Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Νέες ταινίες στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης από Πέμπτη 4/4

Νέες ταινίες στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης από Πέμπτη 4/4
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">

Η γεύση της εκδίκησης

Ένα πιάτο που φαγώθηκε ανόρεχτα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Αξιολόγηση: *

Σκηνοθεσία: Νιλς Άρντεν Όπλεβ

Παίζουν: Κόλιν Φάρελ, Νούμι Ράπας, Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ντόμινικ Κούπερ, Τέρενς Χάουαρντ

Διάρκεια: 110’

Σίγουρα δεν ήταν ο πρώτος και σάμπως μήπως θα είναι ο τελευταίος; Πολλοί σαν κι αυτόν πήραν τα τελευταία χρόνια την απόφαση να διαβούν τον Ρουβικώνα. Κάποιοι μάλιστα εξ αυτών μάλιστα με πλάτες πολύ πιο φορτωμένες με σκηνοθετικά γαλόνια. Σε μπόλικους από αυτούς δεν βγήκε σε καλό. Είτε γιατί δεν είχαν τις ικανότητες και το ταλέντο που είχαν διαφανεί αρχικά είτε επειδή οι απαιτήσεις του θαυμαστού καινούργιου κόσμου δεν είχαν και πολύ χώρο για καλλιτεχνικά οράματα και δημιουργικές ελευθερίες. Σε ποιους αναφερόμαστε; Στους Ευρωπαίους (και περισσότερο Σκανδιναβούς εσχάτως) σκηνοθέτες, οι οποίοι μετά από κάποια σχετική επιτυχία στην Ευρώπη, ψαρεύονται από τους scouters του β’ κατηγορίας Χόλιγουντ για να δώσουν λίγη αρτιστίκ σπίθα σε προκάτ περιπέτειες. Ένα πρόσφατο παράδειγμα της κατηγορίας αυτής που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Ισλανδός Μπαλτάσαρ Κορμάκουρ, ο οποίος από το υπέροχο «101 Ρέικιαβικ» κατέληξε να σκηνοθετεί το παντελώς αδιάφορο «Contraband».

Το τελευταίο πάντως όνομα που κοσμεί τη σχετική λίστα είναι σίγουρα ο Δανός σκηνοθέτης Νιλς Άρντεν Όπλεβ. Το 2009, το -βασισμένο στο μυθιστόρημα του Σουηδού συγγραφέα Στιγκ Λάρσον- «Κορίτσι με το τατουάζ» έσπαγε τα ευρωπαϊκά ταμεία, χαρίζοντάς του διεθνή φήμη και καταξίωση. Ο Όπλεβ αποφάσισε να μην σκηνοθετήσει τα επόμενα δύο σκέλη της τριλογίας του Λάρσον (Millennium Trilogy), δηλώνοντας πως βρίσκει τα χρονοδιαγράμματα των παραγωγών εξοντωτικά. Τέσσερα χρόνια αργότερα μάλλον δεν φάνηκε και τόσο εκλεκτικός στις επιλογές του, για να το θέσουμε ευγενικά και ευπρεπώς. Αν πάλι το θέσουμε ακριβώς όπως το σκεφτόμαστε, απλώς θα αναρωτηθούμε αν ήταν μεθυσμένος ή μαστουρωμένος όταν δεχόταν να αναλάβει αυτό το ξεκούρδιστο και κακοφτιαγμένο project. Οι κακοτεχνίες της ταινίας διατρέχουν όλο της τον σκελετό, αλλά εκεί που πρέπει να σταθούμε πρωτίστως είναι η ανεκδιήγητη πλοκή.

