Του Δημήτρη Κετικίδη | Από την έντυπη έκδοση «Τύπος Θεσσαλονίκης»
Τοξικό νέφος «σκέπασε» τη Θεσσαλονίκη πριν από μερικές μέρες, λόγω της πυρκαγιάς που ξέσπασε στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο μίγμα ρύπων που απειλεί την υγεία των πολιτών, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από την καύση χημικών υλικών ή βιομηχανικών αποβλήτων.
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με τη Δρ. Δάφνη Παρλιάρη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο εργαστήριο φυσικής της ατμόσφαιρας στο ΑΠΘ η οποία σχολίασε μεταξύ άλλων πως «σε μια περιοχή όπως η Θεσσαλονίκη, οποιαδήποτε έξτρα ρύπανση δυσχεραίνει την κατάσταση».
Αρχικά η κ. Παρλιάρη αναφέρθηκε στο τι ακριβώς είναι το λεγόμενο τοξικό νέφος, τονίζοντας ότι «όταν καίγεται κάτι, παράγει ρύπους. Αν αυτό που καίγεται δεν είναι φυσική πρώτη ύλη και είναι εντελώς χημικό, παράγεται ένα νέφος που έχει πολύ πιο ζημιογόνα επίδραση στην υγεία λόγω της πρώτης ύλης που καίγεται. Για τη Θεσσαλονίκη τις τελευταίες εβδομάδες ακούμε πολύ συχνά για πυρκαγιές κυρίως δυτικά οι οποίες επιβαρύνουν μια πολύ δύσκολη κατάσταση».
Μιλώντας για το κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει το τοξικό νέφος τη Θεσσαλονίκη, η οποία είναι ήδη ψηλά σε επίπεδα ρύπανσης, ανέφερε:
«Μπορεί να επηρεάσει πάρα πολύ αλλά εξαρτάται και από το μέγεθος της πυρκαγιάς, το πόσο γρήγορα τη σβήνουν κλπ. Είναι πολύ δύσκολο γιατί σε μια περιοχή όπως αυτή, οποιαδήποτε έξτρα ρύπανση δυσχεραίνει την κατάσταση».
Παράλληλα, η κ. Παρλιάρη αναφέρθηκε σε μια σειρά από παρεμβάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να μειώσουν τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
«Η δική μου άποψη είναι ότι θα πρέπει να καταρτιστεί ένα μακροχρόνιο και δεσμευτικό σχέδιο για την ποιότητα του αέρα της Θεσσαλονίκης και να πιάνει όλους τους όμορους δήμους, το πολεοδομικό συγκρότημα. Αυτό το σχέδιο να καταρτίζεται από επιστήμονες, τα αρμόδια τμήματα της περιφέρειας κλπ.
Πρέπει να μελετηθούν λεπτομερώς τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, έτσι ώστε να κατανοηθεί το πρόβλημα, και να αξιολογηθούν τα προτεινόμενα μέτρα. Το πιο σημαντικό είναι η συνεργασία και η αλληλεπίδραση.
Χρειάζεται μια δέσμευση, ώστε τα μέτρα να ισχύουν για πολλά χρόνια και να αποδώσουν. Άμεσα και γρήγορα μπορεί να περιοριστεί η κυκλοφορία στο κέντρο, να περιοριστούν οι εκπομπές της κεντρικής θέρμανσης και να στραφούμε σε πιο καθαρές πηγές ενέργειας τους χειμερινούς μήνες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να βοηθήσει στο να ανανεώνεται όσο γίνεται ο αέρας της πόλης.
Αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί το παραλιακό μέτωπο είναι χτισμένο με υψηλές πολυκατοικίες που σημαίνει ότι η θαλάσσια αύρα δεν μπορεί να εισχωρήσει στο κέντρο της πόλης και να καθαρίσει τον αέρα. Θα πρέπει επίσης να προωθηθούν και εναλλακτικοί τρόποι μετακίνησης».
Σχετικά με το αν υπάρχει σύνδεση του νέφους με τα φαινόμενα αστικής θερμικής νησίδας είπε:
«Η αστική θερμική νησίδα είναι το φαινόμενο που περιγράφει τη θερμοκρασιακή διαφορά ανάμεσα στο κέντρο και σε μια αγροτική ή περιαστική περιοχή. Η αστική θερμική νησίδα είναι αυτό που καταλαβαίνουμε ότι η πόλη έχει μεγαλύτερη θερμοκρασία από ένα χωριό.
Εννοείται ότι οποιαδήποτε αύξηση της θερμοκρασίας που επιβαρύνει και κουράζει τον οργανισμό, τον φθείρει οπότε οποιαδήποτε έξτρα ατμοσφαιρικός κίνδυνος δρα πολλαπλαστικά και όχι απλά προσθετικά πάνω στην υγεία. Αυτό που συμβαίνει το καλοκαίρι είναι ότι έχουμε στάσιμες συνθήκες που ευνοούν τον καύσωνα. Σημαίνει ότι δεν μετακινείται η ατμόσφαιρα για να αλλάξουν οι μετεωρολογικές συνθήκες.
Όταν πας και βάλεις πχ τις εκπομπές μιας πυρκαγιάς, ο θόλος που μας καπακώνει επιβαρύνεται με έναν ακόμα ρύπο. Σε μια κατάσταση που δεν αλλάζει, βάζοντας και τον καπνό μιας πυρκαγιάς, είναι πολύ πιο επικίνδυνο».
