*Της Λεμονιάς Βασβάνη | Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Είναι συχνό φαινόμενο ιατρικές διαγνώσεις όπως ο καρκίνος, να αποκρύπτονται στους ασθενείς από τους γιατρούς και την οικογένεια. Η Όλια Βερροιοπούλου, έχοντας μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που είχε γιατρούς, αποφάσισε να δώσει μια προσωπική και ευρηματική αφήγηση για το θέμα, στην ταινία «Ιστορίες ενός ψέματος» που συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα >>Film Forward του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Ξεκινά από την εποχή που ήταν παιδί και ήταν μάρτυρας παρόμοιων ιστοριών για να φτάσει μέχρι την ωριμότητα.
Μιλώντας για την ταινία είπε πως δεν αναζητά «μια απόλυτη αλήθεια, έναν κοινωνικό κανόνα, αλλά μοναδικές οπτικές γωνίες. Να προσπαθήσω να κατανοήσω τις αντιλήψεις μιας πραγματικότητας, τις κοσμοθεωρίες, τα συστήματα αξιών ή τις πεποιθήσεις. Όλο το διακύβευμα ήταν το να κατανοήσουμε τι μπορεί να συμβαίνει μέσα σε κάποιον που λέει ψέματα», ανέφερε στο «ΤyposThes.
Και συμπλήρωσε πως μέσα από την έρευνά της κατέληξε στο ότι «αυτό που φοβόμαστε να πούμε, να ονοματίσουμε δεν είναι τελικά η ασθένεια, αλλά ο θάνατος». Επίσης εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αγαπά τα ντοκιμαντέρ, αλλά και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το ντοκιμαντέρ;
-Η ταινία ξεκίνησε από κάτι επείγον. Μια μέρα μαθαίνω ότι μία παιδική μου φίλη έχει καρκίνο. Οι γιατροί κι η οικογένεια της της το κρύβουν και πρέπει κι εγώ να το κρατήσω μυστικό. Η ταραχή μου με κάνει να θυμηθώ ότι σαν να έχω μεγαλώσει μέσα σ’αυτή την πρακτική. Της ιατρικής απόκρυψης. Επειδή μεγάλωσα σε οικογένεια γιατρών. Έτσι αποφασίζω να ξεκινήσω μία προσωπική κινηματογραφική έρευνα με αυτούς που με περιτριγυρίζουν από πάντα, και κυρίως με τον πατέρα μου, πρωταγωνιστή όλων αυτών των ιστοριών. Γι’ αυτό και το κύριο διακύβευμα της ταινίας ήταν πώς θα αναστήσω την οπτική του παιδιού που ήμουν, όντας μάρτυρας των ιστοριών.
Ουσιαστικά ακολουθούμε μέσα από τα μάτια μου όλο αυτό το ψάξιμο, που είναι προσωπικό, υπαρξιακό, φιλοσοφικό, ιατρικό, κι άκρη δεν βγαίνει. Ο χαρακτήρας μου περνάει από έναν αφελή τσαμπουκά (είναι δυνατόν να κρύβουμε μία αρρώστια;) σε μία μουδιασμένη πραγματοποίηση. Αυτή την πορεία ακολουθούμε δραματουργικά. Σαν να ήταν η ταινία το μέσο για να φτάσω στην ωριμότητα. Ίσως αυτό είναι το «ταξίδι» που πραγματοποιείται μέσα από την ταινία και μαζί με τον θεατή...
-Γιατί οι γιατροί και οι συγγενείς υιοθετούν συχνά το ιατρικό ψέμα; Πού σας οδήγησε η έρευνά σας στο πλαίσιο του ντοκιμαντέρ;
-Νομίζω ότι αυτό που με συγκινούσε πολύ φτιάχνοντας την ταινία είναι ότι δεν υπάρχει απάντηση. Το πιο σημαντικό ήταν το ψάξιμο κι όχι η απάντηση. Αν και υπήρξε μία ανακάλυψη. Ότι αυτό που φοβόμαστε να πούμε, να ονοματίσουμε δεν είναι τελικά η ασθένεια, αλλά ο θάνατος. Κι εκεί μπερδεύονται όλα.
