Επιμέλεια: Λεμονιά Βασβάνη
Με τίτλο «όλα πρέπει να αλλάξουν. Ριζοσπαστική Νοημοσύνη. Σαλονίκη 9», σε επιμέλεια της ανεξάρτητης επιμελήτριας Νάντιας Αργυροπούλου και οργάνωση MOMUS, θα πραγματοποιηθεί η 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης. Τα εγκαίνια θα γίνουν 23 Μαΐου, ενώ οι δράσεις θα φιλοξενηθούν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης – HELEXPO (Περίπτερα 2 & 3, Εγνατίας 154), στο MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, (Εγνατίας 154, εγκαταστάσεις ΔΕΘ–HELEXPΟ) και στη Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου, Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού και θα διαρκέσουν μέχρι και τις 5 Ιουλίου.
Η Μπιενάλε 9 εμπλέκεται με ένα κοινό(τοπο) και επαναλαμβανόμενο, αλλά ταυτόχρονα επίκαιρο, επείγον και πολυσύνθετο αίτημα, «όλα πρέπει να αλλάξουν». Με τη δυναμική διατύπωσή του, μπορεί να ακούγεται σαν επαναστατική κραυγή και να αντηχεί σαν κενό σύνθημα, να ηχεί σαν ψηφιακό δόλωμα οργής και να λειτουργεί σαν αποτροπαϊκό ξόρκι· καθένας μπορεί να βρει κάτι σ’ αυτό και δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν. Είναι μια φράση που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, κραδαίνεται εξίσου από κοινωνικούς επαναστάτες και από τεχνοφεουδάρχες, από διωκόμενους ακτιβιστές και από φασίζοντες δημαγωγούς, από αντίπαλες κοινωνικές τάξεις και από αντιδιαμετρικές συλλογικές μορφές έκφρασης, από αντικουλτούρες και από τη θεσμική προπαγάνδα. Χρησιμοποιείται για να διαγράψει το χάσμα μεταξύ σπιτιού και δρόμου, ανάμεσα στο κάνω κλικ και στο κάνω πορεία, για να σφετεριστεί την αμφιθυμία και να διαστρεβλώσει την αλληλεγγύη.
Η Μπιενάλε 9 ασχολείται με την ασυμμετρία ανάμεσα στο διαθέσιμο λεξιλόγιό μας και σ’ αυτό που μας ζητείται να περιγράψουμε και να ζήσουμε, αλλά και με την ασαφή θέση της τέχνης, κεντρική και περιθωριακή ταυτόχρονα, σε ένα κόσμο βίαιων μετατοπίσεων και διευρυνόμενων ανισοτήτων. Καταπιάνεται με μορφές παιγνιώδους αντίστασης, με φευγαλέες τακτικές αποσυναρμολόγησης και αλληλεγγύης, με τον βρόχο ανατροφοδότησης της κλήσης και απόκρισης, ή αυτό που ο Arthur Jafa έχει περιγράψει ως την «κβαντική διάσταση της χειραφέτησης».
Συναρθρώνεται ως μια παρα-μπιενάλε που αναγνωρίζει, ενσωματώνει στη διαμόρφωσή της τα παράδοξα του εγκλεισμού και της διαφυγής, επιλέγει τα πλανημένα μονοπάτια, τις χρονικές δίνες, και τάσσεται υπέρ των τακτικών της ευφρόσυνης μαχητικότητας και της ενδόμυχης εργασίας που απαιτεί η φροντίδα του αγνοημένου και καταπιεσμένου, του αλλόκοτου και απόκοσμου.
Αν ισχύει ότι σήμερα «απέναντι στις νέες τυραννίες που εξαπλώνονται, θα πρέπει να χρησιμοποιούμε την τέχνη όχι για να “θέσουμε ερωτήματα” αλλά για να δώσουμε θρασείες απαντήσεις που δεν μας ζήτησε κανείς» (σύμφωνα με τη Luce deLire), η Μπιενάλε 9 παίρνει το βήμα για να πειραματιστεί με μια αναρχία απαντήσεων, να αρνηθεί το πρέπον και το προτεινόμενο στην ευθεία λογοκρισία αλλά και πέρα από τις προφανείς επιταγές της.
Προτείνει μέσα από τα έργα, το σκεπτικό και την επιλογή των τόπων διεξαγωγής της ένα είδος ριζοσπαστικής νοημοσύνης (εξού η συντομογραφία «ΡΝ») και τάσσεται υπέρ της μη-φασιστικής Τεχνητής Νοημοσύνης που δεν αναπαράγει μορφές κυριαρχίας αλλά υποστηρίζει την αυτονομία και την ελευθερία στη βάση της συλλογικής δραστηριότητας και των καταπνιγμένων γνώσεων.
Αν χρειάζεται να επινοηθούν νέες εκδοχές αλληλεγγύης και λεξιλόγια, ένα «κοινωνικό αλλιώς», προκειμένου να αλλάξει η ζωή που έχει οικοδομήσει ο γενοκτονικός καπιταλισμός, τότε η Μπιενάλε 9 επιθυμεί να ερευνήσει την απόσταση ανάμεσα στο εντελώς απίθανο και το δυνατό που ορίζει αυτή η ανάγκη, καθώς και την εκτυλισσόμενη, μεταμορφική δυναμική της από κοινού, της αλληλέγγυας άρνησης, της αισθητικής κοινωνικότητας που αναδύεται ως μία τουλάχιστον απάντηση.
