*Της Κωνσταντίνας Καδέρη| Από την έντυπη έκδοση "Τύπος Θεσσαλονίκης"
Μέσα στο 2027 ο δήμος Θεσσαλονίκης αναμένεται να αποκτήσει το δεύτερο δημοτικό του κολυμβητήριο, στην περιοχή του Γαλαξία, στη Μαρτίου. Η νέα 25άρα πισίνα με έξι διαδρομές έρχεται σε μια περίοδο που η συζήτηση για τις υποδομές του υγρού στίβου της πόλης έχει ανοίξει για τα καλά, μετά το παρατεταμένο κλείσιμο του Εθνικού Κολυμβητηρίου.
Μέχρι όμως να κατασκευαστεί η νέα δεξαμενή και μέχρι να υπάρξει σαφές χρονοδιάγραμμα για το Εθνικό, το βάρος πέφτει στις εγκαταστάσεις που ήδη λειτουργούν. Ανάμεσά τους και το Δημοτικό Κολυμβητήριο Τούμπας, το οποίο εγκαινιάστηκε το 2009 και για χρόνια αποτελεί τη μοναδική δημοτική πισίνα του δήμου Θεσσαλονίκης.
Η πισίνα της Τούμπας, που μέχρι πρότινος εξυπηρετούσε δημότες, μεμονωμένους αθλούμενους και οργανωμένα κολυμβητικά προγράμματα, κλήθηκε μετά το λουκέτο στο Εθνικό να καλύψει επιπλέον ανάγκες αθλητών και συλλόγων. Έτσι, μια εγκατάσταση με σταθερή καθημερινή λειτουργία βρέθηκε να λειτουργεί σε μια πολύ πιο πιεστική συνθήκη, με περισσότερους χρήστες, περισσότερες προπονήσεις και διαφορετικές ομάδες να μοιράζονται τις ίδιες διαδρομές.
Μιλώντας στο Typosthes, η αντιδήμαρχος Αθλητισμού του δήμου Θεσσαλονίκης, Κυριακή Γιαννακίδου, παραδέχεται πως η λειτουργία του Δημοτικού Κολυμβητηρίου Τούμπας έχει επιβαρυνθεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Όπως εξηγεί, όμως, το κλείσιμο του Εθνικού δημιούργησε μια έκτακτη κατάσταση, στην οποία ο δήμος έπρεπε να αντιδράσει άμεσα.
«Δεν γινόταν να κλείσει ένα Εθνικό Κολυμβητήριο από τη μία μέρα στην άλλη και να μείνουν χίλιοι αθλητές έξω, στη στεριά», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την ίδια, ο δήμος προχώρησε σε ανακατανομή των διαθέσιμων ωρών και διαδρομών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν ομάδες που είχαν άμεση ανάγκη πρόσβασης σε πισίνα, όπως αθλητές συλλόγων, φοιτητές ΤΕΦΑΑ, ΑμεΑ κ.ά.
«Αναγκαστήκαμε να κάνουμε ένα μοίρασμα μέσα στο κολυμβητήριο όλων αυτών των ομάδων πολιτών που είχαν άμεση ανάγκη να το χρησιμοποιήσουν», σημειώνει.
Η παραχώρηση των διαδρομών, σύμφωνα με την κ. Γιαννακίδου, δεν έγινε ανεξέλεγκτα. Όπως εξηγεί, ο δήμος ήρθε σε συνεννόηση με την Κολυμβητική Ομοσπονδία Ελλάδος, η οποία υπέδειξε ποιοι αθλητές και ποια σωματεία είχαν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν την εγκατάσταση.
«Δεν ανοίξαμε και είπαμε “ελάτε όποιος θέλει να κολυμπήσει”. Κάναμε συνεννόηση και παραχωρήσαμε συγκεκριμένες διαδρομές. Η Κολυμβητική Ομοσπονδία καθόρισε ποιοι θα μπουν», αναφέρει.
Η ίδια σημειώνει ακόμη ότι το κολυμβητήριο λειτουργεί ήδη στο μέγιστο που μπορεί να υποστηριχθεί από την υπηρεσία, με βάση το διαθέσιμο προσωπικό και το ισχύον πλαίσιο.