Στην αρχή είναι σαν να θεωρώ τους γιατρούς ως κατόχους της αλήθειας. Και σιγά σιγά αρχίζω να αντικρίζω το πώς ο γιατρός προβάλλει τον εαυτό του στον ασθενή, τον προστατεύει για να προστατεύσει τον εαυτό του από ένα συναίσθημα. Δηλαδή ποια είναι στο κάτω κάτω η σχέση των γιατρών με το θάνατο. Το να καταφέρω τελικά να συνδυάσω την άποψη του ασθενούς (τον φόβο του) με την άποψη του γιατρού (τον φόβο του επίσης) είναι ένας τρόπος - όχι μόνο να απομυθοποιήσουμε την ιατρική εξουσία - αλλά και να εξανθρωπίσουμε τόσο την ανάγκη για ψέματα (ή μάλλον απόκρυψη) όσο και τον πόνο που προκαλεί η ίδια η αλήθεια. Αυτό τους κάνει εκπληκτικά πολύ ανθρώπινους, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες μιας επιστήμης που θεωρούσα απόλυτα αλάνθαστη.
-Πόσο συχνά υπάρχει σήμερα το ιατρικό ψέμα; Και πώς επηρεάζει τα άτομα που βρίσκονται κοντά στον ασθενή να γνωρίζουν ενώ εκείνος δεν γνωρίζει;
-Δεν υπάρχει κανόνας συχνότητας, κι η ιδέα που είναι στο κέντρο της ταινίας είναι ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική. Κάθε περιστατικό είναι ένας άνθρωπος. Οι χαρακτήρες που τραβάω μου δίνουν κουράγιο, αποδεικνύουν πόσο ανθρωποκεντρική μπορεί να παραμείνει η ιατρική σήμερα. Οι γιατροί που συμμετέχουν είναι σχεδόν επαναστατικοί ως προς αυτό.
Δεν ήθελα η ταινία να έχει τη μορφή κοινωνιολογικής ή ανθρωπολογικής έρευνας. Ήθελα να ασχοληθώ με εξαιρετικά ανθρώπινα ζητήματα, με τα μέσα που διαθέτει μόνο ο κινηματογράφος: την υπεροχή της συναισθηματικής υποκειμενικότητας. Δεν αναζητώ μια απόλυτη αλήθεια, έναν κοινωνικό κανόνα, αλλά μοναδικές οπτικές γωνίες. Να προσπαθήσω να κατανοήσω τις αντιλήψεις μιας πραγματικότητας, τις κοσμοθεωρίες, τα συστήματα αξιών ή τις πεποιθήσεις. Όλο το διακύβευμα ήταν το να κατανοήσουμε τι μπορεί να συμβαίνει μέσα σε κάποιον που λέει ψέματα.
-Η ταινία αποτελεί μια προσωπική αφήγηση. Μια πορεία όπου υπάρχουν και συγγενικά σας πρόσωπα. Πώς επιλέξατε αυτή τη φόρμα και πώς λειτούργησε στην πορεία;
-Η ιδιαιτερότητα επίσης οπτικής μου είναι ότι για μένα γιατροί = οικογένεια, συμπίπτουν. Από εκεί ήθελα να ξεκινήσω. Αυτές οι ιστορίες είχαν καθορίσει τη σχέση μου με την ιατρική και την ασθένεια, και ίσως ακόμη και με αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε υγεία. Πώς και τι μπορεί ένα παιδί να συνθέσει από αυτή τη διχοτομία του ψέματος; Τι να καταλάβω για τον κόσμο των ενηλίκων όταν γίνομαι μάρτυρας αυτών των ιστοριών; Πώς αυτή η αμφισημία με διαμορφώνει σήμερα; Γι’ αυτό το κύριο διακύβευμα ήταν πώς θα αναστήσω την οπτική του παιδιού που ήμουν.
