*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Την ζωή της Καλής Καλό «φωτίζει» το έργο της Στεργιάνας Τζέγκα που παίζεται τα Δευτερότριτα στο Θέατρο Αμαλία (Αμαλίας 71). Μια γυναίκα που έζησε τα μπουλούκια του προηγούμενου αιώνα, και καθιερώθηκε αργότερα ως πρωταγωνίστρια, αλλά και μια εκπαιδευτικός, μητέρα και αγωνίστρια.
«Η Καλή Καλό είχε τσαγανό και δύναμη μέσα της», αναφέρει η κυρία Τζέγκα στο «ΤyposThes» που υπογράφει το κείμενο της παράστασης «Καλή Καλό - Μια ζωή θεατρίνα».
Μίλησε για τα στερεότυπα που συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα για τις γυναίκες ηθοποιούς, ενώ εστιάζοντας στο θέατρο είπε πως είναι μια τέχνη ομαδική. «Στο θέατρο εξαρτάσαι απόλυτα από τον άλλο κι εκείνος από εσένα», δήλωσε χαρακτηριστικά. Περισσότερα στην συνέντευξη που ακολουθεί.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το έργο;
-Κατά τη διάρκεια μιας έρευνας για τους περιπλανώμενους θιάσους –για ένα άλλο project– η Αλκυόνη (Θηλυκού) έπεσε πάνω στο όνομα της Καλής, η οποία έζησε στα μπουλούκια ως παιδί και μικρό θεατρινάκι. Μιλήσαμε, μου έβαλε το «μικρόβιο» κι άρχισε σιγά σιγά το ψάξιμο. Όσα περισσότερα στοιχεία βρίσκαμε, τόσο πιο πολύ μας ιντρίγκαρε. Κι έτσι, αποφασίσαμε πως πρέπει να είναι το επόμενο εγχείρημά μας. Είναι γοητευτική προσωπικότητα κι έζησε τόσα πολλά! Δύσκολο να μην την αγαπήσεις την Καλή…
-Τι γνωρίζατε για την Καλή Καλό και τι ανακαλύψατε μετά την έρευνά σας;
-Δεν μου είπε τίποτα το όνομά της όταν μου το πρωτοανέφερε η Αλκυόνη. Δεν ήξερα απολύτως τίποτα. Κι αν ίσως είχα διαβάσει κάτι, το είχα ξεχάσει. Αυτό που κατάλαβα από τις πρώτες κιόλας μέρες, βλέποντας τις συνεντεύξεις της και βρίσκοντας παλιά αποκόμματα εφημερίδων ήταν πως αυτή η γυναίκα ήταν τόσα πολλά ταυτόχρονα: αγωνίστρια, κόρη, μητέρα, «παιδί-θαύμα» της εποχής (δηλαδή χωρίς ντροπή και με έφεση στη μουσική, το χορό, το θέατρο), θιασάρχισσα. Μια ταλαιπωρημένη αλλά και λαμπερή και σπουδαγμένη και ευγενής και ταλαντούχα γυναίκα.
-Πώς θα περιγράφατε την πρωταγωνίστριά σας;
-Η Καλή συνέχιζε πάντα. Παρά τις δυσκολίες και τα στραπάτσα και τις αδικίες και τις καταστροφές, έβαζε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο και συνέχιζε την πορεία της. Κι όταν έπρεπε να απομακρυνθεί από κάτι, το έκανε – δεν δείλιαζε. Προσπαθήσαμε να έχουμε επί σκηνής ακριβώς αυτό: μια Μπέμπα Καλό, μια Καλούλα, μια Καλή, που είχε τσαγανό και δύναμη μέσα της, χωρίς να γίνεται αναίσθητη ή σκληρή.
