Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Μάνος Καρατζογιάννης: «“Το Γάλα” αποτυπώσει την εικόνα του Νεοέλληνα»

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Ο δημιουργός μίλησε για το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη που επιστρέφει στη σκηνή

*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"

«Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη έρχεται στη Θεσσαλονίκη. Το έργο που αγαπήθηκε από το κοινό από την πρώτη στιγμή που παρουσιάστηκε στη σκηνή, και που έχουν παρακολουθήσει πάνω από 500.000 θεατές σε Ελλάδα και εξωτερικό, επιστρέφει είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του.

Σε παραγωγή του Θεάτρου Σταθμός θα το δούμε για λίγες παραστάσεις (20, 21, 22, 27, 28 Φεβρουαρίου & 1 Μαρτίου) στο Θέατρο Αυλαία (Τσιμισκή 136).

Η πλοκή αναφέρεται σε μια οικογένεια επαναπατρισθέντων Ελληνοποντίων. Ο ένας γιος επιχειρεί να ενσωματωθεί μέσα από μια δουλειά και μια σχέση. Ο δεύτερος γιος που είναι και ψυχικά ασθενής δεν μπορεί να εγκαταλείψει την ταυτότητά του. Ανάμεσά τους η μητέρα που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος.

Σύμφωνα με τον Μάνο Καρατζογιάννη που συν-σκηνοθετεί την παράσταση με την Ερμίνα Κυριαζή «μέσα από αυτήν την οικογένεια, τους μισούς – μισούς Έλληνες ο συγγραφέας κατορθώνει να αποτυπώσει ολόκληρη την εικόνα του Νεοέλληνα».

Ο ίδιος σχολίασε πως τον γοητεύει «η αίσθηση της βαθιάς τρυφερότητας που αποπνέει το έργο».

Μιλώντας για την στάση των ανθρώπων σήμερα στο θέμα της μετανάστευσης είπε πως υπάρχει πλέον «Μια ευρύτερη απάθεια -  όχι μόνο για τον ξένο, αλλά για τον διπλανό του, ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Σαν να μην τον ενδιαφέρει τίποτα. Πόσο μάλλον η αλληλεγγύη και η μνήμη».

7kf1.jpg

-Το «Γάλα» θίγει το θέμα της μετανάστευσης. Πώς αποτυπώνει τις δυσκολίες των  επαναπατρισθέντων Ελληνοποντίων;

-Μέσα από μια ποιητική σύνδεση. Πως πατρίδα είναι η αγάπη. Η παιδική μας ηλικία. Κι όταν δεν μας αγαπήσουν ή μας ξεριζώσουν από την παιδική μας ηλικία, είμαστε εξόριστοι. Το γάλα στα ρωσικά λέγεται «μαλακό». Έτσι, περίεργα, μια ελληνική λέξη, σπαρμένη μέσα σε μια άλλη γλώσσα, δίνει εκεί, στο ξένο χωράφι, πολύ πιο άμεσα και ανάγλυφα την αίσθηση του πράγματος, απ’ ό,τι η αντίστοιχη που το ονοματίζει στα ελληνικά. Γι’ αυτήν ακριβώς την αίσθηση θέλει να μιλήσει «Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη και οι ήρωες του. Μια μητέρα από την πρώην Σοβιετική ένωση και οι δυο της γιοι συνθέτουν μια συγκλονιστική οικογενειακή ιστορία όπου φωτίζεται δεξιοτεχνικά από τον συγγραφέα ο συναισθηματικός κόσμος των ηρώων και οι ανησυχίες τους, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από το κοινωνικό τους περιβάλλον, αλλά κυρίως η αίσθηση που έχει κανείς πως όλα μέσα του μαλακώνουν και ζεσταίνονται, όταν σταματάει πια να κλαίει και να πονάει γιατί δέχεται την τροφή του. Αγαπιέται… Αυτή η αίσθηση της βαθιάς τρυφερότητας που αποπνέει το έργο με γοητεύει περισσότερο από καθετί. Όταν η ανάγκη αυτή δεν εκπληρώνεται στις ζωές μας, τότε είναι που νιώθουμε ξένοι.  Όλοι μας. Σαν πρόσφυγες ανάμεσα σε δυο πατρίδες. Ένα σχίσμα βαθύ…

-Πόσο διαφορετικές είναι σήμερα οι συνθήκες και ο τρόπος που αντιμετωπίζει η κοινωνία τους μετανάστες;

-Νομίζω, πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει περάσει από την οποιαδήποτε μορφή όχλησης στην έντονη αδιαφορία. Μια ευρύτερη απάθεια -  όχι μόνο για τον ξένο, αλλά για τον διπλανό του, ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό. Σαν να μην τον ενδιαφέρει τίποτα. Πόσο μάλλον η αλληλεγγύη και η μνήμη. Έννοιες που πραγματεύεται το έργο και απαξιώνει επιδεικτικά η εποχή μας. Η μνήμη ζωντανεύει μέσα από την αγωνιωδώς βασανιστική αλλά και θεραπευτική νοσταλγία του μικρού γιου, του Λευτέρη. Και η αλληλεγγύη γίνεται αίτημα στο έργο του Κατσικονούρη για οτιδήποτε μάλιστα ξένο, μακρινό, «αλούτερο».

