Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Υπολοχαγός Νατάσσα: Η ταινία των ρεκόρ για το 1940 - Οι χαμένες σκηνές

Υπολοχαγός Νατάσσα
Υπολοχαγός Νατάσσα: Η ταινία των ρεκόρ για το 1940 - Οι χαμένες σκηνές
Προσθέστε το typosthes.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google Google Logo">
Το «όχι» του Φώσκολου στη Βουγιουκλάκη

Κάθε χρόνο, τέτοιες ημέρες, η ελληνική τηλεόραση επιστρέφει σε μια γνώριμη εικόνα: την Αλίκη Βουγιουκλάκη με στρατιωτική στολή, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στον ρόλο του αγωνιστή της Αντίστασης και μια ιστορία αγάπης που διαδραματίζεται μέσα στον εφιάλτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας παλιάς κινηματογραφικής επιτυχίας. Έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τηλεοπτικά έθιμα της 28ης Οκτωβρίου.

Πίσω από αυτή τη διαχρονική παρουσία κρύβεται μια ιστορία εξίσου ενδιαφέρουσα με το ίδιο το φιλμ. Μια παραγωγή με ασυνήθιστα μεγάλες φιλοδοξίες για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα, γυρίσματα σε τρεις χώρες, απαιτητικές σκηνές δράσης, δημιουργικές συγκρούσεις, χαμένες σεκάνς και μια πρωταγωνίστρια αποφασισμένη να αποδείξει ότι μπορούσε να σταθεί και πέρα από τους γνώριμους ρόλους της.

Η ταινία του Νίκου Φώσκολου έκανε πρεμιέρα στις 21 Δεκεμβρίου 1970 και έκοψε 751.117 εισιτήρια πρώτης προβολής, κατακτώντας την πρώτη θέση ανάμεσα στις 87 ελληνικές παραγωγές της περιόδου 1970-1971. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες παρέμεινε σημείο αναφοράς των ελληνικών εισπρακτικών επιτυχιών, μέχρι την εμφάνιση του «Safe Sex» το 1999.

Και όμως, η «Υπολοχαγός Νατάσσα» δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ρεκόρ. Είναι μια ταινία που συμπυκνώνει τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής: τον κινηματογραφικό μύθο της Αλίκης, το μελόδραμα του Φώσκολου, τη βιομηχανική δύναμη της Φίνος Φιλμ, την Ελλάδα της δικτατορίας και, αργότερα, τη νοσταλγία των τηλεοπτικών επαναλήψεων.

Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της επιτυχίας, πρέπει να επιστρέψει στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος, που είχε γνωρίσει εντυπωσιακή άνθηση την προηγούμενη δεκαετία, είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει τις πρώτες σοβαρές πιέσεις. Η τηλεόραση έκανε σταδιακά την εμφάνισή της στα ελληνικά νοικοκυριά, ενώ το κοινό και οι συνήθειες ψυχαγωγίας άλλαζαν.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Φίνος Φιλμ επένδυσε σε μια παραγωγή μεγάλης κλίμακας, με το πιο αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό ζευγάρι της χώρας και μια ιστορία σχεδιασμένη να συνδυάζει τον έρωτα με την εθνική συγκίνηση.

Τα 751.117 εισιτήρια δεν αποτελούν απλώς έναν εντυπωσιακό αριθμό. Πρόκειται για επίδοση πρώτης προβολής, που καταγραφόταν τότε κυρίως στις αίθουσες της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων. Επομένως, δεν πρέπει να συγχέεται με έναν πλήρη πανελλαδικό απολογισμό όλων των μεταγενέστερων προβολών.

Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» ξεπέρασε τις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες που είχε ήδη στο ενεργητικό της η Αλίκη, όπως την «Αρχόντισσα και τον αλήτη», με περίπου 750.000 εισιτήρια, και τη «Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», με 739.001.

Το 1999, το «Safe Sex» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου έβαλε τέλος στην πολύχρονη πρωτοκαθεδρία της. Μέχρι τότε, όμως, η «Νατάσσα» είχε ήδη αποκτήσει μια δεύτερη ζωή, εκείνη της τηλεοπτικής επιτυχίας.

 

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία από τη γέννηση της ταινίας είναι ότι η συνεργασία της Αλίκης Βουγιουκλάκη με τον Νίκο Φώσκολο μόνο αυτονόητη δεν ήταν.