Δράστης του σεναριακού τερατουργήματος ο Τζ.Χ. Γουάιμαν, ο οποίος μας είχε δώσει τα μαγικά του διαπιστευτήρια ήδη από το 2001, με το τραγελαφικό «The Mexican». Δυστυχώς τότε, οι οικείοι του δεν βρήκαν το κουράγιο να τον αποθαρρύνουν από την συγγραφή σεναρίων και να του προτείνουν κάποιες εναλλακτικές δραστηριότητες για να περνάει την ώρα του. Κι επειδή το κακό πρέπει να το προλαβαίνεις στη ρίζα, δώδεκα χρόνια αργότερα λοιπόν, ο Γουάιμαν ξεσάλωσε τελείως, ο Όπλεβ τον μιμήθηκε και μαζί τους κατρακύλησε στον κατήφορο και η ταινία. Με χαρακτήρες βουτηγμένους στην προχειρότητα. Με ένα διπλό ταμπλό εκδίκησης τόσο εξωφρενικό που κάνει τη λέξη «υπερβολή» να μοιάζει λίγη και τιποτένια. Με μπαλώματα του ποδαριού σε μαύρες τρύπες που προκύπτουν από το πουθενά και συνεχώς. Με μία μισό-γελοία, μισό-εκνευριστική πρεμούρα να χτιστεί ένα τάχα μου «σκοτεινό» μοτίβο. Δυστυχώς, χρειάζεται κάτι παραπάνω από να κλείσεις απλώς τον διακόπτη για να «σκοτεινιάσει» η ατμόσφαιρα. Με ένα λαβ στόρι που καταλήγει να προκαλεί μέχρι και ολίγη αντιπάθεια. Με κίνητρα, επιθυμίες, συμπτώσεις και ανατροπές που κινούνται μεταξύ του εξωπραγματικού και της καρικατούρας.

Αντί επιλόγου, μονάχα δυο τελευταία πραγματάκια. Αρχικά, δυο κουβέντες για τον πρωταγωνιστή μας, τον Ιρλανδό Κόλιν Φάρελ. Σε νεαρή ηλικία, ο αγαπητός Κόλιν βρέθηκε που λέτε μπροστά σε ένα επαγγελματικό δίλημμα. Να γίνει ποδοσφαιριστής ή να ακολουθήσει την υποκριτική. Δεν είναι ποτέ αργά να αλλάξει κανείς ρότα πάντως. Αποκλείεται να αποδειχθεί πιο ατάλαντος εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου απ’ ότι στο κινηματογραφικό πλατό. Δεύτερον, η ταινία δίνει ένα δωρεάν πολύτιμο μάθημα σε όσους από εσάς έχουν στα σκαριά κάποιο πλάνο σύστασης εγκληματικής συμμορίας. Λοιπόν, δώστε βάση. Αν λοιπόν, ενώ έχετε όμορφα κι ωραία τη συμμορία σας, ξάφνου συμπέσουν χρονικά α) διάφορες απειλές για τη ζωή σας, β) το ξεπάστρεμα διάφορων από τα πρωτοπαλίκαρά σας και γ) η έλευση ενός νεοφερμένου μέλους, τότε άκουσον άκουσον πρέπει να υποπτευθείτε άμεσα το νεόκοπο μέλος! Ναι, ναι, γνωρίζω, είναι πραγματικά εξωφρενική αυτή η σκέψη και πού να πάει το μυαλό ενός ανθρώπου σε κάτι τόσο τραβηγμένο, αλλά έτσι είναι  ζωή δυστυχώς. Από ταινία βγαλμένη.

Τζακ ο κυνηγός γιγάντων

Μερικές φορές το μέγεθος δεν μετράει

Του ΣΩΤΗΡΗ ΜΠΑΜΠΑΤΖΙΜΟΠΟΥΛΟΥ

[email protected]

(Jack the giant slayer)

Αξιολόγηση: **

Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σίνγκερ

Παίζουν: Νίκολας Χουλτ, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Στάνλεϊ Τούτσι, Έλενορ Τόμλινσον