Επίσης είχα δίπλα μου το πιο πολύτιμο συστατικό μιας ταινίας : ένα χαρακτήρα με κινηματογραφική υπεραξία! Με εμμονές και πάθος! Στην προκειμένη τον μπαμπά μου, που το χιούμορ του κι η ικανότητα του να μην παίρνει τίποτα στα σοβαρά, έκανε τα πάντα τόσο απρόβλεπτα.
-Η ταινία συμμετείχε στην ενότητα Luminous του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Άμστερνταμ. Τι αποκομίσατε από αυτή την διάκριση;
-Πρόκειται για το μεγαλύτερο και σημαντικότερο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ. Το Luminous είναι εξαιρετικά επιλεκτική ενότητα, η οποία παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα φορμαλιστικών προσεγγίσεων, από την παρατήρηση έως το προσωπικό και το πειραματικό. Ήμασταν τρομερά τυχεροί που κάποιος αναγνώρισε την ιδιαιτερότητα του έργου και του έδωσε μία τέτοια ευκαιρία για διεθνή προβολή! Είναι συναρπαστικό το να παρουσιάζεις μία τέτοια ταινία σε μία τέτοια χώρα όπου οι πρακτικές κι η κουλτούρα τους είναι τόσο μακριά από τη δική μας.
-Πρόκειται για την πρώτη σας μεγάλου μήκους ταινία. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το ντοκιμαντέρ; Τι σας γοητεύει στη φόρμα του;
-Αυτό που με ενδιαφέρει στο σινεμά και είναι ακόμα πιο έντονο με το ντοκιμαντέρ είναι ότι δεν είναι ακίνητο ή σταθερό, αλλά όλα είναι ρευστά κι απρόβλεπτα. Κι αυτό γιατί όλα είναι βλέμμα. Mε συγκινεί η άσκηση του βλέμματος, δηλαδή το πώς θα θέσεις το βλέμμα σου πάνω σε κάτι, πώς θα το κοιτάξεις. Γιατί ο τρόπος που θα κοιτάξεις κάτι ή κάποιον, μπορεί να αλλάξει την πορεία του, την τροχιά του. Κι αυτό μου φαίνεται ό,τι πιο ιερό.
-Οι «Ιστορίες τους ψέματος» συμμετέχουν στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Πώς βλέπετε την εξέλιξη του θεσμού; Πόσο βοηθά τους νέους δημιουργούς;
-Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι το αγαπημένο μου φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο! Το ότι με έχουν υποστηρίξει από την πρώτη μου μικρού μήκους είναι πολύ σημαντικό. Σου δίνει κουράγιο. Σε κάνει να λες ‘’ωραία η ιστορία που προσπαθώ να διηγηθώ ενδιαφέρει τον κόσμο’’. Και με ενθαρρύνει στο να παίρνω δημιουργικά ρίσκα, σε μία εποχή που ο κόσμος γίνεται όλο και πιο εχθρικός, ανυπόφορος για όσους είναι στο ξεκίνημα. Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κάνει τα πάντα για να αποδείξει το αντίθετο και δημιουργεί ένα πολύτιμο καταφύγιο.
Προβολές
Τρίτη 10 Μαρτίου, 21:00
Αίθουσα Παύλος Ζάννας, Κτήριο Ολύμπιον, Πλατεία Αριστοτέλους. Ακολουθεί Q&A.
Πέμπτη 12 Μαρτίου, 12:30
Αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, Αποθήκη 1, Λιμάνι Θεσσαλονίκης. Ακολουθεί Q&A.
Το 28ο ΦΝΘ διαρκεί μέχρι και τις 15 Μαρτίου 2026.