Ο Φώσκολος είχε χτίσει τη φήμη του πάνω σε δραματικές ιστορίες, περιπέτειες, συγκρούσεις και έντονο σασπένς. Η Βουγιουκλάκη, από την άλλη, ήταν η απόλυτη σταρ του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, συνδεδεμένη κυρίως με αισθηματικές κωμωδίες, μιούζικαλ και ηρωίδες που διέθεταν ανεξάντλητη ζωντάνια.

Σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις για τα παρασκήνια, ο σκηνοθέτης αντιμετώπισε αρχικά με επιφυλακτικότητα την προοπτική της συνεργασίας τους. Θεωρούσε ότι δημιουργούσε κυρίως «ανδρικές» ταινίες, ενώ φέρεται να ανησυχούσε μήπως η ισχυρή προσωπικότητα της πρωταγωνίστριας επηρέαζε τις σκηνοθετικές επιλογές του.

 

Καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση του Φιλοποίμενα Φίνου, αλλά και η επιμονή της ίδιας της Αλίκης να συνεργαστεί με τον Φώσκολο.

Όπως είχε περιγράψει ο εκπρόσωπος της Φίνος Φιλμ, ο σκηνοθέτης είχε αφηγηθεί την ιδέα της ταινίας σε φιλική συγκέντρωση όπου βρισκόταν και η Βουγιουκλάκη. Η ηθοποιός ενθουσιάστηκε, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του δημιουργού.

 

Η συνεργασία τελικά πραγματοποιήθηκε και αποδείχθηκε μία από τις πιο εμπορικά επιτυχημένες στην καριέρα και των δύο.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παρασκήνια αφορά κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς σήμερα: η θρυλική ηρωίδα αρχικά δεν λεγόταν Νατάσσα.

Η πρώτη επιλογή του Φώσκολου ήταν το όνομα «Ναυσικά».

Σύμφωνα με την αφήγηση που έχει καταγράψει ο βιογράφος της Αλίκης, Μάκης Δελαπόρτας, η Βουγιουκλάκη αντέδρασε, καθώς το όνομα παρέπεμπε στην πασίγνωστη κωμική σκηνή από τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο», με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Η ίδια προτιμούσε το όνομα Νατάσσα. Ο Φώσκολος δέχθηκε να το αλλάξει, ξεκαθαρίζοντας, κατά την ίδια αφήγηση, ότι δεν σκόπευε να κάνει άλλες υποχωρήσεις.

Η λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη γοητεία. Ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους τίτλους στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου προέκυψε, σύμφωνα με την καθιερωμένη αφήγηση των παρασκηνίων, από μια δημιουργική διαφωνία ανάμεσα στη μεγαλύτερη σταρ της εποχής και έναν σκηνοθέτη με έντονη προσωπική άποψη.

Η συνύπαρξη των δύο ισχυρών προσωπικοτήτων δοκιμάστηκε και στο πλατό.

Μία από τις πιο συχνά αναφερόμενες ιστορίες θέλει τον Φώσκολο να υποβάλλει την Αλίκη σε μια ιδιαίτερα απαιτητική σκηνή, ρίχνοντάς την, με σκισμένα ρούχα, σε λασπωμένα νερά.

Η δοκιμασία συνδεόταν με τα βασανιστήρια που υφίσταται η ηρωίδα. Για την πρωταγωνίστρια που είχε ταυτιστεί με τη λάμψη, την περιποιημένη εμφάνιση και τη φωτογένεια, επρόκειτο για μια εικόνα εντελώς διαφορετική από εκείνες που είχε συνηθίσει το κοινό.

Η Αλίκη ακολούθησε τις σκηνοθετικές οδηγίες χωρίς να αρνηθεί τη δύσκολη δοκιμασία.

Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» δεν ήταν μια συμβατική ελληνική παραγωγή γυρισμένη αποκλειστικά σε κινηματογραφικά στούντιο.

Η Φίνος Φιλμ επένδυσε σε πραγματικούς εξωτερικούς χώρους, μετακινήσεις πολυμελούς συνεργείου και γυρίσματα σε Ελλάδα, Κύπρο και Γερμανία. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια κινηματογραφική περιπέτεια που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στις μεγάλες ξένες πολεμικές παραγωγές.