Διάρκεια: 114΄

Σε μια παραμυθένια χώρα, σ’ ένα παραμυθένιο βασίλειο ο Τζακ είναι ένας φτωχός χωρικός με μεγάλη καρδιά. Η ζωή του θα αλλάξει, όταν γνωρίσει τη χαριτωμένη πριγκίπισσα Ιζαμπέλ και όταν πέσουν στα χέρια του μερικά μαγικά φασούλια που αν τα βρέξεις… τσουπ, φυτρώνει ένας τεράστιος κορμός που σε οδηγεί στα σύννεφα στη χώρα των κακομούτσουνων γιγάντων. Το βασίλειο βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο, αφού εκτός από τα μαγικά όσπρια υπάρχει κι ένα μαγικό στέμμα κι όποιος το φοράει μπορεί να ελέγχει τους αιμοβόρους γίγαντες. Το στέμμα βρίσκεται στα χέρια ενός πολύ κακού ανθρώπου (πιο κακός πεθαίνεις) και ο Τζακ πρέπει: Α) να σώσει την πριγκίπισσα Β) να πάρει το στέμμα Γ) να νικήσει τους γίγαντες Δ) να σώσει το βασίλειο Ε) να παντρευτεί την πριγκίπισσα. Θα καταφέρει άραγε μέσα σε κάτι λιγότερο από δυο ώρες να πετύχει όλα τα παραπάνω; Τα γραφεία στοιχημάτων λένε πως ναι…

Δεν μπορούμε να πούμε πολλά για την ταινία. Όχι, δεν έχει την αίγλη της τριλογίας του δαχτυλιδιού του Πίτερ Τζάκσον και δεν απευθύνεται σε ενήλικο κοινό ή τουλάχιστον αν νομίζει πως μπορεί να απευθύνεται και σε ενήλικο κοινό, αποτυγχάνει παταγωδώς. Πρόκειται απλώς για ένα παραμύθι τίγκα στα ψηφιακά εφέ, με λίγο γέλιο και πολλή περιπέτεια και δίχως πολλή ψυχή που σε κάνει να αναρωτιέσαι για το πού βαδίζει ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σϊνγκερ, ο οποίος μάλιστα για τη συγγραφή του σεναρίου συνεργάστηκε ξανά με τον Κρίστοφερ ΜακΚουάρι (βλέπε «Συνήθεις ύποπτοι»). Αυτά τα ολίγα για την ταινία, πάμε παρακάτω τώρα.

Το μέγεθος μετράει είτε το πάρουμε ψυχαναλυτικά είτε κοινωνιολογικά είτε πολιτικά είτε οικονομικά είτε όπως σας αρέσει. Όχι, δεν αναφέρομαι στο αντρικό μόριο, αν και κατά μια έννοια το μέγεθος έχει φαλλική υπόσταση. Πέρα από την υπερμεγέθη σωματική διάπλαση η οποία μπορεί να λειτουργήσει τουλάχιστον ως φαντασίωση, το μέγεθος ανέκαθεν υποδήλωνε και υποδηλώνει ακόμα δύναμη, ισχύ, εξουσία, επιβολή, γοητεία, δέος. Διότι όποιος αντικρύζει το Μέγεθος κατάματα, δεν μπορεί παρά να νιώθει ανεπαρκής, ανίσχυρος και μηδαμινός. Ουρανοξύστες, υπερωκεάνια, κατάκτηση του διαστήματος (λέμε τώρα), εταιρείες κολοσσοί, αγάλματα, πάρκα, βουνά που προκαλούν δέος, καθεδρικοί ναοί και βυζαντινοί τρούλοι, τραπεζικοί λογαριασμοί, ποσότητες χρυσού, πανάκριβα αυτοκίνητα, πανάκριβα ρούχα, πανάκριβα παπούτσια, ηφαίστεια, δεινόσαυροι, πυρηνικές βόμβες, ασύλληπτοι προϋπολογισμοί ποδοσφαιρικών ομάδων, ο δείκτης νοημοσύνης, τα αριστεία, ο πρωταθλητισμός, ο άνθρωπος που τρώει ταχύτερα 20 αυγά στον κόσμο.