-Πέρα από ηθοποιός η Καλή Καλό ήταν και εκπαιδευτικός και μητέρα. Πώς φωτίζει την αθέατη πλευρά των καλλιτεχνών το έργο;
-Ήταν κι άλλα. Ναι, είχε αφοσιωθεί για χρόνια στα εκπαιδευτήριά της (είχε αφήσει για λίγο το θέατρο, αν και απ’ ό,τι φαίνεται την τραβούσε πίσω, πάντα) και έτρεξε δεκαετίες για τα θέματα υγείας του γιου της του Χρήστου. Εμείς προσπαθήσαμε να φέρουμε στο έργο κάποια πράγματα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη ζωή των καλλιτεχνών και ιδιαίτερα των γυναικών. Διλήμματα και προβλήματα που επανέρχονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην πορεία μιας γυναίκας ηθοποιού μέχρι και σήμερα. Μια γυναίκα που έχει κάνει οικογένεια, ας πούμε, όπως η Καλή. Πώς συνεχίζει ταυτόχρονα το θέατρο το οποίο έχει δικούς του κανόνες (σε ωράρια, σε απαιτήσεις, σε μετακινήσεις); Πώς μένει πιστή σε μια ιδεολογία όταν έχει παιδιά που εξαρτώνται από εκείνη; Το στερεότυπο «γυναίκα ηθοποιός ίσων γυναίκα ελαφρών ηθών» που δεν έχει ακόμα καταργηθεί φυσικά, τι φέρει στις ερωτικές σχέσεις; Τέτοια κι άλλα πολλά μας προβλημάτισαν και προσπαθήσαμε να εντάξουμε στη δραματουργία του έργου, με αφορμή τη ζωή της Καλής. Δεν δώσαμε καμιά απάντηση, φυσικά, αλλά προσπαθήσαμε να τα φέρουμε επί σκηνής με τρόπο που ίσως γεννήσει προβληματισμούς.
-Πόσο δύσκολος είναι ο συνδυασμός των ρόλων;
-Είναι πολύ. Αλλά αυτό ισχύει για όλους. Είμαστε τόσα πολλά όλοι μας, ταυτόχρονα. Πρέπει να είσαι απίστευτα σίγουρος για τις επιλογές σου και να έχεις ακλόνητη δύναμη μέσα σου για να μην υπάρξουν συγκρούσεις, εσωτερικές και εξωτερικές. Το παρήγορο είναι ότι όλοι δυσκολευόμαστε, ειδικά σε αυτές τις εποχές που ζούμε, που αφήνουν ελάχιστο χρόνο για ανασυγκρότηση και ηρεμία. Οπότε όταν πελαγώνουμε, μπορούμε τουλάχιστον να ξέρουμε με σιγουριά, ότι δεν είμαστε (οι) μόνοι.
-Πόσο διαφορετική ήταν η εποχή των μπουλουκιών με την σημερινή εικόνα του θεάτρου;
-Πολύ διαφορετική σε κάποια πράγματα και πολύ όμοια σε άλλα. Το βράδυ πια, μετά την πρόβα ή την παράσταση, εμείς γυρνάμε σπίτια μας. Τότε κοιμόντουσαν, έτρωγαν, ταξίδευαν όλοι μαζί, συνέχεια. Απ’ την άλλη και τότε κουβαλούσαν τα σκηνικά τους και τώρα, στο ελεύθερο θέατρο και σε μικρούς θιάσους, θα βάλουν όλοι ένα χεράκι για να βγει η δουλειά. Τότε δεν υπήρχε τόσο ο «αρχηγός» σκηνοθέτης, ήταν πιο ομαδικά τα δημιουργήματα. Βέβαια, ούτε τότε ήξεραν από πού θα έρθει το επόμενο μεροκάματο. Υπάρχει δέσιμο, γέλιο, μοίρασμα, το χειροκρότημα παραμένει πάντα μαγικό, υπάρχουν και κόντρες, υπήρχαν και υπάρχουν κακοποιητικές συμπεριφορές αλλά και πολλή πολλή αγάπη. Η τέχνη του θεάτρου έχει πάρα πολλά κοινά στο τότε και στο σήμερα, από την ίδια της τη φύση…που είναι ομαδική. Στο θέατρο εξαρτάσαι απόλυτα από τον άλλο κι εκείνος από εσένα. Αν το λέει η περδικούλα σου, αυτό είναι υπέροχο.