Στη διεύθυνση φωτογραφίας συμμετείχαν τρεις σημαντικοί επαγγελματίες: ο Δήμος Σακελλαρίου, ο Νίκος Γαρδέλης και ο Γιώργος Αρβανίτης. Η χρησιμοποίηση τριών διευθυντών φωτογραφίας ήταν ασυνήθιστη για ελληνική ταινία της εποχής και αντανακλούσε την έκταση των γυρισμάτων.

Ιδιαίτερα δύσκολες υπήρξαν οι λήψεις στην Κωπαΐδα, όπου, σύμφωνα με μαρτυρίες που έχουν δημοσιευθεί, οι ηθοποιοί χρειάστηκε να φορέσουν βαριές στρατιωτικές στολές υπό συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας.

Ακόμη πιο φορτισμένα ήταν τα γυρίσματα στη Γερμανία, με το Νταχάου να αποτελεί βασικό σημείο της κινηματογραφικής αφήγησης.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα για την παραγωγή, η παρουσία της Αλίκης στον ιστορικό χώρο υπήρξε ιδιαίτερα συναισθηματικά απαιτητική. Ορισμένες αναδρομικές αφηγήσεις κάνουν λόγο ακόμη και για έντονη ψυχολογική κατάρρευση, χωρίς όμως να έχει εντοπιστεί ανεξάρτητη πρωτογενής μαρτυρία που να επιτρέπει να παρουσιαστεί το περιστατικό ως βεβαιωμένο γεγονός.

Η επιλογή πραγματικών τοποθεσιών έδωσε στην ταινία έναν βαθμό οπτικής αυθεντικότητας, ακόμη και όταν η ίδια η ιστορία ακολουθούσε τους κανόνες του κινηματογραφικού μελοδράματος.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της παραγωγής αφορά τη βίλα Καζούλη στην Κηφισιά.

Η ιστορική έπαυλη χρησιμοποιήθηκε σε σκηνές της «Υπολοχαγού Νατάσσας» που σχετίζονται με τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις.

Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι δεν επρόκειτο για ένα τυχαίο αρχοντικό. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η βίλα είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς και είχε χρησιμοποιηθεί από τις υπηρεσίες των SS. Το κτίριο συνδέθηκε με ανακρίσεις, βασανισμούς και τη βία της ναζιστικής κατοχής.

Η κινηματογραφική παραγωγή επέστρεψε, επομένως, σε έναν χώρο που είχε ήδη πραγματικό ιστορικό φορτίο.

Αντίστοιχα, δύο ακόμη τοποθεσίες της Αττικής συνδέονται με μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες σκηνές της ταινίας.

Η σκηνή του γάμου της Νατάσσας και του Ορέστη γυρίστηκε, ως προς τα εξωτερικά της πλάνα, στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου, στο Δημοτικό Κοιμητήριο Βουλιαγμένης. Οι εσωτερικές λήψεις έγιναν αλλού, ακολουθώντας μια συνηθισμένη πρακτική της εποχής.

Στο φράγμα του Μαραθώνα γυρίστηκε η δραματική σκηνή του θανάτου του Ορέστη, πάνω στα χαρακτηριστικά σκαλοπάτια του μνημειακού έργου.

Έτσι, τρεις πραγματικοί χώροι της Αττικής συνδέθηκαν οριστικά με τη μυθολογία της ταινίας: μια ιστορική έπαυλη στην Κηφισιά, μια εκκλησία στη Βουλιαγμένη και το φράγμα του Μαραθώνα.

Ίσως το μεγαλύτερο κινηματογραφικό παράδοξο της «Υπολοχαγού Νατάσσας» είναι ότι οι περισσότεροι σημερινοί θεατές δεν έχουν παρακολουθήσει την ταινία ακριβώς όπως προβλήθηκε αρχικά.

Οι κινηματογραφικές καταγραφές αναφέρουν αρχική διάρκεια 138 λεπτών, ενώ η επίσημη ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ δίνει σήμερα διάρκεια 124 λεπτών.

Η κινηματογραφική βάση Filmy καταγράφει και συντομότερη εκδοχή, περίπου 119 λεπτών, με επιπλέον περικοπές που συνδέονται με μεταγενέστερες εκδόσεις.

Σύμφωνα με συγκρίσεις διαφορετικών εκδόσεων και κινηματογραφικές αναδρομές, από τις εκδοχές που κυκλοφορούν σήμερα απουσιάζουν σκηνές που περιλάμβαναν μετακινήσεις των πρωταγωνιστών στην έρημο με καμήλες, πρόσθετο υλικό από τα βασανιστήρια και μέρος μιας μουσικής σκηνής.