Μιλώντας για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης γύρω από το συγκεκριμένο θέμα, υπογράμμισε ότι «έχει βάλει σε προτεραιότητα την περιβαλλοντική νομοθεσία. Φέτος έχει αναθεωρηθεί η οδηγία του 2008 για την ποιότητα του αέρα, με πιο αυστηρά όρια στα οποία είναι ασφαλές να εκτεθεί κάποιος. Θα πρέπει να εφαρμόζονται οι ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες συνδυάζουν την πολιτική πλευρά των αποφάσεων αλλά και την επιστημονική γνώση από τον ΠΟΥ».
«Η σωματιδιακή ρύπανση είναι πιο επικίνδυνη αλλά όλοι οι ρύποι είναι επικίνδυνοι όπως το διοξείδιο του αζώτου, το όζον, το διοξείδιο του θείου, το βενζόλιο κλπ. Σε μια πυρκαγιά δεν εκπέμπεται ένας μόνο ρύπος αλλά πάρα πολλοί. Για τη Θεσσαλονίκη, μεγαλύτερη συσχέτιση με τη θνησιμότητα προκαλούν τα αιωρούμενα σωματίδια δηλαδή η σωματιδιακή ρύπανση» είπε.
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε και με τον κ. Κωνσταντίνο Πορπόδη, καθηγητή πνευμονολογίας ΑΠΘ ο οποίος τόνισε ότι «το τοξικό νέφος είναι ένα μείγμα μικροσωματιδίων χημικών ενώσεων αιωρούμενων σωματιδίων από διάφορες καύσεις κυρίως από την κυκλοφορία των οχημάτων. Είναι ένας αόρατος εχθρός γιατί πολλές φορές δεν φαίνεται. Κάποιες φορές δημιουργείται μαύρο σύννεφο αλλά πολλές φορές δεν είναι ορατό στο μάτι και κυρίως εντείνεται τους χειμερινούς μήνες. Υπάρχει και το καλοκαίρι φυσικά από την καύση βιομηχανικών ρύπων ή πυρκαγιών. Μπορούν να προκαλέσουν πολλά προβλήματα σε όλο το σώμα» είπε.
Ο κ. Πορπόδης μίλησε και για το πώς οι ρύποι όπως τα PM2.5 διεισδύουν στον οργανισμό και επηρεάζουν την αναπνοή λέγοντας:
«Τα σωματίδια πάνω από 10 δύσκολα να επηρεάσουν τον πνεύμονα γιατί αποβάλλονται. Όταν είναι κάτω από 10 εισβάλλουν στους βρόγχους και εγκαθίστανται και προκαλούν βρογχιτιδες κυρίως. Όταν είναι κάτω από 2.5 αυτά φτάνουν μέχρι τις κυψελίδες και κάνουν βλάβες και μπορεί να προκαλέσουν και εγκεφαλικά. Σε πόλεις με αυξημένο όριο τέτοιων σωματιδίων το προσδόκιμο ζωής είναι χαμηλότερο μέχρι και δύο έτη.
Οι πυρκαγιές και η καύση των ελαστικών στην περιοχή επιδείνωσε το πρόβλημα στη Θεσσαλονίκη. Επιβαρύνεται περισσότερο το κέντρο. Προσβάλλεται εύκολα μια περιοχή 6-10 χιλιόμετρα από την εστία, και μπορεί να πάνε μέχρι και 60 χιλιόμετρα μακριά. Από την Αλεξανδρούπολη πχ είχε παρατηρηθεί αύξηση των σωματιδίων μέχρι τη Θεσσαλονίκη.
Στη Θεσσαλονίκη έχουμε κυρίως PM10 και ΡΜ2.5 που είναι πιο πολύ αρωματικοί υδρογονάνθρακες».
Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στα πιο επικίνδυνα συστατικά για τις καρδιακές παθήσεις υπογραμμίζοντας ότι:
«Όταν μιλάμε για ατμοσφαιρική ρύπανση μιλάμε για τοξικό νέφος. Τα συστατικά της ρύπανσης ή του τοξικού νέφους που είναι πιο επικίνδυνα για τις καρδιακές παθήσεις είναι το μονοξείδιο του άνθρακα και το διοξείδιο του αζώτου. Οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά είναι οι πιο ευάλωτοι».
Τέλος, ο κ. Πορπόδης μίλησε και για το αν υπάρχει ποιοτική διαφορά στις επιπτώσεις όταν μιλάμε για «τοξικό νέφος» σε σχέση με την έκθεση στο καθημερινό ρυπασμένο αστικό περιβάλλον λέγοντας:
«Όταν υπάρχει μεγαλύτερη ρύπανση από πυρκαγιές κλπ ναι εκεί πολλαπλασιάζονται τα πρόβληματα. Το τοξικό νέφος είναι επικίνδυνο και μπορεί μακροπρόθεσμα να μειώσει το προσδόκιμο ζωής.
Είμαστε από τις πιο ρυπαρές πόλεις της Ευρώπης και τα σωματίδια είναι πάνω το όριο για μεγάλο διάστημα. Τα ΜΜΜ βοηθούν για την πρόληψη της ρύπανσης. Τώρα με το μετρό θα έχουμε λιγότερη ρύπανση. Γενικά κάποιες συστάσεις είναι όταν υπάρχει παρουσία του νέφους να αποφύγουμε υπαίθρια άσκηση. Φαίνεται να αρχίζει να ελέγχεται η κατάσταση αλλά προς το παρόν είναι μη ελεγχόμενη. Είναι καλό να ενημερώνεται ο κόσμος».
