Skip to main content
Menu

Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος: Το έπος του Κινέζου Χου Μπο στη Θεσσαλονίκη

Για δεύτερη βδομάδα στη Θεσσαλονίκη, στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης»

Του Γιώργου Παπαδημητρίου 

Για δεύτερη βδομάδα στη Θεσσαλονίκη, στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης», στην Αποθήκη Α’ του Λιμανιού, το μέγιστο κινηματογραφικό γεγονός της χρονιάς. Σε μία προβολή κάθε μέρα, στις 19.30, με την απαραίτητη συνδρομή των δύο διαλειμμάτων λόγω της 4ωρης διάρκειας της ταινίας, «Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος» και προκαλεί ένα σαρωτικό κύμα ενσυναίσθησης και εγκεφαλικής ταραχής. Μην πτοηθείτε από τη μεγάλη διάρκεια, μην διστάσετε. Απλώς αφεθείτε στην ατόφια μαγεία του σινεμά. Ο Κινέζος Χου Μπο είχε καπαρωμένη μια θέση στην κινηματογραφική αθανασία μόνο και μόνο με αυτή την ταινία. Το γεγονός ότι με το πέρας των γυρισμάτων, αυτοκτόνησε στα 29 του μόλις χρόνια, προσέδωσε στον «Ελέφαντά» του μια χροιά αξεπέραστου μύθου.

Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος

Αξιολόγηση: **** ½

Σκηνοθεσία : Χου Μπο

Με τους : Ζανγκ Γιου, Πενγκ Γιουτσάνγκ, Γουάνγκ Γιουγουέν, Λι Κονγκτσί

Διάρκεια : 230’

O κόσμος είναι μια αχανής ερημιά. Κι αν τούτο παραπέμπει απλώς στην «Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ, θα μπορούσε κανείς να τον περιγράψει (με όρους νεορεαλιστικούς) ως μια απέραντη χωματερή. Σωμάτων, ψυχών, ματαιωμένων ονείρων, χιμαιρικών ελπίδων, χαίνουσων πληγών και μιας ατελεύτητης αγωνίας που δυναστεύει κάθε κύτταρο απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε. Έτσι τουλάχιστον παρουσιάζεται στο πρώτο (και τελευταίο, ως έμελλε) φιλμ του κινέζου Χου Μπο. Μ’ άλλα λόγια, ένας κόσμος αηδιαστικός. Βαριά διαπίστωση κι ακόμη βαρύτερη όταν είναι το μόνο που παίρνεις μαζί σου με το τέλος της προβολής. Δεν παύει, ωστόσο, να πηγάζει μέσα από ένα έργο (παρά την σχεδόν τετράωρη διάρκειά του) αριστοτεχνικό, άβολο και συναρπαστικό.

Τα πάντα εδώ είναι μίζερα, παρακμιακά και άδικα. Τα πάντα σκεπάζει η δυστυχία κι η σκοτεινιά. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αισιοδοξίας, καμία αχτίδα φωτός - ακόμη κι ουρανός μονίμως είναι γκρίζος, θολός και καταθλιπτικός. Μέχρι κι οι «Άθλιοι» του Ουγκώ μπορεί να λιγοψυχούσαν στη θέα τούτης της αναπάντεχης οδύσσειας, που διαρκεί όλη κι όλη μια μέρα.

Ένα αγόρι υφίσταται ανελέητο bullying  στο σχολείο και συγχρόνως δεν βρίσκει διέξοδο και κατανόηση στο οικογενειακό περιβάλλον. Ένας γέρος πιέζεται απ’ τους δικούς του να τους αδειάσει τη γωνιά και να πάει στο γηροκομείο. Ένας λωποδυτάκος ξαπλώνει με τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου (όταν τον απορρίπτει το αντικείμενο του πόθου του) κι ο τελευταίος το ανακαλύπτει και αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια του.

Ένα κορίτσι που αδυνατεί να συνυπάρξει με την αδιάφορη, εγωκεντρική μάνα που διαρκώς το ταπεινώνει, εξευτελίζεται όταν ένα βίντεο που το δείχνει με τον υποδιευθυντή του σχολείου σε ένα καραόκε πάρτυ γίνεται viral στα social media. Τέσσερις χαρακτήρες που περιφέρονται στους δρόμους σαν αποσυνάγωγοι, σαν εξοστρακισμένοι παρίες, γυρεύοντας απαντήσεις που δεν υπάρχουν.