Έχουν επίσης επισημανθεί απουσίες από τις σκηνές που σχετίζονται με το Νταχάου.

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι η ιστορία της ταινίας είχε δημοσιευθεί και σε μορφή κινηματογραφικού αναγνώσματος στο περιοδικό «Ρομάντζο», γεγονός που, σύμφωνα με μελετητές της ταινίας, επιτρέπει την αντιπαραβολή της αρχικής αφήγησης με τις μεταγενέστερες κόπιες.

Η τελευταία γνωστή τηλεοπτική προβολή που αναφέρεται ως πλήρης τοποθετείται το 1977, κατά την πρώτη μετάδοση από την ΕΡΤ. Οι ακριβείς λόγοι και ο χρόνος κάθε περικοπής δεν έχουν τεκμηριωθεί πλήρως σε δημόσια διαθέσιμο αρχείο.

Αυτό καθιστά την «Υπολοχαγό Νατάσσα» ενδιαφέρουσα και από μια άλλη σκοπιά: ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι παλιές κινηματογραφικές ταινίες μεταβάλλονταν μέσα από τηλεοπτικές εκδόσεις, νέες κόπιες και μεταγενέστερες τεχνικές επεξεργασίες.

Η επιτυχία της ταινίας αποκτά ξεχωριστή σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Αποτέλεσε την τελευταία κοινή κινηματογραφική εμφάνιση της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Για το ελληνικό κοινό, οι δύο ηθοποιοί δεν ήταν απλώς ένα κινηματογραφικό ζευγάρι. Ήταν ένα από τα πιο ισχυρά εμπορικά και πολιτιστικά φαινόμενα της δεκαετίας του 1960.

Η κοινή παρουσία τους είχε συνδεθεί με κωμωδίες, μουσικά φιλμ και αισθηματικές ιστορίες που συγκέντρωναν εκατοντάδες χιλιάδες θεατές.

Στην «Υπολοχαγό Νατάσσα», όμως, ο έρωτάς τους αποκτά μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Δεν υπάρχει η αισιόδοξη ατμόσφαιρα των παλαιότερων επιτυχιών τους. Υπάρχουν πόλεμος, χωρισμός, βία, θυσία και τραγωδία.

Αυτή η μετατόπιση έδωσε στην τελευταία κοινή τους ταινία έναν χαρακτήρα σχεδόν συμβολικό. Ήταν σαν το κινηματογραφικό ζευγάρι να αποχαιρετούσε το κοινό του μέσα από μια ιστορία στην οποία η ευτυχία αποδεικνύεται εξαιρετικά εύθραυστη.

Μια από τις λιγότερο γνωστές ιστορίες της ταινίας αφορά τη σχέση της με τη μετέπειτα θεατρική καριέρα της Αλίκης.

Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» προβλήθηκε στο BBC2 το 1980, αποκτώντας πρόσβαση και σε κοινό εκτός Ελλάδας.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ, την προβολή παρακολούθησαν άνθρωποι που σχετίζονταν με την παραγωγή του μιούζικαλ «Εβίτα». Η εμφάνιση της Βουγιουκλάκη φέρεται να τους έπεισε να παραχωρήσουν τα δικαιώματα για την ελληνική παρουσίαση του έργου.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σύνδεση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές καλλιτεχνικές στιγμές της πρωταγωνίστριας: από το πολεμικό μελόδραμα του 1970 στο διεθνές θεατρικό μιούζικαλ.

Η ταινία κυκλοφόρησε διεθνώς με τον τίτλο «Lt. Natassa», ενώ αναφορές για την προβολή της και στην Ιαπωνία συνοδεύονται από υλικό με ιαπωνική αφίσα.

Η διεθνής πορεία της δείχνει ότι η φιλοδοξία της Φίνος Φιλμ δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη πλευρά της «Υπολοχαγού Νατάσσας», λιγότερο νοσταλγική αλλά απαραίτητη για την κατανόηση της εποχής της.

Η ταινία κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1970, στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας.

Εκείνα τα χρόνια, το ελληνικό σινεμά γνώρισε μια έντονη παραγωγή πολεμικών και πατριωτικών ταινιών, που παρουσίαζαν συχνά την Κατοχή και την Αντίσταση μέσα από ιστορίες ηρωισμού, εθνικής ενότητας και ατομικής θυσίας.