«Το ωράριο είναι αυτό που μπορεί να στηρίξει η υπηρεσία του δήμου, σύμφωνα με τη νομοθεσία και τον αριθμό των εργαζομένων. Δουλεύει στο ανώτατο όριο», τονίζει.
Η κ. Γιαννακίδου αναγνωρίζει ότι η νέα συνθήκη έχει περιορίσει την άνεση που υπήρχε παλαιότερα για τους μεμονωμένους αθλούμενους. Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι σε αυτή τη συγκυρία το κολυμβητήριο δεν μπορούσε να λειτουργήσει με τα δεδομένα που ίσχυαν πριν από το λουκέτο στο Εθνικό.
«Λογικό είναι να πιεστεί λίγο ο χώρος. Αλλά δεν μπορούσαμε να μη διαθέσουμε το κολυμβητήριο στους υπόλοιπους πολίτες της πόλης», τονίζει. Όπως λέει, οι αθλητές που μετακινήθηκαν στην Τούμπα δεν είναι «ξένοι» προς την πόλη, αλλά παιδιά και νέοι της Θεσσαλονίκης. «Δεν φέραμε να ρίξουμε πέτρες μέσα στο κολυμβητήριο. Φέραμε νεολαία που είναι δικά μας παιδιά», προσθέτει.
«Δόθηκαν διαδρομές και τα παιδιά μας είχαν κάπου να προπονηθούν»
Τη δική του εικόνα για τη λειτουργία της Τούμπας μετά το κλείσιμο του Εθνικού μεταφέρει στο Typosthes ο Αθανάσιος Κουρτέσης, εκπρόσωπος του φορέα «Αθλητές Γονείς Κολυμβητικών Αθλημάτων Θεσσαλονίκης».
Όπως εξηγεί, το Δημοτικό Κολυμβητήριο Τούμπας ήταν μία από τις εγκαταστάσεις που έδωσαν άμεση διέξοδο στους αθλητές, σε μια περίοδο που τα σωματεία αναγκάστηκαν να αναζητήσουν διαθέσιμες ώρες σε άλλες πισίνες της πόλης.
«Δεν βόλευε σε κανέναν, αλλά τα παιδιά μας είχαν κάπου να προπονηθούν», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος περιγράφει και την προσωπική του εμπειρία ως γονέας παιδιού που κάνει αγωνιστική κολύμβηση. Όπως λέει, η 14χρονη κόρη του έχει μέσα στην εβδομάδα έξι απογευματινές προπονήσεις, δύο πρωινές και δύο γυμναστήρια.
«Ξέρετε τι ώρα ξυπνάει η κόρη μου για να πάμε πριν στο σχολείο; Στις 5.30. Να φάει, να την έχω στο κολυμβητήριο, να μπει στις 7 στο νερό και μετά να προλάβει τη δεύτερη ώρα στο σχολείο», περιγράφει, θέλοντας να δείξει ότι για τα παιδιά αυτά κάθε χαμένη ώρα προπόνησης και κάθε αλλαγή εγκατάστασης έχει πραγματικό κόστος.
Μετά το κλείσιμο του Εθνικού, τα σωματεία μοίρασαν τα τμήματά τους στις διαθέσιμες πισίνες. Σύμφωνα με τον κ. Κουρτέση, τα αγωνιστικά τμήματα, κυρίως παιδιά άνω των 14 ετών, εξυπηρετήθηκαν μεταξύ άλλων από την Τούμπα και το Ωραιόκαστρο. Η λύση αυτή δεν ήταν εύκολη για τις οικογένειες, καθώς σήμαινε περισσότερες μετακινήσεις για πολλούς απ’ αυτούς.
Για την Τούμπα, ο ίδιος αναφέρει ότι παραχωρήθηκαν έξι διαδρομές στα αθλητικά σωματεία και ορισμένες ημέρες επτά, ενώ τρεις διαδρομές κρατήθηκαν για το κοινό, την ελεύθερη κολύμβηση και τα υπόλοιπα προγράμματα. Όπως υποστηρίζει, τα τμήματα μοιράστηκαν έτσι ώστε να μη δημιουργείται υπερβολικός συνωστισμός μέσα στις διαδρομές.