Συνελόντι ειπείν, φυγή από το αναπόδραστο ουκ εστί. Και τι είναι τελικά αυτός ο περίφημος …Ελέφαντας -που θέλουν να δουν από κοντά οι ήρωες- για τον οποίο κυκλοφορεί η φήμη πως απλά στέκει ακίνητος και αγνοεί τον κόσμο σε κάποιο τσίρκο, κάπου στο Βορρά; Μα δεν είναι άλλο από την παχύδερμη όψη του σύγχρονου καπιταλισμού (πέρα από μια αλληγορία για το εκτρωματικό, καθηλωμένο προφίλ της σημερινής Κίνας), που ποδοπατάει και συνθλίβει κάτω απ’ το πέλμα του εκατομμύρια ανυπεράσπιστα θύματα. Παροιμιώδες σύμβολο μιας ασάλευτης, ματαιωμένης ζωής που αντικρίζει με απάθεια το σκληρό σύμπαν που την περιβάλλει. Η αδράνειά του κάλλιστα αντανακλά τον παθητικό, ευνουχισμένο και αποξενωμένο ψυχισμό των ηρώων μέσα στο καθοδικό σπιράλ της άθλιας καθημερινότητάς τους.

Κάθε δευτερόλεπτο αυτού του φιλμ μοιάζει απαραίτητο. Απ’ τη στιγμή που συντονίζεσαι μαζί του, η αναπνοή σου ακολουθεί την ακανόνιστη ανάσα και τους σφυγμούς των ίδιων των χαρακτήρων. Η εμπειρία της θέασης εκμηδενίζει την απόσταση μεταξύ καθίσματος και οθόνης και μεταβάλλεται σε κυτταρική διαδικασία. Με τα επίμονα, ανατομικά κοντινά, με τις μακρόσυρτες λήψεις και την επινοητική χρήση του βάθους πεδίου, το σινεμά του Χου Μπο καθίσταται για τον ανυποψίαστο θεατή σχεδόν βιωματικό. Και οι ερμηνείες - ω! οι ερμηνείες : τι να πρωτοπείς, ειλικρινά, γι’ αυτά τα πλάσματα που παίζουν όλα με την ίδια μαεστρία. Αδιακρίτως.

Ξεκάθαρα μπορείς να πεις πως είναι μια απ’ τις ταινίες χάρη στις οποίες ερωτεύεσαι το σινεμά. Αν έχεις και την παραμικρή ψευδαίσθηση για το ποια είναι η Αληθινή Όψη του Κόσμου μας, ιδού ένα φιλμ που μετά την σαρωτική γροθιά που σου ρίχνει θα σε φέρει για κάμποσο διάστημα αντιμέτωπο με τον Εαυτό σου. «Μπορείς να πας όπου θες, σ’ όποιο μέρος επιλέξεις, δεν πρόκειται να βρεις κάτι διαφορετικό», λέει κάποια στιγμή ένας απ’ τους ήρωες. Η αποσύνθεση της Ανθρώπινης Ιδιότητας μετατρέπει τα πάντα γύρω μας σε νεκρές ζώνες και λιγοστεύει, δηλητηριάζει ασφυκτικά τον αέρα που αναπνέουμε. Μηδενιστικό; Φαταλιστικό; Μοιρολατρικό; Kάθε άλλο, είναι η απάντηση. Διότι πολύ αμφιβάλλουμε αν θα ξαναδούμε σύντομα άλλη ταινία που να αφήνει την ελπίδα να τρυπώσει με τόσο υποδόριο και τρυφερό τρόπο στο πιο ανήλιαγο και στείρο υπέδαφος.

Είναι από τις ελάχιστες -σπανιότατες- εκείνες φορές, που το σινεμά μετατρέπεται σε Τέχνη του Εφικτού. Και σε μακάβριο, αδυσώπητο πορτραίτο της κρίσης αξιών του σύγχρονου πολιτισμού. Όταν ο πόνος γίνεται οργή, το μυαλό κι η ψυχή αναζητούν λύτρωση στον μύθο. Όταν όμως ο τελευταίος δεν είναι παρά η αλληγορική εκδοχή της μόνης πραγματικότητας που θα έχεις ποτέ, πόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η οδύνη της αυταπάτης; Το φιλόδοξο και εμπνευσμένο έργο του Χου Μπο σε βυθίζει αργά και βασανιστικά στο απόλυτο κενό, κατατρώγοντας τον μοραλισμό σου (όπως και των χαρακτήρων) σαν τις προμηθεϊκές σάρκες και αφήνοντας αγιάτρευτη ουλή στο υποσυνείδητό σου. 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΥΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