-Πώς αποτυπώνεται αυτή η εποχή στη σκηνή;
-Η υπέροχη σκηνογράφος μας, η Μαρίνα Κωνσταντινίδου, με τη βοήθεια της εξίσου υπέροχης Αννέτας Ιμπρισίμη, της βοηθού της, έχουν κάνει καταπληκτική δουλειά με το σκηνικό και τα κοστούμια. Είναι λεπτολόγοι και νομίζω πως έχουν αποδώσει άψογα την εποχή. Εγώ από τη μεριά μου προσπάθησα επίσης να κρατήσω έναν λόγο όσο πιο κοντά στον αυθεντικό γινόταν και τα μουσικά κομμάτια που έχουν επιλεγεί από τον μουσικό μας, το Νίκο Βρύζα, είναι επίσης τα περισσότερα εκείνης της εποχής, οπότε νομίζω πως η ατμόσφαιρα θα μεταφέρει αβίαστα τον θεατή πίσω στο χρόνο.
-Κάντε μας ένα σχόλιο για την σημερινή πραγματικότητα του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη…
-Αν και βέρα Θεσσαλονικιά, ζω κι εργάζομαι στην Αθήνα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία, οπότε δεν έχω την πιο καθαρή εικόνα για το θέατρο της πόλης. Όσο την επισκέπτομαι όμως (αρκετά συχνά), τη βρίσκω όλο και πιο ζωντανή θεατρικά. Χαίρομαι που η σχολή μας, το Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου συνεχίζει να βγάζει καταπληκτικούς επαγγελματίες και χαίρομαι που ξανάνοιξε το θέατρο Αμαλία, γιατί το τρέχει μια ομάδα που έχει να δώσει πάρα πολλά στην πόλη. Μακάρι να προκύψουν και άλλες συνεργασίες με τον αγαπημένο μου Βορρά, γιατί πραγματικά, απολαμβάνω την ματιά των θεατρανθρώπων αυτής της πόλης. Είναι ακομπλεξάριστη, πηγαία.
-Ποιο το μεγαλύτερο όνειρό σας;
-Μυστικά, μέσα μου, εύχομαι να καταφέρω κάποτε να έχω ένα σπίτι με κήπο και πολλά ζώα, σε ένα ορεινό χωριό της χώρας και να διαβάζω και να γράφω ήσυχη, χωρίς κόρνες, χωρίς άγχη, με καθαρό αέρα να μπαίνει απ’ τα παράθυρα. Επαγγελματικά, εύχομαι να ανήκω πάντα σε ομάδες και να παίρνουμε μικρές, μικρούλικες ιδέες και να τις κάνουμε πολύχρωμες παραστάσεις. Αν συνδυαστούν αυτά τα δύο –γίνεται άραγε;– πιστεύω πως θα πάψω επιτέλους να γκρινιάζω και θα είμαι αρκετά ευτυχισμένη.
Συντελεστές:
Κείμενο: Στεργιάνα Τζέγκα, Σκηνοθεσία: Πέτρος Παπαζήσης, Δραματουργική επεξεργασία: Αλκυόνη Θηλυκού, Πέτρος Παπαζήσης, Στεργιάνα Τζέγκα, Σκηνογραφία- Ενδυματολογία: Μαρίνα Κωνσταντινίδου, Βοηθός σκηνογραφίας-ενδυματολογίας: Αννέτα Ιμπρισίμη, Βοηθός Σκηνοθεσίας - Κινησιολογία: Κατερίνα Βαφειάδου, Μουσική επιμέλεια: Νίκος Βρύζας, Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσινάρης, Χρήστος Καλογριδάκης, Δημιουργία τρέιλερ: Δημήτρης Κόσσυβας, Παραγωγή: TooFarEast, Συμπαραγωγή: ΟΜΑΖ ΑΜΚΕ.
Επί σκηνής: Αλκυόνη Θηλυκού. Άννα Μαρία Γάτου, Γιώργος Κωνσταντίνου
και ο μουσικός Νίκος Βρύζας.
Χρήσιμα
Παραστάσεις: Από 2 Φεβρουαρίου Δευτέρα και Τρίτη στις 21:15.
Προπώληση: more.com. Είσοδος: από 12 ευρώ.
