Skip to main content
Menu Αναζήτηση
espa-banner

Θανάσης Κολαλάς: «Δημιουργούμε πολιτισμό με ουσία, αλήθεια και ψυχή»

Google Logo Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Επταπυργίου κ. Θανάσης Κολαλάς μίλησε στο «ΤyposThes» λίγο πριν ανοίξει η αυλαία των εκδηλώσεων που φέτος είναι αφιερωμένες στον έρωτα

Tο Φεστιβάλ Επταπυργίου 2026, που θα διεξαχθεί από τις 17 Ιουνίου μέχρι και τις 22 Ιουλίου, ρίχνει τα φώτα του στον έρωτα.

Με αφορμή τη φετινή διοργάνωση, ο καλλιτεχνικός διευθυντής κ. Θανάσης Κολαλάς μίλησε στο «ΤyposThes» για τη φιλοσοφία πίσω από την επιλογή της θεματικής, τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμορφώνει το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, αλλά και για τη διαρκή προσπάθεια διεύρυνσης και εκπαίδευσης του κοινού μέσα από την τέχνη.

Όπως εξήγησε «αυτό που κάνει το Φεστιβάλ να ξεχωρίζει είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι “έτοιμο” — όλα γεννιούνται εδώ. Δεν πρόκειται για έναν χώρο που φιλοξενεί απλώς παραστάσεις, αλλά για έναν ζωντανό οργανισμό που παράγει τέχνη, με τα δικά του χαρακτηριστικά, τη δική του ταυτότητα και, κυρίως, τη δική του ψυχή».

Αναφερόμενος στην επιλογή να ενταχθούν φέτος στο πρόγραμμα και νέα στοιχεία όπως η ροκ βραδιά, σχολίασε πως «Ένα φεστιβάλ που θέλει να παραμένει ζωντανό οφείλει να δοκιμάζει, να ρισκάρει, να αναζητά νέες φόρμες έκφρασης», ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να γίνει μελλοντικά και άνοιγμα και στον χώρο του μιούζικαλ, αλλά και του χορού.

Παράλληλα αναφέρθηκε στο πώς το Φεστιβάλ πέτυχε να επανασυστήσει το μνημείο του Επταπυργίου στους ανθρώπους της πόλης.

Περισσότερα στην συνέντευξη που ακολουθεί.

festival_eptapyrgiou.jpg

 -Φέτος το Φεστιβάλ Επταπυργίου είναι αφιερωμένο στον έρωτα. Πώς επιλέξατε αυτή τη θεματική; Και πώς επηρέασε το πρόγραμμα;

-Κάθε χρόνο αναζητούμε έναν άξονα που δεν λειτουργεί απλώς ως «τίτλος», αλλά ως ανάγκη — κάτι που αισθανόμαστε ότι πρέπει να ειπωθεί, να φωτιστεί, να μοιραστεί. Ο έρωτας, φέτος, προέκυψε σχεδόν οργανικά. Ίσως γιατί είναι από τις λίγες έννοιες που επιμένουν να μας ενώνουν, ακόμη και σε εποχές αποξένωσης. Ίσως γιατί, σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο σκληρός, νιώσαμε την ανάγκη να επιστρέψουμε σε κάτι βαθιά ανθρώπινο, εύθραυστο αλλά και πανίσχυρο.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη: ο ίδιος ο χώρος. Το Επταπύργιο κουβαλά βαριά ιστορία, δεν είναι ένας ουδέτερος τόπος. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον, ο έρωτας αποκτά μια άλλη διάσταση — γίνεται αντίσταση, γίνεται φως, γίνεται τρόπος να ξαναδούμε τον άνθρωπο μέσα από τη συγκίνηση και όχι μόνο μέσα από την ιστορία.

Αυτή η θεματική δεν έμεινε σε επίπεδο ιδέας· καθόρισε ουσιαστικά τη διαμόρφωση του προγράμματος. Η επιλογή των παραγωγών, των έργων, ακόμη και των συνεργασιών έγινε με βάση το πώς κάθε πρόταση «μιλά» για τον έρωτα. Όχι μονοδιάστατα, αλλά πολυφωνικά: ως νεότητα και πάθος, ως μνήμη και απώλεια, ως προσωπική εξομολόγηση, ως συλλογική εμπειρία. Από τη λυρική συγκίνηση της όπερας μέχρι τη δύναμη της ποίησης και την ενέργεια της σύγχρονης μουσικής, κάθε παραγωγή αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή του ίδιου πυρήνα.