Το μέγεθος μπορεί να βρίσκεται παντού είτε ως φυσική υπόσταση είτε ως νούμερο είτε ως έννοια, διότι μην ξεγελιέστε, ακόμα και η ευφυΐα είναι μέγεθος, η επιτυχία είναι μέγεθος, η φήμη είναι μέγεθος. Μπροστά σε αυτήν την ισοπεδωτική καταπίεση και καταδυνάστευση του μεγέθους, δεν ξέρω τι μπορούμε να αντιτάξουμε. Διότι ακόμα και στο φυσικό μέγεθος του Γολιάθ, αντιτάσσεις το μέγεθος της πονηριάς του Δαυίδ. Στο μέγεθος της ποσότητας αντιτάσσεις το μέγεθος της ποιότητας. Στο αντικειμενικό μέγεθος του ορατού αντιτάσσεις το υποκειμενικό μέγεθος του αοράτου, ώστε κατά μια έννοια να βρίσκουμε μια ασπίδα προστασίας πίσω από την υποκειμενικότητα. Αν ήμασταν γκουρού της ζωής, θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε μια πνευματική ισορροπία, αλλά μέχρι τότε στρουθοκαμηλίζουμε καταλήγοντας να λέμε πως το μέγεθος δεν μετράει, ενώ υποσυνείδητα σε κάποια μορφή του μετράει ακόμα και για μας.

Ε, λοιπόν, δεν είμαι γκουρού, οπότε δεν μετράει, θα πω κι εγώ μπαίνοντας στην ίδια λούμπα. Η ταινία του Μπράιαν Σίνγκερ κόστισε 195 εκατομμύρια δολάρια, 11 φορές περισσότερο από την ταινία «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» του Γούντι Άλεν, 13 φορές περισσότερο από το «Mullholland Drive» του Ντέιβιντ Λιντς, 39 φορές περισσότερο από το «Memento» του Κρίστοφερ Νόλαν και 100 φορές περισσότερο από τα «Μυθικά πλάσματα του νότου» του Μπεν Ζάιτλιν. Εντάξει;

Επίσης στις αίθουσες

Ένα βήμα μπροστά

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αθυρίδης

Διάρκεια: 126’

Από σήμερα στις αίθουσες της πόλης μας μια ταινία που αφορά εμμέσως τουλάχιστον την ίδια τη Θεσσαλονίκη. Το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Αθυρίδη  αφηγείται την προεκλογική εκστρατεία του νυν δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη που οδήγησε στην επικράτησή του στις δημοτικές εκλογές του 2010. Δέκα εβδομάδες παρατήρησης και καταγραφής με φόντο τους δρόμους, τους ανθρώπους και τις ιδιαιτερότητες της πόλης μας.

Ξέχασέ το

Σκηνοθεσία: Πολ Βάιτς

Παίζουν: Πολ Ραντ, Τίνα Φέι, Μάικλ Σιν

Διάρκεια: 117’

Καταρχάς, πολλά συγχαρητήρια σε όποιον μετέφρασε το «Admission» ως «Ξέχασέ το». Ειλικρινά εύγε! Από εκεί και έπειτα, έχουμε να κάνουμε με μία μάλλον αδιάφορη ταινία που βασίζεται σε μία μάλλον αδιάφορη ιστορία. Ο Πολ Ραντ είναι σίγουρο πως θα είναι και πάλι συμπαθέστατος αλλά δύσκολα θα σωθούν έστω και τα προσχήματα.

Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Βούλγαρη

Παίζουν: Μαρία Γεωργιάδου, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Δημήτρης Πιατάς

Διάρκεια: 88’

Πέντε χρόνια μετά το γλυκανάλατο «Valse Sentimental», η Κωνσταντίνα Βούλγαρη γυρίζει νέα ταινία και δανείζεται τον τίτλο από μία ιστορία της «Μαφάλντα». Ευελπιστούμε πως η ταινία δεν θα βαδίσει στη ρότα του «ψάχνω να βρω τον χτύπο της νέας γενιάς στην Ελλάδα» διότι δαύτες τις έχουμε φάει με το κουτάλι και τις έχουμε σιχαθεί.

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Θεσσαλονίκη

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Νέες ταινίες στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης από Πέμπτη 4/4

Το κυνήγι της μάγισσας και του δημόσιου υπαλλήλου