Επιλέγει έτσι να εμπνευστεί από την έρευνα της Saidiya Hartman στη μικρή κλίμακα της Μαύρης ζωής, εκεί όπου η απείθαρχη κίνηση (waywardness) είναι η «ακόρεστη λαχτάρα για έναν κόσμο που δεν κυβερνάται από αφέντη, άνθρωπο ή την αστυνομία [...] κοινωνική ποίηση που συντηρεί τους στερημένους [...] μια σύντομη είσοδος στο δυνατό».
Η συντομογραφία «Σ9» στον τίτλο της Μπιενάλε παραπέμπει σε μια παλιά λαϊκή και προφορική, ανατολίτικης προέλευσης, ονομασία της Θεσσαλονίκης (Σαλονίκη), εισάγοντας έτσι στην εκφορά της Μπιενάλε μια διπλή κίνηση, προς και μακριά από την πόλη. Μια απόπειρα να καλλιεργηθεί ένα –έστω προσωρινό– αίσθημα συνεύρεσης με παραμελημένα σημεία, υποκείμενα, φαντάσματα και σύμβολα της ζωής της, αλλά και να διατρέξει κανείς εκεί όσα συνδέουν το γράμμα της Assata Shakur στον Πάπα με τα ποιήματα του Rimbaud, το Βαρδάρι του Χριστιανόπουλου με την Emma Goldman, την κριτική της φασιστικής πολιτικής του μίσους που γράφεται με τη γλώσσα της αγάπης κατά τη Sara Ahmed με το μαύρο χιούμορ του Beckett και τη ριζοσπαστικότητα του Pasolini, δημιουργού που έχει πολλαπλώς τιμηθεί στον βορρά του ελληνικού νότου.
Μέσα από τις από κοινού αρθρώσεις της, τις οπτικές συχνότητες και δονήσεις της, τις τρομερές μίξεις και την αφθονία των προστριβών και δυσλειτουργιών, μέσα από την περιφερειακή και επισφαλή θέση της στις οικονομίες της τέχνης, η Μπιενάλε 9 μετέρχεται έναν τρόπο αφήγησης σε εγγύτητα, υιοθετεί τη στάση του εξεγερσιακού επείγοντος. Χρησιμοποιεί τη μέθοδο της κριτικής μυθοπλασίας και διαμορφώνεται αυτοσχεδιαστικά από αυτό που προτείνει και ερευνά.
O δοκιμιογράφος του καταλόγου της Μπιενάλε 9 και συνομιλητής της επιμελήτριάς της, καθηγητής T. J. Demos σημειώνει: «Στα ερείπια παίρνουν μορφή οι εικοτολογικές μυθοποιίες μιας χειραφετικής μελλοντικότητας. […] Πρόκειται για σημεία αντίφασης όπου η αισθητική γίνεται καταστασιακή, τακτική – ένα πεδίο για αγώνα. Στο σημείο σύγκλισης τέχνης και πολιτικής, το ερώτημα δεν είναι αν είναι δυνατή η αντίσταση, αλλά πώς αυτή θα συγκροτηθεί τώρα, με ποιο κόστος, για ποιον. […] Τα μικρά βήματα έχουν σημασία, ακόμα και όταν όλα πρέπει να αλλάξουν».
Αν, όπως λέει η Gayatri Chakravorty Spivak, «η επανάσταση είναι σαν τις δουλειές του σπιτιού – πρέπει να τις κάνεις κάθε μέρα», τότε η 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης, όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9, επιθυμεί να ανήκει σ’ αυτό το κάθε μέρα και, εξερευνώντας το, να ενσωματώσει μια πρόταση για τη ζωή.
Από το πρελούδιό της το Φθινόπωρο του 2025 γύρω από τις επαναστατικές και πολυδιάστατες δυνατότητες της επιστημονικής φαντασίας, η Μπιενάλε 9 συγκροτείται από έργα κάθε είδους που εξερευνούν αποκλίνουσες, ή και αντιφατικές ιστορίες, τρόπους να απευθύνονται με παρρησία στην εξουσία· έργα που υπαινίσσονται πότε να ξεσπάσεις και πώς να ψιθυρίσεις, πότε να γελάσεις και πώς να αγαπήσεις. Η έκθεση συμβαίνει κυρίως ανάμεσά τους και όχι σε καθένα χωριστά, στις ορατές και αόρατες συνδέσεις και αντιπαραθέσεις τους.
Η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΠΑ – Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κεντρική Μακεδονία»).
Ώρες Λειτουργίας Τρίτη έως Παρασκευή 16:00–22:00, Σάββατο & Κυριακή 14:00–22:00 κλειστά τη Δευτέρα.
Έκτακτο Ωράριο Λειτουργίας Εγκαινίων: 22 Μαΐου: 18:30-23:00 | 23 Μαΐου: 19:00-24:00 | 24 Μαΐου: 10:00-22:00.