Στην ουσία, το πρόγραμμα δεν χτίστηκε ως μια σειρά ανεξάρτητων εκδηλώσεων, αλλά ως ένα ενιαίο αφήγημα. Ένα «ταξίδι» που ξεκινά από την πρώτη νότα και καταλήγει σε μια συνολική εμπειρία για τον θεατή. Θέλαμε το κοινό να μην παρακολουθήσει απλώς παραστάσεις, αλλά να βιώσει μια διαδρομή — να αναγνωρίσει μέσα σε αυτήν κομμάτια του εαυτού του.

Γιατί τελικά, ο έρωτας δεν είναι θέμα. Είναι καθρέφτης. Και η τέχνη είναι ο τρόπος να τον αντικρίσουμε.

-Ξεκινάτε με τη «Μποέμ». Πόσο σημαντική είναι η «εκπαίδευση» του κοινού σε απαιτητικές μορφές τέχνης;

-Η εκπαίδευση του κοινού δεν είναι μια παράλληλη δράση· είναι ο πυρήνας κάθε ουσιαστικής πολιτιστικής πολιτικής. Αν θέλουμε ένα φεστιβάλ να έχει διάρκεια και βάθος, οφείλουμε να καλλιεργούμε το κοινό μας, όχι απλώς να το «εξυπηρετούμε». Η όπερα, όπως η «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι, συχνά θεωρείται ένα απαιτητικό ή «απόμακρο» είδος. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι από τις πιο άμεσες μορφές τέχνης — μιλά για τον έρωτα, την απώλεια, τη ζωή, με τρόπο βαθιά συγκινητικό και καθολικό.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να «απλοποιήσουμε» την τέχνη, αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε το κοινό να μπορέσει να τη συναντήσει. Αυτό σημαίνει μύηση. Να δώσεις τα πρώτα εργαλεία, να ανοίξεις μια πόρτα, να μειώσεις την απόσταση. Μέσα από δράσεις όπως το «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει» ή το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Πάμε όπερα;», προσπαθούμε ακριβώς αυτό: να φέρουμε κυρίως τους νέους σε επαφή με το λυρικό θέατρο.

Η εμπειρία δείχνει ότι όταν το κοινό έρθει σε ουσιαστική επαφή με τέτοιες μορφές τέχνης, ανταποκρίνεται. Δεν είναι θέμα «εκπαιδευμένου» ή «μη εκπαιδευμένου» κοινού — είναι θέμα ευκαιρίας. Όταν ένας νέος άνθρωπος δει για πρώτη φορά όπερα και συγκινηθεί, τότε έχει ήδη γίνει το πιο σημαντικό βήμα.

Για εμάς, αυτή η διαδικασία είναι και μια μορφή ευθύνης. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο διασκέδαση· είναι και καλλιέργεια, είναι μια δια βίου διαδικασία εξέλιξης. Και αν θέλουμε ένα κοινό πιο ανοιχτό, πιο ευαίσθητο και πιο απαιτητικό, τότε οφείλουμε να το εμπιστευτούμε — και να το καλέσουμε σε αυτή τη διαδρομή.

-Ποιο θεωρείται πως είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει το Φεστιβάλ Επταπυργίου να ξεχωρίζει;

-Αν έπρεπε να το συνοψίσω σε μία φράση, θα έλεγα ότι αυτό που κάνει το Φεστιβάλ να ξεχωρίζει είναι η αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι «έτοιμο» — όλα γεννιούνται εδώ. Δεν πρόκειται για έναν χώρο που φιλοξενεί απλώς παραστάσεις, αλλά για έναν ζωντανό οργανισμό που παράγει τέχνη, με τα δικά του χαρακτηριστικά, τη δική του ταυτότητα και, κυρίως, τη δική του ψυχή.

-Πέρυσι είδαμε μια πρωτότυπη μουσικοκινητική πρόταση στο πλαίσιο του προγράμματος. Φέτος θα υπάρχει μια ροκ βραδιά. Σκέφτεστε να κάνετε ένα μεγαλύτερο άνοιγμα μελλοντικά και σε διαφορετικά είδη τέχνης;

-Ο πειραματισμός είναι για εμάς όχι απλώς επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Ένα φεστιβάλ που θέλει να παραμένει ζωντανό οφείλει να δοκιμάζει, να ρισκάρει, να αναζητά νέες φόρμες έκφρασης. Η περσινή μουσικοκινητική πρόταση και η φετινή ροκ βραδιά δεν είναι «παρεκκλίσεις» από την ταυτότητά μας· είναι κομμάτι της εξέλιξής της. Είναι τρόποι να διευρύνουμε τη γλώσσα του Φεστιβάλ, χωρίς να χάνουμε τον πυρήνα του.

Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή η συνάντηση διαφορετικών ειδών: η στιγμή που η παράδοση συνομιλεί με το σύγχρονο, που η κλασική φόρμα ανοίγει προς νέες αισθητικές, που ο ήχος γίνεται κίνηση και η κίνηση αφήγηση. Σε αυτή τη λογική, τα επόμενα χρόνια θέλουμε να ανοίξουμε ακόμη περισσότερο το φάσμα των εκφράσεών μας — να μπούμε πιο δυναμικά στον χώρο του μιούζικαλ, αλλά και του χορού, που είναι δύο μορφές τέχνης με τεράστια δυναμική και άμεση επικοινωνία με το κοινό.

-Ποια στιγμή του φεστιβάλ σας έχει μείνει αξέχαστη;

-Είναι πολλές οι στιγμές που κουβαλώ μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια. Κάποιες τις θυμάμαι γιατί καλλιτεχνικά ήταν απόλυτα πετυχημένες — βραδιές όπου αισθανόσουν πως όλα είχαν ευθυγραμμιστεί με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο: οι ερμηνείες, ο χώρος, το κοινό, η ενέργεια της στιγμής. Υπάρχουν όμως και άλλες στιγμές που τις θυμάμαι όχι για την τελειότητά τους, αλλά γιατί έμοιαζαν να κρέμονται από μια κλωστή. Γιατί μια αναποδιά, μια αρρώστια, μια κακοτυχία της τελευταίας στιγμής μπορούσε να τινάξει ολόκληρη την παραγωγή στον αέρα. Και τελικά, ακριβώς αυτές οι στιγμές είναι που σε δένουν πιο βαθιά με έναν θεσμό.

Όμως  η πιο συγκινητική βραδιά για μένα  ήταν η πρεμιέρα της Cavalleria Rusticana, που είχα σκηνοθετήσει  το 2019. Ήταν η πρώτη μεγάλη παραγωγή του Φεστιβάλ και είχε προηγηθεί μια τρομερά δύσκολη συγκυρία. Δύο ημέρες πριν την πρεμιέρα, η φονική καταιγίδα στη Χαλκιδική είχε στοιχίσει ανθρώπινες ζωές και είχε χτυπήσει σοβαρά και το Επταπύργιο. Θυμάμαι να ανεβαίνουμε στον χώρο και να μετράμε κυριολεκτικά τις πληγές μας. Τα κοστούμια της όπερας είχαν σκορπίσει μέσα στα καμαρίνια, το σκηνικό είχε υποστεί μεγάλες ζημιές και κανείς δεν ήξερε αν θα προλαβαίναμε να αποκαταστήσουμε όσα είχαν καταστραφεί.

Κι όμως, μέσα σε εκείνη την αγωνία συνέβη κάτι μοναδικό. Όλοι οι συντελεστές έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, με μια συγκινητική αίσθηση συλλογικότητας και πίστης. Υπήρχε η αίσθηση ότι κανείς δεν ήθελε να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο πριν καν ξεκινήσει. Και όταν τελικά άνοιξε η αυλή και μπήκε το κοινό, αισθάνθηκα πως δεν ήμασταν μόνοι. Ο κόσμος ήταν εκεί όχι μόνο για να παρακολουθήσει μια παράσταση, αλλά για να μας στηρίξει, να μας ενθαρρύνει, να γίνει κομμάτι αυτής της προσπάθειας.

Από εκείνη τη βραδιά και μετά νιώθω ότι δημιουργήθηκε ένας πολύ ιδιαίτερος δεσμός ανάμεσα στο Φεστιβάλ και το κοινό του. Ένας δεσμός εμπιστοσύνης και αγάπης που, με έναν τρόπο, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

-Το Φεστιβάλ Επταπυργίου έφερε τον κόσμο στο Φρούριο του Επταπυργίου. Πιστεύετε ότι τέτοιοι θεσμοί αλλάζουν το πώς βλέπουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά;

-Αναμφίβολα, και μάλιστα με τρόπο ουσιαστικό και βαθύ. Ένα μνημείο όπως το Επταπύργιο για χρόνια μπορεί να λειτουργεί στη συνείδηση των ανθρώπων ως κάτι μακρινό — ένα ιστορικό σημείο που «υπάρχει», αλλά δεν βιώνεται. Όταν όμως ανοίγει, όταν γεμίζει με φωνές, μουσική, συγκίνηση, τότε αλλάζει ριζικά η σχέση του με το κοινό. Από τόπος μνήμης γίνεται τόπος εμπειρίας.

