Συνέντευξη στη ΛΕΜΟΝΙΑ ΒΑΣΒΑΝΗ
«Είναι αλήθεια ότι είμαστε ικανοί για θαύματα. Πρέπει όμως να φτάσει πρώτα το μαχαίρι στο κόκκαλο;», αναφέρει ο Στρατής Χαβιαράς σε συνέντευξη που μας παραχώρησε με αφορμή το μυθιστόρημά του με τίτλο «Άχνα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος. Ένα βιβλίο που αποτελεί ένα αντίδωρο στον τόπο όπου πρωτοείδε το φως και το σκοτάδι, όπως σημειώνει ο ίδιος.
Με αυτό επιστρέφει στη μητρική γλώσσα. «Ερευνούσα την ελληνική ενώ μιλούσα και έγραφα στην αγγλική. Όταν συνειδητοποίησα τι γινόταν και γιατί, ήταν ζήτημα χρόνου ώσπου να ενημερωθώ και πρακτικά για τις αλλαγές που επέφερε στη γλώσσα μας ο περασμένος μισός αιώνας, και ήταν ζήτημα χρόνου να γράψω σ’ αυτήν το νέο μου μυθιστόρημα, "Άχνα”», τονίζει ο συγγραφέας που τα γραμμένα στα αγγλικά μυθιστορήματά του (When the Tree Sings και The Heroic Age), μεταφράστηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.
Απαντά σε ερώτησή μας για τις προκλήσεις της μετάφρασης, αλλά και για τη μετουσίωση των εμπειριών σε μια ιστορία. Και αναφερόμενος στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής δηλώνει πως «δυστυχώς, όπως συχνά συμβαίνει στη χώρα μας, ο φθόνος και η πολιτική σκοπιμότητα κατόρθωσαν να τα διαλύσουν, όπως σύντομα διέλυσαν και τα δυο αυτά ιδρύματα που τα φιλοξένησαν».
-Έχετε πει ότι το μυθιστόρημα αυτό ήταν ένα αντίδωρο στον τόπο που πρωτοείδατε το φως και το σκοτάδι. Η γλυκόπικρη αίσθηση της πατρίδας άλλαξε μέσα στα χρόνια; Από τον πρώτο καιρό στην Ελλάδα, έπειτα στην εποχή της μετανάστευσης και τέλος στην επιστροφή στα πάτρια εδάφη ποια αισθήματα και ποιες σκέψεις σας γεννά;
-Αίσθηση αρχικά τραυματική, στα υπόλοιπα χρόνια γλυκόπικρη: «Δεν ήταν όλα μεταμέλειες ή πένθη ήτανε και σκιρτήματα χαράς και ανέμελες περιπλανήσεις σε μικρούς του νου παραδείσους ήτανε και έργα δύσκολα που ο χρόνος δε θα πάψει να ανέχεται αγόγγυστα» (σ. 35). Επιστρέφοντας στα πάτρια εδάφη είδα και μια κοινωνία απ’ την κορυφή ως τα νύχια αναρχική και χωρίς συνοχή, άπληστη και επιδεικτική, να αυτοσχεδιάζει την καταστροφή της αδιάφορη για την τύχη των παιδιών της, έναν λαό που αναθέτει την διακυβέρνηση του στους πιο διεφθαρμένους απ’ τις τάξεις του για να μπορεί μετά να ρίχνει τις ευθύνες για την κακοδαιμονία του σε άλλους. Άνομος λαός, άνομο κράτος. Και φυσικά, ποιος γερμανός δε θα ‘ρθει να αρπάξει ή να ρημάξει ό,τι αφήσαμε όρθιο εμείς; Αλήθεια, πόσοι δικοί μας αντιστέκονται στον πειρασμό να ξεπουλήσουν οτιδήποτε για μια χούφτα αργύρια – και μάλιστα χωρίς ΦΠΑ; Τέτοιες σκέψεις και τέτοια συναισθήματα απελπισίας για το μέλλον της χώρας αναδίνει το πνεύμα των καιρών για κάποιον που έχει ζήσει το αλλού, σε άλλες χώρες, όπου η συλλογική ευθύνη για τα κοινά εξασφαλίζει την ελευθερία και την οικονομική τους επιβίωση ή ευμάρεια. Είναι αλήθεια ότι είμαστε ικανοί για θαύματα. Πρέπει όμως να φτάσει πρώτα το μαχαίρι στο κόκκαλο;