Όπως αναφέρει «σε κάθε διαδρομή βρίσκονται περίπου 20 με 22 παιδιά την ώρα της προπόνησης». Ο αριθμός αυτός είναι κάτω από τα όρια που προβλέπει ο κανονισμός λειτουργίας των δημοτικών κολυμβητηρίων, σύμφωνα με τον οποίο σε κάθε διαδρομή μπορούν να κολυμπούν έως 25 άτομα, ενώ συνολικά μπορούν να βρίσκονται έως 35, μαζί με όσους αναπαύονται.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις συνθήκες υγιεινής, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα στην Τούμπα είναι καλή.
«Στο κολυμβητήριο της Τούμπας δεν έχουμε κανένα πρόβλημα σε επίπεδο υγιεινής. Ακόμη και με τον μεγάλο αριθμό αθλητών που φιλοξενεί, ο δήμος φροντίζει να το έχει πεντακάθαρο», τονίζει.
Περίπου 2.500 άνθρωποι στον υγρό στίβο επηρεάζονται
Ο κ. Κουρτέσης περιγράφει και το ευρύτερο μέγεθος του προβλήματος που έχει δημιουργηθεί στον υγρό στίβο της Θεσσαλονίκης. Όπως αναφέρει, βάσει της καταγραφής της Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, οι αθλητές με μητρώο και δελτίο που εξυπηρετούνταν από το Εθνικό και το Ποσειδώνιο ήταν περίπου 2.000. Αν σε αυτούς προστεθούν φοιτητές, αθλητές αλλά και τα παιδικά τμήματα, ο συνολικός αριθμός φτάνει περίπου τους 2.500 ανθρώπους.
Στο σύνολο αυτό περιλαμβάνονται αθλητές κολύμβησης, υδατοσφαίρισης, καλλιτεχνικής και τεχνικής κολύμβησης, αλλά και καταδύσεων. Για τις καταδύσεις, όπως λέει, το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς μετά το κλείσιμο του Εθνικού δεν υπάρχει κατάλληλη εγκατάσταση στη Βόρεια Ελλάδα. Από περίπου 110 αθλητές σε τρεις συλλόγους, εκτιμά ότι σήμερα συνεχίζουν λιγότεροι από 20, με τις προπονήσεις να γίνονται ουσιαστικά εκτός πισίνας, σε αίθουσα με στρώματα και βοηθητικό εξοπλισμό. Την προηγούμενη περίοδο, όπως αναφέρει, γονείς αναγκάζονταν να μετακινούν τα παιδιά τους ακόμη και στον Βόλο για προπόνηση, με δικά τους έξοδα.
Ιδιαίτερη δυσκολία υπάρχει και στις ακαδημίες, δηλαδή στα μικρότερα παιδιά. Όπως εξηγεί ο κ. Κουρτέσης, τα παιδιά 8 έως 13 ετών χρειάζονται μικρότερα τμήματα και μεγαλύτερη επίβλεψη από τους προπονητές, άρα και περισσότερο διαθέσιμο χώρο στην πισίνα.
Το βλέμμα στη νέα σεζόν
Το μεγάλο ερώτημα μεταφέρεται πλέον στη νέα κολυμβητική περίοδο. Η κ. Γιαννακίδου σημειώνει ότι, εάν το Εθνικό Κολυμβητήριο δεν έχει επαναλειτουργήσει μέχρι τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο, ο δήμος θα χρειαστεί να λάβει εκ νέου υπόψη τη συγκεκριμένη συνθήκη στον σχεδιασμό του προγράμματος στο κολυμβητήριο της Τούμπας.
Από την πλευρά του, ο κ. Κουρτέσης εκτιμά ότι σήμερα η παραχώρηση διαδρομών στην πισίνα της Τούμπας έχει βοηθήσει ώστε να μη δημιουργείται εικόνα ασφυξίας για τα αγωνιστικά τμήματα. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η ισορροπία αυτή μπορεί να ανατραπεί από τη νέα σεζόν, εάν δεν βρεθούν πρόσθετες λύσεις ή αν περιοριστούν οι διαθέσιμες ώρες σε άλλες πισίνες της πόλης.