-Οι ήρωες βρίσκονται ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Πόσο αυτό επηρεάζει την συμπεριφορά τους και την ψυχολογία τους;

-Σαν ένα περίεργο, βαθύ σχίσμα. Στον Λευτέρη, τον μικρότερο γιο, η λέξη «σχίσμα» αποκτά κυριολεκτική έννοια, καθώς αδυνατεί να ενσωματωθεί στην κοινωνία. Για τον Αντώνη τα πράγματα είναι πιο απλά. Έχει διαλέξει πατρίδα. Είναι η ανάγκη για την επιβίωση που του επιβάλλει την επιλογή αυτή. Η μάνα φοβάται. Μια ζωή φοβόταν. Τον άντρα της: τον Αντρέι, τους ξένους, τους Έλληνες, την ασθένεια του παιδιού της.

-Πώς λειτουργεί η μητέρα;

-Ως υπερβατικό στοιχείο, μια και υπερβαίνει τον φόβο της μέσα από την αγάπη της για τα δυο της παιδιά. Σαν κάθε γονιός μοιράζεται μέσα σ’ αυτήν την αγάπη. Αγωνιά για εκείνο που φαίνεται να την έχει μεγαλύτερη ανάγκη και χρησιμοποιεί όσο μπορεί τη σχέση της με τον πρωτότοκό της για την επιβίωσή τους. Είναι, όπως αποδεικνύεται και στο τέλος, ο συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε οικογένεια.

-Το έργο έχει αγαπηθεί ανά τα χρόνια. Ποιο κατά εσάς το στοιχείο επιτυχίας του;

-Πιστεύω ότι η βασική επιτυχία του συγγραφέα είναι πως μέσα από αυτήν την οικογένεια, τους μισούς – μισούς Έλληνες κατορθώνει να αποτυπώσει ολόκληρη την εικόνα του Νεοέλληνα, καθώς οι δυο γιοι της, ο ένας παλεύει να ενσωματωθεί στη νεοελληνική κοινωνία και να «γίνει Έλληνας πια» υιοθετώντας σουσούμια και χαρακτηριστικά της φυλής μας και ο άλλος αδυνατεί να προσαρμοστεί στη πραγματικότητα. Αυτή η σύγκρουση δεν είναι μόνο μεταξύ τους, αλλά και βαθιά δική τους προσωπικά. Μια εσωτερική σύγκρουση, που ίσως δοκιμάζει όλους μας.

-Συνυπογράφετε την σκηνοθεσία και παίζεται πάνω στη σκηνή. Πώς συνδυάζονται οι δύο αρμοδιότητες;

-Είναι κάτι που όποτε μπορώ να το αποφύγω, το κάνω. Εδώ βέβαια και λόγω της συνεργασίας στη συνσκηνοθεσία με την Ερμίνα Κυριαζή, του γεγονότος ότι ο συγγραφέας βρίσκεται εν ζωή, της δυνατής δημιουργικής ομάδας, αλλά και της χημείας που αναπτύξαμε από νωρίς με τους συμπρωταγωνιστές μου, τα πράγματα ήταν πιο βατά. Είναι μια επιλογή πάντως που κάνω, μόνο όταν γνωρίζω αρκετά τη συγκεκριμένη δραματουργία. Ενδεχομένως με τα χρόνια ο σκηνοθέτης να πλουτίζει τον ηθοποιό και ο ηθοποιός τον σκηνοθέτη.

-Πώς μπήκε το θέατρο στην ζωή σας;

-Δε θυμάμαι να είχα ποτέ κάποια άλλη επιθυμία. Σαν να γεννήθηκε με τη ζωή μου και η επιθυμία μου για το θέατρο. Έτσι, μόλις τελείωσα το σχολείο, έδωσα εξετάσεις για τη Δραματική σχολή. Και σιγά – σιγά μπήκε το θέατρο στην ζωή μου ή μάλλον μπήκα εγώ στον δρόμο του.

-«Το Γάλα» αποτελεί ένα καλό δείγμα νέου θεατρικού έργου. Υπάρχουν νέες πένες που αξίζουν την προσοχή μας; Βρίσκουν δίοδο στην σκηνή; Πώς μπορούν να ενισχυθούν οι δημιουργοί;

-Ξεχωρίζω νεότερους συγγραφείς, όπως τον Θεσσαλονικιό Λεωνίδα Προυσαλίδη, τον Δημήτρη Οικονόμου του οποίου ανεβάσαμε στο Θέατρο Σταθμός τον μονόλογο «Το τραγούδι της Φλέρυς» και τελευταία την Ευαγγελία Γατσωτή και τον Μιχάλη Μαλανδράκη. Δε βρίσκουν βέβαια πάντα τα έργα τους τη δίοδο στη σκηνή. Κι αυτό βαραίνει μάλλον περισσότερο τους παραγωγούς αλλά κι εμάς τους σκηνοθέτες.

gala_c_elina_giounanli_6a.jpg

Χρήσιμα

Παραστάσεις: Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου στις 21:00

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου στις 21:00

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου στις 19:00

 

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου στις 21:00

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου στις 21:00

Κυριακή 1 Mαρτίου στις 19:00

Διάρκεια: 105΄

Εισιτήρια: Κανονικό: 20€, Μειωμένο: 17€.

Η παράσταση αφιερώνεται στη μνήμη του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη, που πρώτος ερμήνευσε τον ρόλο του Λευτέρη το 2006 στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Θεσσαλονίκη: «Άφαντα» τα νεόδμητα – Μόλις 2 στα 100 σπίτια που πωλούνται είναι νέα
Το 87,4% των πωλήσεων ακινήτων στη Θεσσαλονίκη αφορά κατοικίες, ενώ το 87% είναι άνω των 20 ετών, σύμφωνα με τα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς
Θεσσαλονίκη: «Άφαντα» τα νεόδμητα – Μόλις 2 στα 100 σπίτια που πωλούνται είναι νέα