-Πώς αποφασίσατε να επιστρέψετε στη μητρική γλώσσα;
-Ο ακτιβισμός μου στην Αμερική κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών εδώ, λίγο πολύ με απομόνωσε από την κυρίως φιλοχουντική κοινότητα των ομογενών της Νέας Αγγλίας κι έτσι άρχισαν να ατονούν τα ελληνικά μου και να τα αντικαθιστά η αγγλική στις ιστορίες που έγραφα για την Ελλάδα. Όσο όμως βελτιώνονταν και πλήθαιναν τα γραπτά μου στην υιοθετημένη αυτή γλώσσα τόσο άρχισε να με διεκδικεί η μητρική μου, αποκαλύπτοντας μοναδικές ιδιότητες, ικανότητες και ομορφιές τις οποίες ως τότε δεν είχα καν υποψιαστεί. Τη μητρική μας γλώσσα την παπαγαλίζουμε όπως τη μαθαίνουμε ακουστικά από νήπια, όμως για να μας επιτρέψει να τη γνωρίσουμε βαθύτερα, απαραίτητο να την ερευνούμε βαθύτερα – όπως ερευνούμε και μια ξένη γλώσσα επειδή δεν την εμπιστευόμαστε. Ερευνούσα την ελληνική ενώ μιλούσα και έγραφα στην αγγλική. Όταν συνειδητοποίησα τι γινόταν και γιατί, ήταν ζήτημα χρόνου ώσπου να ενημερωθώ και πρακτικά για τις αλλαγές που επέφερε στη γλώσσα μας ο περασμένος μισός αιώνας, και ήταν ζήτημα χρόνου να γράψω σ’ αυτήν το νέο μου μυθιστόρημα, Άχνα.
-Ποια είναι τελικά η Άχνα;
-Άχνα είναι ένα όνομα γραμμένο με το δάχτυλο σε νοτισμένο τζάμι, ένα πνεύμα που στα χέρια μου απέκτησε σάρκα και οστά, ενώ στα δικά της χέρια εγώ έγινα άνθρωπος και συγγραφέας, για να δικαιώσω τη μυστήρια έλξη που μας διασταύρωσε «από τα γεννοφάσκια μας ως τα ρηχά γεράματα και βάλε». Πιο σοφή και εμπνευσμένη, η Άχνα υπαγορεύει τον κάθε συνειρμό και την κάθε μου πρόταση, σβήνοντας και ξαναγράφοντας τες, σύντομες ή παρατεταμένες, αρχίζοντας απ’ τα προσωπικά, ολοκληρώνοντας με τα κοινά.
-Έχετε μεταφράσει Καβάφη στα αγγλικά. Πόσο σας έχει επηρεάσει το έργο του; Και ποια η σημασία του για τη χώρα μας;
-Πέρα απ’ το θαυμασμό μου για την ιδιοσυγκρασία, το προσωπικό ιδίωμα που εξέλιξε και το δαιμόνιο του να κουρδίζει κάθε του ποίημα σαν ξυπνητήρι από γενιά σε γενιά και από γλώσσα σε γλώσσα, δεν βλέπω επιρροές στη δική μου γραφή. Είναι δα γνωστό πως όσοι προσπαθούν να τον μιμηθούν, ο Καβάφης τους έχει εξαρχής καταραστεί κι οι κατάρες που πιάνουν. Η σημασία του έργου του είναι οικουμενική, επομένως η χώρα μας ωφελείται από αυτό διπλά.
-Ποιες δυσκολίες έχει η μετάφραση της ποίησης;
-Η ερώτηση είναι κάπως γενική για ένα επιτήδευμα όπως η μετάφραση, το οποίο στις καλύτερες στιγμές του αγγίζει τα όρια της τέχνης και έχει μεταξύ των ορατών του απόψεων και αόρατες ή μισοκρυμμένες απόψεις. Στο βιβλίο της Άχνας υπάρχουν αρκετές αναφορές πάνω στο θέμα. Διαλέγω μια στιχομυθία μεταξύ του αφηγητή και της Άχνας:
«Μετάφραση είναι να βάζεις τα πόδια σου στα παπούτσια του άλλου κι ας είναι στενά».