Το Φεστιβάλ πέτυχε ακριβώς αυτό: να επανασυστήσει το μνημείο στους ανθρώπους της Θεσσαλονίκης. Να το κάνει οικείο, χωρίς να του αφαιρέσει τη βαρύτητα και τον σεβασμό που του αξίζει. Γιατί ο στόχος δεν είναι να «εκσυγχρονίσουμε» ένα μνημείο, αλλά να το επανανοηματοδοτήσουμε — να το εντάξουμε ξανά στη ζωντανή πολιτιστική ζωή της πόλης.

Αυτό είναι, ίσως, το πιο σημαντικό κέρδος τέτοιων θεσμών: δεν αναδεικνύουν απλώς έναν χώρο, αλλά αλλάζουν τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε. Μας μαθαίνουν να τον σεβόμαστε όχι μόνο για το παρελθόν του, αλλά και για τη δυνατότητά του να συνεχίζει να παράγει πολιτισμό στο παρόν. Και αυτή η μετατόπιση είναι καθοριστική για το πώς αντιλαμβανόμαστε συνολικά την πολιτιστική μας ταυτότητα.

-Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα που έχετε θέσει ως καλλιτεχνικός διευθυντής;

-Αν έπρεπε να το συμπυκνώσω σε μία σκέψη, θα έλεγα ότι το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να είμαι αντάξιος της ευθύνης που κουβαλά αυτός ο θεσμός. Και αυτή η ευθύνη δεν είναι μόνο καλλιτεχνική· είναι βαθιά ανθρώπινη. Κάθε φορά που ανεβαίνω στο Επταπύργιο, νιώθω το βάρος της ιστορίας του χώρου, αλλά και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που έρχονται να βιώσουν κάτι αληθινό.

Αναλογίζομαι συνεχώς ότι το Φεστιβάλ δεν μας ανήκει. Ανήκει στην πόλη, στο κοινό, στους καλλιτέχνες, στη μνήμη αυτού του τόπου. Και το στοίχημα είναι να το υπηρετήσουμε με σεβασμό, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς ευκολίες. Να επιμείνουμε στην ποιότητα, ακόμη κι όταν αυτό είναι πιο δύσκολο. Να συνεχίσουμε να δημιουργούμε έργα που έχουν λόγο ύπαρξης και όχι απλώς εντυπωσιασμό.

Παράλληλα, είναι και ένα στοίχημα διάρκειας: να μπορέσει το Φεστιβάλ να σταθεί στον χρόνο, να εξελιχθεί και να συνεχίσει να υπάρχει και μετά από εμάς. Να γίνει ένας θεσμός με ρίζες και προοπτική, που θα εξακολουθεί να εμπνέει τη Θεσσαλονίκη και να συνομιλεί με το μέλλον της.

Τελικά, το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να μην προδώσουμε ποτέ τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησε αυτό το ταξίδι: την ανάγκη να δημιουργούμε πολιτισμό με ουσία, αλήθεια και ψυχή.

kolalas3.jpg

Χρήσιμα

Προπώληση εισιτηρίων από τη more.com και τα φυσικά σημεία προπώλησης WIND, Public, Media Markt.

Για πληροφορίες : www.kepo.gr, τηλ. 2310602599.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Θεσσαλονίκη: Στο ΣτΕ η προσφυγή του Δήμου Καλαμαριάς για τη Μαρίνα Αρετσούς
Ο δήμος ανέπτυξε τις θέσεις του σχετικά με την αντίθεσή του στο Προεδρικό Διάταγμα για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
Θεσσαλονίκη: Στο ΣτΕ η προσφυγή του Δήμου Καλαμαριάς για τη Μαρίνα Αρετσούς
Καμμένος: Θα συνεργαζόμουν με Καρυστιανού - Λάθος το όνομα ΕΛΑΣ από Τσίπρα
«Είναι καθαρή φωνή», είπε ο πρώην υπουργός για τη Μαρία Καρυστιανού – Τι απάντησε σε ερώτηση για το αν θα κατέβει στις εκλογές
Καμμένος: Θα συνεργαζόμουν με Καρυστιανού - Λάθος το όνομα ΕΛΑΣ από Τσίπρα