Η ιστορικός κινηματογράφου Λίνα Μυλωνάκη, σε μελέτη της για τις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις της Κατοχής, επισημαίνει ότι πολλά από αυτά τα έργα αναπαρήγαγαν μια εξιδανικευμένη εικόνα της περιόδου, παραμερίζοντας τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις που χαρακτήρισαν την πραγματική ιστορία της Αντίστασης.

Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» εντάσσεται σε αυτό το κινηματογραφικό περιβάλλον. Δεν αποτελεί ιστορικό ντοκιμαντέρ ούτε επιχειρεί να ανασυνθέσει τις σύνθετες οργανωτικές και πολιτικές διαδρομές της ελληνικής Αντίστασης.

Αντίθετα, παρουσιάζει την Κατοχή μέσα από το δράμα συγκεκριμένων προσώπων, με έμφαση στην προσωπική θυσία και στις συγκινησιακές συγκρούσεις.

Το γεγονός ότι δημιουργήθηκε επί δικτατορίας δεν αρκεί από μόνο του για να χαρακτηριστεί επίσημη προπαγανδιστική παραγωγή. Επιτρέπει, όμως, να εξεταστεί κριτικά το ιδεολογικό της περιεχόμενο και ο τρόπος με τον οποίο διαμόρφωσε την κινηματογραφική μνήμη του πολέμου.

Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» έχει σήμερα ένα προνόμιο που λίγες ελληνικές ταινίες απέκτησαν: μπορεί να αντιμετωπιστεί ταυτόχρονα με συγκίνηση, νοσταλγία, χιούμορ και κριτική διάθεση.

Για τους θεατές που τη γνώρισαν στις κινηματογραφικές αίθουσες, παραμένει μια μεγάλη πολεμική και αισθηματική περιπέτεια.

Για μεταγενέστερες γενιές είναι η ταινία που συνδέθηκε με την τηλεοπτική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.

Και για ένα νεότερο κοινό αποτελεί συχνά αντικείμενο χιουμοριστικών αναγνώσεων, λόγω της υπερβολής των δραματικών σκηνών, των μεγάλων συμπτώσεων και του χαρακτηριστικού αφηγηματικού ύφους του Φώσκολου.

Η πρώτη καταγεγραμμένη τηλεοπτική μετάδοση της ταινίας πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1977 από την ΕΡΤ.

Η επιλογή της ημερομηνίας, μόλις δύο ημέρες πριν από την εθνική επέτειο, προανήγγειλε μια παράδοση που θα συνεχιζόταν για δεκαετίες.

Η ταινία επέστρεφε συστηματικά στους τηλεοπτικούς δέκτες κάθε Οκτώβριο, αποκτώντας διαφορετική σημασία από εκείνη της πρώτης κινηματογραφικής της διαδρομής.

Η σχέση της με την επέτειο είναι μάλιστα ιδιαίτερη.

Αν και η υπόθεση συνδέεται με τις παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου, το μεγαλύτερο μέρος του δράματος αφορά τη γερμανική Κατοχή και την Αντίσταση. Η ταινία, επομένως, δεν αναπαριστά αποκλειστικά τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου 1940, αλλά μια πολύ ευρύτερη και τραγικότερη ιστορική περίοδο.

Η τηλεόραση, όμως, την ενέταξε στη συλλογική γιορτή της επετείου, μετατρέποντάς την σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα οπτικά σύμβολά της.

Έτσι γεννήθηκε μια νέα πολιτιστική συνήθεια: η «Υπολοχαγός Νατάσσα» ως ετήσια επιστροφή σε μια γνώριμη κινηματογραφική Ελλάδα.

Κάθε 28η Οκτωβρίου, η υπολοχαγός επιστρέφει. Και μαζί της επιστρέφει ένα ολόκληρο κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου.

Πηγή: newmoney


 

Ακολουθήστε το Typosthes στo Google news Google News

Περισσότερα από Τηλεόραση – Life Style

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
Επίθεση με drones σε ελληνόκτητο πλοίο στη Μαύρη Θάλασσα – Ανοιχτά των ακτών της Βουλγαρίας
Epithesi ploio

Ανείπωτη σιδηροδρομική τραγωδία στην Ισπανία - Έφτασαν τους 67 οι νεκροί (VIDEO)
Τολέδο - σύγκρουση τρένων