«Μετάφραση είναι να βάζεις και τα δυο σου πόδια σε ένα παπούτσι».
-Στην «Άχνα» όπως και σε άλλα βιβλία σας υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πώς μετουσιώνονται οι προσωπικές εμπειρίες και τα βιώματα σε μια ιστορία; Και πώς λειτουργεί αυτό στην ψυχή του συγγραφέα;
- Όσο ανεξίτηλα κι αν είναι εντυπωμένα επάνω σου ορισμένα βιώματα, αν δεν τα μετουσιώσεις δεν κολλάνε στο γραπτό σου με τίποτα. Κι εδώ είναι η διαφορά ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Από τη μια ο όγκος και η αμετροέπεια του κόσμου, από την άλλη η οικονομία και η ακρίβεια του μικρόκοσμου κατ’ εικόνα. Λένε πως η ψυχή του δημιουργού λυτρώνεται με την καλή δουλειά σαν να εξορκίζεται. Εγώ νομίζω πως η ψυχή του δημιουργού αγαλλιάζει χάρις στη «μετατροπή του τρόμου σε ρυθμό», όπως έγραψε κάποιος ποιητής.
-Είστε ένα από τα άτομα που πρωτοέφεραν τη δημιουργική γραφή στην Ελλάδα. Ποια η συμβολή της στα άτομα που θέλουν να ασχοληθούν με το γράψιμο; Η λογοτεχνία μπορεί να διδαχθεί;
-Είχαν μεγάλη επιτυχία τα εργαστήρια που ξεκίνησα στο ΕΚΕΜΕΛ και στο ΕΚΕΒΙ, στα επτά χρόνια που λειτούργησαν πριν αναγκαστώ σε παραίτηση, κι έχουν αναδειχθεί αρκετοί καλοί συγγραφείς από αυτά. Δυστυχώς, όπως συχνά συμβαίνει στη χώρα μας, ο φθόνος και η πολιτική σκοπιμότητα κατόρθωσαν να τα διαλύσουν, όπως σύντομα διέλυσαν και τα δυο αυτά ιδρύματα που τα φιλοξένησαν. Εκείνο πού σίγουρα διδάσκεται στην τέχνη του γραπτού λόγου είναι η χρήση των εργαλείων στην επεξεργασία του υλικού. Αν ο μαθητής είναι ατάλαντος, καταλαβαίνει από τα πρώτα κιόλας μαθήματα πως χτύπησε λάθος πόρτα. Τα εργαστήρια που παρακολούθησα ο ίδιος στην Αμερική, μου γλύτωσαν πολύτιμο χρόνο στην οργάνωση και τη συγγραφή των βιβλίων μου στα αγγλικά, παρά το γεγονός ότι στο τέλος κάνω του κεφαλιού μου.
-Πώς σχολιάζετε τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;
-Ανάλογα με το βιβλίο που διαβάζω.
Ποιος είναι
Ο Στρατής Χαβιαράς γεννήθηκε το 1935 στη Νέα Κίο της Αργολίδας, όπου τελείωσε το δημοτικό.
Από τα δώδεκά του και για τα επόμενα είκοσι χρόνια εργάστηκε οικοδόμος στη Αθήνα ή στην επαρχία, σε έργα όπως η αναστήλωση της Στοάς του Αττάλου, το αρδευτικό φράγμα και η σήραγγα εκτροπής, και το υδροηλεκτρικό φράγμα του Αχελώου. Στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν τέσσερις συλλογές ποιημάτων του.
Το 1967 μετανάστευσε στην Αμερική όπου σπούδασε και εργάστηκε ως το 2000. Οι διορισμοί του στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ συμπεριλαμβάνουν τη διεύθυνση της Αίθουσας Σύγχρονης Ποίησης George Edward Woodberry και της βιβλιοθήκης Henry Weston Farnsworth, του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Συγγραφή Μυθιστορήματος», και του λογοτεχνικού περιοδικού Harvard Review, το οποίο ίδρυσε το 1992. Από το 2008 ζει μόνιμα στην Αθήνα.