τα ζητήματα για πάντα. Το τέλος του έργου τελειώνει με μια εποχή ευθύνης για τον Αθηναίο πολίτη που αυτή καθορίζει και τη στάση του. Δεν είναι πια ένας θρησκόληπτος ή ένας άνθρωπος που περιμένει τη λύση να δοθεί από έναν παντοδύναμο ήρωα ή από έναν θεό, αλλά με κάποιο τρόπο αναλαμβάνει την ευθύνη του για τη ζωή του. Όχι όμως σε βαθμό που να χάσει το σεβασμό του απέναντι στον άνθρωπο, γιατί πχ η Διηάνειρα στην προσπάθεια να ελέγξει τη μοίρα της αυτοκαταστρέφεται.
Το έργο προτείνει μια ισορροπία. Αυτή η ανάγκη εξεύρεσης ισορροπίας σε μια εποχή που όλους μας μάς ταλανίζουν εντάσεις ήταν κάτι που μέσα από τα σκοτάδια του έργου αναδείχθηκε ως μια πιο αισιόδοξη πρόταση. Τελειώνει με αυτή την ελπίδα για έναν κόσμο που θα είναι λιγότερο δεσμευμένος σε σχέση με τη μοιρολατρεία ή την προσπάθεια απόλυτου ελέγχου. Μπορεί να είναι ουτοπία αυτό, αλλά οι ουτοπίες μας συνδέουν με τις τέχνες.
-Και το μουσικό μέρος;
-Η δουλειά μου σε σχέση με το αρχαίο δράμα σχετίζεται πάρα πολύ με το μέλος, το κομμάτι που αφορά την μουσική, μορφή που είχε το αρχαίο δράμα και που συχνά την παραμελούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι λέμε «τραγούδι». Η σύνδεση με την «τραγωδία» είναι άμεση.
Προσωπικά προσπαθώ να βρω τις αόρατες συνδέσεις με ένα είδος παράδοσης που υπάρχει ακόμα στο μεσογειακό χώρο σε σχέση με τη μουσική αφηγηματικότητα.
Πάρτε για παράδειγμα τις μαντινάδες στην Κρήτη ή την ίδια τη Θεία Λειτουργία που είναι ο επίγονος του αρχαίου δράματος στην ορθόδοξη εκκλησία. Με κάποιο τρόπο αυτά υπάρχουν ακόμη ως ψήγματα, αλλά για λόγους που έχουν να κάνουν με το πώς προσεγγίστηκε στο παρελθόν το αρχαίο δράμα και που με κάποιο τρόπο προέρχονται από μελέτες δυτικών (πχ γερμανική σχολή Ράινχαρτ έπαιξε σημαντικό ρόλο στο πώς διαμορφώθηκε η ανάγνωση της τραγωδίας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο) έχουν παραμεληθεί. Όμως καλό είναι κανείς να τα λαμβάνει υπόψη και να δει ποιες άλλες οπτικές υπάρχουν.
Το ότι θα δουν απόψε οι θεατές στο θέατρο Δάσους τον Ηρακλή να μπαίνει τραγουδώντας, αυτό το ζητάει ο ίδιος ο Σοφοκλής. Απλώς έχουμε την ατυχία να μη σώζεται τίποτα από την αρχαία μουσική.
Ο ίδιος ο αρχαίος λόγος είναι ρυθμικά κανονισμένος και έχει δική του μουσικότητα, όμως από τη στιγμή που δουλεύουμε κάτι στη μετάφραση πρέπει να το αποδώσουμε με άλλους τρόπους.
-Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
-Γράφουμε με το Νίκο Κυπουργό μια όπερα για τη Λυρική Σκηνή και θα την παρουσιάσουμε το φθινόπωρο. Επίσης θα επαναληφθεί το «Mistero Buffo» (σημ. η παράσταση θα ανεβεί και στην πόλη μας εκ νέου στο Θέατρο Αυλαία), και μετά το Γενάρη θα ανεβάσω το «Ρινόκερο» του Ιονέσκο.
Συντελεστές
Απόδοση - Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος, Σκηνικά – κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου, Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής, Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος, Κίνηση: Χρήστος Παπαδόπουλος, Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου, Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Μιχελή.
Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Άννα Μάσχα , Φιλαρέτη Κομνηνού, Θάνος Τοκάκης, Άννα Καλαϊτζίδου, Κώστας Μπερικόπουλος, Γιώργος Χρυσοστόμου, Ελένη Μπούκλη, Αργύρης Ξάφης.
Χορός: Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Δαυίδ, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αμαλία Κοσμά, Χαρά Κότσαλη, Ελίνα Μάλαμα, Ηρώ Μπέζου, Νάνσυ Μπούκλη, Ειρήνη Μπούνταλη, Σεβίλλη Παντελίδου, Ιωάννα Παρασκευοπούλου, Μαρίνα Σάττι, Καλλιόπη Σίμου, Αγγελική Τρομπούκη
Μουσικοί: Guido de Flaviis (Σαξόφωνα), Θοδωρής Βαζάκας (Κρουστά), Γιώργος Σκριβάνος (Φλάουτα).
Τιμή εισιτηρίου: 15€, Μαθητικό-Ανέργων12€.